22.11.14

Alberto Moravia*

Πηγή: περ. Η Λέξη 91 (Γενάρης 1990) 29-35 


*Αλμπέρτο Μοράβια - Βικιπαίδεια



Ο ΚΡΟΚΟΔΕΙΛΟΣ

Η κυρία Κούρτο, γύρω στις πέντε, έβαλε το καπέλο της και βγήκε από το σπίτι για να πάει να επισκεφτεί την κυρία Λόνγκο.
Η κυρία Λόνγκο, γυναίκα ενός διευθυντή τραπέζης, κατοικούσε στο ισόγειο ενός αρκετά παλιού, αλλά αριστοκρατικού σπιτιού, σε μια συνοικία που ήταν κάποτε κομψή και τώρα παρηκμασμένη. Για την κυρία Κούρτο, ο άντρας της οποίας ήταν υφιστάμενος του κυρίου Λόνγκο, η επίσκεψη είχε ιδιαίτερη σημασία. Κατά πρώτο λόγο, η κοινωνική της θέση ήταν υποδεέστερη από την κοινωνική θέση της κυρίας Λόνγκο, αφού κατοικούσε σ' ένα διαμέρισμα με μερικά σύγχρονα, αλλά φτωχικά δωμάτια, σε μια από τις τόσες λαϊκές πολυκατοικίες της περιφέρειας. Κατά δεύτερο λόγο, ήταν η πρώτη φορά που η κυρία Λόνγκο, μετά από έναν σχεδόν χρόνο γνωριμίας, καταδεχόταν να την καλέσει σπίτι της.
Η κυρία Κούρτο έμοιαζε με πολυάσχολη κότα που σκαλίζει το χώμα πριν γεννήσει το αυγό: μικροκαμωμένη, κουνιστή, με πρόσωπο γυαλιστερό, δύο στρογγυλά μαύρα μάτια το ένα πολύ κοντά στο άλλο, σουβλερή μύτη. Η κυρία Λόνγκο ήταν μια ξανθιά γυναικάρα, επιβλητική, αλλοίθωρη, στομφώδης, μεγαλόστηθη, γλυκανάλατη, επιτηδευμένη, προστατευτική και αξιοπρεπής. Η κυρία Κούρτο είχε πέντε μικρά παιδιά και δεν ήξερε να μιλήσει γι ' άλλο θέμα. Η κυρία Λόνγκο δεν είχε παιδιά, αλλά, σ' αντιστάθμισμα, πήγαινε σε θεατρικές παραστάσεις, προστάτευε μουσικούς, ζωγράφιζε ακουαρέλλες και απάγγελλε στίχους. Η κυρία Κούρτο ντυνόταν κατά προτίμηση στα μαύρα και φορούσε στα πόδια της μεγάλα παπούτσια που έμοιαζαν με παντόφλες και στο κεφάλι της περίπλοκα και δίχως σχήμα καπέλα στολισμένα με πέπλα και χάντρες. Η κυρία Λόνγκο θα μπορούσες να πεις ότι ντυνόταν πάντοτε επίσημα, σε τόνους βιολετί ή πράσινους. Όλες αυτές οι διαφορές συντελούσαν ώστε στην κυρία Κούρτο, που μόλις είχε φτάσει από την επαρχία, η κυρία Λόνγκο να φαίνεται σαν ένα είδος συμβόλου, μια ενσάρκωση της πρωτευουσιάνικης κομψότητας. Και το σαλόνι της σαν ένας τόπος πιο ιερός από ναό και πιο μυστηριώδης από τα άδυτα ενός μαντείου.

Αυτή η γεμάτη φόβο και θαυμασμό αμηχανία δεν εμπόδιζε την κυρία Κούρτο να έχει το σχέδιό της σχετικά με την επίσκεψη που ετοιμαζόταν να κάνει. Το σχέδιο αυτό στηριζόταν στη σταθερή απόφαση να παρατηρήσει και, όσο της ήταν δυνατόν, ν' αποτυπώσει στη μνήμη, όλα όσα η κυρία Λόνγκο θα έκανε ή θα έλεγε, καθώς και όλα εκείνα τα αντικείμενα τα οποία θα της φαίνονταν αξιοσημείωτα στο σπίτι της κυρίας Λόνγκο. Είπαμε πως η κυρία Κούρτο ήταν επαρχιώτισσα·πρέπει να προσθέσουμε πως η καταγωγή της ήταν ταπεινή και η ανατροφή της στοιχειώδης. Συνεπώς, υπήρχε μέσα της μια διαρκής, ενοχλητική αμφιβολία σχετικά με τους κανόνες της κοσμικής ζωής, που είναι τόσο απαραίτητοι για τη γυναίκα ενός υπαλλήλου τραπέζης, ο οποίος επιθυμεί να κάνει καριέρα. Έπρεπε να απλώσει πρώτη το χέρι σ' έναν κύριο ή να περιμένει να το προτείνει εκείνος; Να φυσήξει τη μύτη της φανερά ή να γυρίσει το κεφάλι; Να καπνίσει ή να μην καπνίσει; Να σταυρώσει τα πόδια; Να βγάλει τα γάντια; Να σηκώνεται όρθια για κάθε νέο πρόσωπο που έμπαινε; Να βουτήξει τα μπισκότα στο τσάι ή να τα φάει σκέτα; Και, με την ευρύτερη έννοια της καλής ανατροφής, πώς σερβίρεται το τσάι; Με γλυκίσματα ή με μπισκότα; Πώς επιπλώνεται ένα σπίτι; Τι είδους κουρτίνες κρεμάνε στα παράθυρα του σαλονιού; Στα παράθυρα της τραπεζαρίας; Πώς πρέπει να είναι ντυμένη η καμαριέρα; Τι φόρεμα φοριέται στις πέντε το απόγευμα, όταν δέχεσαι τις φίλες σου; Και τα λοιπά, και τα λοιπά. Η κυρία Κούρτο ήλπιζε ότι, κατά τη διάρκεια της επίσκεψης, η οικοδέσποινα με την παρουσία της και μόνο θα έδινε μια βουβή απάντηση σ' όλες αυτές τις αμφιβολίες.
Άλλη ελπίδα της κυρίας Κούρτο, στην ψυχή της οποίας αυτή η επίσκεψη σήμαινε την εκπλήρωση όλων της των φιλοδοξιών, που έμεναν μέχρι τότε απωθημένες, ήταν πως η κυρία Λόνγκο θα είχε καλέσει εκείνη τη μέρα και μερικές φιλενάδες της, εξίσου κομψές και κοσμικές. Είναι αλήθεια πως δεν ήταν Παρασκευή, μέρα που η Λόνγκο συνήθως δεχόταν, θα μπορούσε, όμως, για να τιμήσει την Κούρτο, να είχε καλέσει μερικές από εκείνες τις φιλενάδες της που ήταν τόσο διάσημες στους κύκλους της τράπεζας. Την κυρία Σγκρόι, για παράδειγμα, την κυρία Πεντούλλο, την κυρία Μποφφέ. Εάν αυτές οι κυρίες, οι οποίες, με τη σειρά τους, δέχονταν κάποια μέρα της εβδομάδας στο σπίτι τους, ήταν παρούσες, η Κούρτο ήταν σχεδόν σίγουρη ότι θα εξασφάλιζε τουλάχιστον δύο προσκλήσεις. Κι έτσι, από πρόσκληση σε πρόσκληση…
Αλλά αυτή η τελευταία ελπίδα διαψεύστηκε οικτρά. Η Λόνγκο την δέχτηκε σ' ένα μισοσκότεινο σαλονάκι, γεμάτο όπλα, τάπητες κρεμασμένους στους τοίχους και σκαλιστά έπιπλα που η Κούρτο έκρινε ότι ήταν ανατολίτικα. Το σαλόνι όπου ελάμβαναν χώρα οι διάσημες δεξιώσεις παρέμενε ωστόσο κλειστό και σκοτεινό μέσα απ' τις διπλές, τζαμωτές πόρτες. Ντυμένη ολόκληρη στα κόκκινα, μ ' ένα ψεύτικο τριαντάφυλλο στο βαθύ της ντεκολτέ, η οικοδέσποινα φάνηκε στην Κούρτο ευγενική και προστατευτική, αλλά απόμακρη. Κάθισαν η μία απέναντι στην άλλη, στις άκρες ενός σοφά, κάτω από το απαλό φως της λάμπας, που ήταν κι αυτή ανατολίτικης προέλευσης. Κι αμέσως άρχισαν να φλυαρούν.
Αν εξαιρέσουμε την απογοήτευση από την απουσία των φιλενάδων, η κυρία Λόνγκο δεν διέψευσε τις ελπίδες της επισκέπτριας. Ρουφώντας το τσάι κι απαντώντας στις φιλόφρονες και κάπως αδιάφορες ερωτήσεις της Λόνγκο σχετικά με το σπίτι, τα παιδιά, τον σύζυγο, τίς διακοπές κι άλλα παρόμοια συμβατικά ζητήματα, η Κούρτο μπόρεσε να κάνει πολλές χρήσιμες παρατηρήσεις. Η Λόνγκο σταύρωνε τις εύρωστες γάμπες της κάτω απ' το βελούδινο φόρεμα, χρώματος κερασί. Δεν βουτούσε τα μπισκότα αλλά τα δάγκωνε, ανασηκώνοντας κάπως τα χείλη. Δεν φυσούσε τη μύτη της (είναι όμως αλήθεια ότι δεν έμοιαζε συναχωμένη). Κάθε τόσο τακτοποιούσε με νωθρό χέρι τα ξανθά, φουσκωτά της μαλλιά, που ήταν χτενισμένα σύμφωνα με την παλιά μόδα. Όταν ρώτησε την Κούρτο αν θέλει το τσάι δυνατό ή ελαφρύ, της έβαλε αδιάφορα το χέρι πάνω στο γόνατο, χειρονομία φιλική και εγκάρδια. Μιλούσε χαμηλόφωνα χωρίζοντας τις συλλαβές και σφίγγοντας τα δόντια. Φέρνοντας το φλυτζάνι στα χείλη της ανασήκωνε ελαφρά το μικρό της δάχτυλο, που ήταν στολισμένο με μια μεγάλη πράσινη πέτρα. Για να φτύσει το κουκούτσι του κερασιού που περιείχε ένα σοκολατάκι κάλυπτε το στόμα με το χέρι. Με το τσάι πρόσφερε γλυκά και αλμυρά μπισκότα, αλλά όχι γλυκίσματα. Κάπνιζε συνεχώς από μια πολύ μακριά πίπα, κόκκινη (ίσως για να συνδυάζεται με το χρώμα του φορέματος), κι έβγαζε τον καπνό από τη μύτη. Χρησιμοποιούσε για να πει τασάκι, την προφανώς ξένη λέξη sandrié…
Όσον αφορά στο σπίτι, εκτός από τα σκαλιστά έπιπλα που η επισκέπτρια έβρισκε υπερβολικά εξωτικά και, πάντως, ταιριαστά για μια κυρία κάπως εκκεντρική, όπως ήταν η Λόνγκο, η Κούρτο σημείωσε ότι οι κουρτίνες στα παράθυρα ήταν κόκκινες, με πλισέδες, ότι έφταναν μέχρι τη μέση του παραθύρου, στερεωμένες με δύο μπρούτζινες βέργες, τη μία επάνω και την άλλη κάτω, και ότι το χρώμα τους ήταν το δαμασκινί χρώμα των τοίχων. Ότι υπήρχαν τασάκια στερεωμένα με κορδέλλες στα μπράτσα απ' τις πολυθρόνες. Ότι μια κούκλα ντυμένη αλά τούρκα στεκόταν καθισμένη στο βάθος του σοφά, επάνω σ' ένα σωρό πολύχρωμα μαξιλάρια. Ότι το τραπεζάκι όπου σέρβιραν το τσάι είχε ρόδες ώστε να μπορείς να το σπρώχνεις όπου θέλεις. Και δεκάδες αλλά τέτοια μικροπράγματα.
Αλλά ο μεγαλύτερος νεωτερισμός και, ταυτοχρόνως, εκείνος που προκάλεσε στην Κούρτο τη μεγαλύτερη αμηχανία, ήταν το περιστατικό με τον κροκόδειλο. Μόλις είχαν καθίσει όταν το θηρίο, σπρώχνοντας με τη μουσούδα του την πόρτα που έβγαζε στο διάδρομο, στάθηκε μπροστά στο σαλονάκι. Στην αρχή της Κούρτο της ήρθε να δείξει στην οικοδέσποινα το τέρας. Αλλά η Λόνγκο καθόταν ακριβώς απέναντι από την πόρτα και δεν ήταν δυνατόν να μην είχε δει το ερπετό. Πολύ περισσότερο που με δύο σερνάμενα βήματα το θηρίο είχε φτάσει ν' αγγίζει, με το ρύγχος σηκωμένο, το πόδι της Λόνγκο .Έβγαλε, λοιπόν, η Κούρτο το συμπέρασμα πως ο κροκόδειλος ήταν του σπιτιού, κι επειδή της φάνηκε πως δεν ήταν ευγενικό να επιστήσει την προσοχή της οικοδέσποινας σ' ένα πράγμα που εκείνη η ίδια έδειχνε ότι ήθελε να αγνοήσει, σώπασε και συνέχισε να ρουφάει, σα να μη συνέβαινε τίποτα, το τσάι της. Στο μεταξύ ο κροκόδειλος, πάντοτε μ' εκείνο το συρτό, μεγαλοπρεπές βάδισμα, τριγύριζε γύρω απ' τη Λόνγκο και σηκωνόταν όρθιος, στηριγμένος στην ουρά και στα πισινά του πόδια. Η Κούρτο είδε τότε την κυρία Λόνγκο, μ ' εκείνη την τυχαία και αδιάφορη χειρονομία με την οποία, συζητώντας ακόμα, ρίχνουμε στην πλάτη μας μια γούνα παρατημένη στη ράχη της πολυθρόνας, ν ' απλώνει τα χέρια και να βοηθά τον κροκόδειλο να εφαρμόσει με την κοιλιά στην πλάτη της, γραπώνοντας με τα τέσσερα πόδια του τους βραχίονες και τα πλευρά της. Όλα αυτά έγιναν με τις κινήσεις του σώματος και τις άνετες χειρονομίες με τις οποίες, ακριβώς, τακτοποιούμε πάνω στην πλάτη μας κάποιο ζεστό ρούχο. Έπειτα, αφού σιγουρεύτηκε ότι ο κροκδειλος δεν θα της έπεφτε απ ' την πλάτη, η Λόνγκο στράφηκε με λεπτότητα στην επισκέπτριά της και τη ρώτησε αν ήθελε άλλο τσάι. Η Κούρτο περίμενε, βέβαια, κάποια παραξενιά από μια κυρία φανερά εκκεντρική, όπως ήταν η Λόνγκο. Αλλά αυτό με τον κροκόδειλο ξεπερνούσε κάθε της πρόβλεψη. Για μια στιγμή, έμεινε μ ' ανοιχτό το στόμα. Μα η ερώτηση της Λόνγκο, αποσπώντας την απ' την κατάπληξη που ένιωθε, την έκανε να ντραπεί για τη στάση της, που ήταν τόσο αφελής κι επαρχιώτικη. Αν η Λόνγκο, με τον αέρα ότι έκανε κάτι απολύτως φυσικό, έριχνε στην πλάτη της έναν ζωντανό κροκόδειλο, γιατί αυτή έπρεπε να 'ναι τόσο χωριάτα, ώστε να μένει κατάπληκτη; Γεμάτη ντροπή έσκυψε μπροστά κι απάντησε βιαστικά ότι ασφαλώς επιθυμούσε ακόμα ένα φλυτζάνι από εκείνο το υπέροχο τσάι. Και, με το σκοπό να κρύψει τη σύγχυσή της, πρόσθεσε κάποιο κοπλιμέντο σχετικά με το αφέψημα, ρωτώντας την κυρία Λόνγκο πού το έβρισκε κι αν ήταν δυνατόν να της προμηθεύσει ένα πακέτο.
Κατόπιν, σ' όλη τη διάρκεια της επίσκεψης, ο κροκόδειλος δεν κουνήθηκε πια, μένοντας, όπως είπαμε, όρθιος πάνω στη δυνατή ουρά, με τα τέσσερα πόδια γραπωμένα από τα πλευρά και τους ώμους της κυρίας Λόνγκο και το τριγωνικό κεφάλι σηκωμένο ψηλά, πάνω από το κεφάλι της. Η Λόνγκο σηκώθηκε μια δυο φορές για να σερβίρει το τσάι με τον κροκόδειλο πίσω της - παράξενο θέαμα, και μάλιστα επειδή ο κροκόδειλος ανήκε σ' ένα είδος πολύ μεγάλο, καθώς από την άκρη του ρύγχους μέχρι την άκρη της ουράς ασφαλώς δεν ήταν μικρότερο από τρία μέτρα. Έτσι, ενώ με το κεφάλι σχεδόν έξυνε το ταβάνι, με την ουρά, πίσω από τις φτέρνες της Λόνγκο, σάρωνε το πάτωμα. Αλλά η Λόνγκο τριγύριζε μεγαλοπρεπής μέσα στο σαλονάκι με το τέρας γραπωμένο στην ημίγυμνη πλάτη της χωρίς να φαίνεται να ενοχλείται. Τώρα πια η Κούρτο σκεφτόταν όλο και περισσότερο ότι αυτό το πράγμα με τον κροκόδειλο θα 'πρεπε να 'ναι η τελευταία ιδιότροπη μόδα, την οποία, καθώς ήταν απομονωμένη στην απόκεντρη πολυκατοικία της, δεν είχε πάρει είδηση. Κι όσο το σκεφτόταν, τόσο της φαινόταν πως αυτός ο νεωτερισμός έκρυβε πολλά πλεονεκτήματα: με την επιβλητικότητά του ο κροκόδειλος, φορεμένος έτσι, πώς το λένε, κολάκευε, κι ειδικά άτομα μεγαλόσωμα, όπως η Λόνγκο. Εξάλλου, προστάτευε την πλάτη από τα ρεύματα, μεγάλο πλεονέκτημα. Κι έπειτα, μήπως δεν έφτιαχναν παπούτσια από κροκόδειλο; Από τα παπούτσια στο θηρίο, ολόκληρο και ζωντανό, η απόσταση δεν ήταν παρά ένα βήμα. Μοναδική δυσκολία, ενδεχομένως, το κόστος. Με την τρέχουσα τιμή του κροκόδειλου, σκεφτόταν η Κούρτο, δε θα 'πρεπε να 'ταν μικρό έξοδο για την Λόνγκο να προμηθευτεί ένα ζώο τέτοιων διαστάσεων. Κι έπειτα, έπρεπε να λάβεις υπόψη σου τη διατροφή του θηρίου, που ήταν ολοφάνερα λαίμαργο. Η Κούρτο συνέλαβε έκπληκτη τον εαυτό της ν ' αναστενάζει με τη σκέψη πως αυτή, με τον πενιχρό μισθό του άντρα της, δε θα μπορούσε ποτέ ν' αποκτήσει, όχι κροκόδειλο, αλλά ούτε μεγάλη σαύρα.
Η Λόνγκο, διαπιστώνοντας ότι λείπει το λεμόνι, σήμανε το κουδούνι για την υπηρέτρια. Και η φιλοξενούμενη, σε μια τελευταία έξαρση σκεπτικισμού, περίμενε, όχι χωρίς αγωνία, να προβάλει η κοπέλα στην πόρτα: ήθελε να δει τι εντύπωση θα της έκανε αυτή η υπόθεση με τον κροκόδειλο.Όμως η καμαριέρα, μια γεροδεμένη κοπέλα από το Φρίουλι, της οποίας το ανοιχτό, μαύρο φόρεμα μόλις σκέπαζε τα δυνατά και μυώδη μέλη, είχε κι αυτή τον κομψό της κροκόδειλο στην πλάτη. Η Κούρτο όφειλε να συνθηκολογήσει με την ολοφάνερη αλήθεια: επρόκειτο, ασφαλώς, για την τελευταία μόδα. Δεν μπόρεσε όμως να μη σκεφτεί πως η Λόνγκο το παράκανε. Ήταν, πραγματικά, επίδειξη κακού γούστου να επιτρέπει σε μια υπηρέτρια να φοράει τα ίδια στολίδια με τ' αφεντικά. Ο κροκόδειλος της υπηρέτριας ήταν πολύ μικρότερος από τον κροκόδειλο της Λόνγκο. Τόσο μικρός που, όταν στεκόσουν απέναντί της πρόσωπο με πρόσωπο, δε φαινόταν, και φανερωνόταν μόνο όταν γύριζε την πλάτη. Ένας κροκόδειλος μόλις μεγαλύτερος από μια πράσινη σαύρα ασυνήθιστων διαστάσεων, αν και φαρδύτερος και πιο ογκώδης, θα 'λεγες, ένας κροκόδειλος-μωρό. Γραπωνόταν με ένα είδος τρυφερότητας από την ευκίνητη ράχη του κοριτσιού, με τη φολιδωτή ουρά ανάμεσα στους γλουτούς της και το μυτερό μουσούδι του χωμένο στο σβέρκο της, κάτω από τον κότσο των μαλλιών. Ίσως ήταν αποφόρι, σκέφτηκε η Κούρτο, και η κυρά, αφού τον φόρεσε κάμποσο καιρό, τον βαρέθηκε και τον χάρισε στην υπηρέτρια. Αλλά οι αναλογίες του, παρόμοιες μ ' εκείνες της μικρής και χαριτωμένης ποδιάς που είχε δεμένη η κοπέλα από το Φρίουλι στη σφριγηλή της μέση, σ' έκαναν μάλλον να σκεφτείς ότι η Λόνγκο τον είχε αγοράσει επίτηδες για την υπηρέτρια. «Σπατάλες μεγάλης κυρίας», σκέφτηκε η Κούρτο με φθόνο.
Όταν βγήκε η υπηρέτρια, η Λόνγκο της έπλεξε το εγκώμιο. Όμως η Κούρτο ήθελε να της δώσει να καταλάβει ότι αποδοκίμαζε κάποιες υπερβολικές και επιζήμιες παραχωρήσεις, όπως αυτή με τον κροκόδειλο. Κι απάντησε πως πρέπει να είναι κανείς προσεκτικός και να μην ανοίγεται πολύ με το υπηρετικό προσωπικό. Διαφορετικά, καταλήγουν να πάρουν αέρα και, το χειρότερο, δεν κάνουν πια τίποτα. Ειδικά με τα δώρα, κατέληξε η Κούρτο, έπρεπε κανείς να πηγαίνει σιγά, πολύ σιγά. Η Λόνγκο απάντησε πως το σύστημά της ήταν να μεταχειρίζεται τις υπηρέτριες σαν να 'τανε μέλη της οικογένειας.
Η Κούρτο δεν ήλπιζε βεβαίως ότι θα ήταν ποτέ σε θέση να αγοράσει έναν κροκόδειλο και μάλιστα τέτοιων διαστάσεων. Ήθελε όμως να τον παρατηρήσει όσο το δυνατόν καλύτερα, για να μπορέσει έπειτα να φλυαρήσει στον άντρα της και στις φιλενάδες της. Ο κροκόδειλος στεκόταν ακίνητος, με το πελώριο τριγωνικό κεφάλι του στραμμένο στο ταβάνι, σχεδόν σα να 'θελε, μ' εκείνη τη στοματάρα, να τραγουδήσει κάποιο παθητικό τραγούδι. Ο άσπρος του λαιμός, ελαφρά παλλόμενος, έδινε στα ξανθά μαλλιά της Λόνγκο ένα σχεδόν γκρίζο φόντο και δεν μπορούσες ν ' αρνηθείς πως το αποτέλεσμα ήταν ευχάριστο. Ενοχλητική, αντίθετα, θα 'πρεπε να 'ναι η πίεση των τεσσάρων ποδιών με τα οποία, το θηρίο γραπωνόταν από τους ώμους και τα πλευρά της Λόνγκο. Φαινόταν καθαρά οι νυχάρες, που ήταν σαν κέρατα, εκείνων των βατραχοειδών ποδιών να βυθίζονται στο ώριμο και μαλακό σώμα της γυναίκας. Φαινόταν επίσης οι πτυχές του βαθυκόκκινου βελούδου του φορέματος, οι δίπλες που σχημάτιζε η συμπιεσμένη σάρκα. Εκτός από τους μώλωπες, σκέφτηκε η Κούρτο, τι καταστροφή για τα ρούχα. Συλλογίστηκε όμως ότι για δεκαετίες φοριόνταν οι πολύ στενοί και ανθυγιεινοί κορσέδες με τις μπανέλες. Και πως, στο κάτω κάτω της γραφής, άξιζε τον κόπο να υποφέρεις μερικά βάσανα προκειμένου ν' ακολουθήσεις τη μόδα. Ζωηρή εντύπωση, αντίθετα, έκανε η ανασηκωμένη, φολιδωτή ουρά, πράσινη, διάστικτη από μαύρες κηλίδες, δυνατή και τριγωνική, που σερνόταν νωθρά στο πάτωμα με ελικοειδείς κινήσεις. Αλλά η ομορφιά της νέας μόδας φαινόταν κυρίως όταν η Λόνγκο τριγύριζε μέσα στο σαλονάκι. Με τον κροκόδειλο, η θωρακισμένη πλάτη του οποίου τη διπλασίαζε σε όγκο, συν το πάχος του σώματος, η Λόνγκο σ' έκανε να σκεφτείς ένα δράκο, διατηρώντας με μεγάλη απλότητα μια πολύ μοντέρνα γραμμή, γεμάτη εκκεντρική φαντασία. Η Κούρτο, υποψιασμένη, ρώτησε την Λόνγκο αν βρέθηκε πρόσφατα στο Παρίσι και, παίρνοντας την απάντηση ότι μόλις είχε επιστρέψει, πείστηκε ότι από εκεί προερχόταν αυτός ο μοναδικός και, κατά βάθος, ριψοκίνδυνος νεωτερισμός. Μεγάλος άθλος, δεν μπόρεσε να μη σκεφτεί η Κούρτο με μια έκρηξη ζήλειας, γνωρίζοντας πως στο Παρίσι κάθε μέρα επινοούσαν καινούργιες μόδες, μεγάλος άθλος στ' αλήθεια ν' ακολουθείς τη μόδα όταν έχεις τη δυνατότητα να κάνεις επί τούτου το ταξίδι στη γαλλική πρωτεύουσα.
Μια άλλη περιέργεια που βασάνιζε την Κούρτο, ήταν να μάθει τι έκανε η Λόνγκο όταν έβγαινε. Όπως συμβαίνει και με ορισμένα ψηλά καπέλα, ο κροκόδειλος θα 'πρεπε να 'ναι μεγάλο εμπόδιο στο λεωφορείο, στο τραμ και, γενικά, σε κάθε στενόχωρο και πολυσύχναστο περιβάλλον. Είναι αλήθεια πως η Λόνγκο είχε αυτοκίνητο και είναι γνωστό πως όταν έχεις αυτοκίνητο σου επιτρέπονται πολλά πράγματα που, για τους κακομοίρηδες που πάνε με τα πόδια, είναι απαγορευμένα. Παρ 'όλα αυτά, και με το αυτοκίνητο ο κροκόδειλος παρέμενε μια μόδα κάπως προβληματική. Για να φορέσεις τον κροκόδειλο έπρεπε ή να στέκεσαι όρθιος ή να κάθεσαι σε σκαμνί χωρίς ράχη, με τέτοιο τρόπο ώστε να επιτρέπεις στο θηρίο να γραπώνει καλά το σώμα και ν ' ακουμπάει μ' όλη του την άνεση την ουρά του στο έδαφος. Αλλά μέσα στο αυτοκίνητο; Καθόταν μήπως η Λόνγκο επάνω στον κροκόδειλο βάζοντας τη χοντρή ουρά ανάμεσα στα πόδια της; Κι ο κροκόδειλος δεν έσκαγε; Η Κούρτο κατέληξε στην υπόθεση πως, είτε η Λόνγκο δεν φορούσε τον κροκόδειλο παρά μονάχα στο σπίτι, είτε, όταν έβγαινε, τον παρέδιδε στον σωφέρ και τον φόραγε κάθε φορά που κατέβαινε από το αυτοκίνητο. Εξάλλου, σκέφτηκε η Κούρτο, κανείς δε θα σκεφτόταν να μπει στο τραμ ή να πάει στον κινηματογράφο με επίσημο ένδυμα, με διάδημα, ντεκολτέ και μακριά ουρά. Ολοφάνερα, ο κροκόδειλος δε φοριόταν παρά το βράδυ, σε έκτακτες περιπτώσεις, στην όπερα ή σε χορούς. Δε θα μπορούσες όμως ν ' αρνηθείς ότι και το πρωί, στον κήπο ή στον χώρο ιππασίας, ένας κροκόδειλος μικρότερων διαστάσεων, όμοιος, για παράδειγμα, μ ' εκείνον που φορούσε η υπηρέτρια, φορεμένος με χάρη στη ζακέτα ενός ταγιέρ χρώματος καφεκίτρινου, θα 'πρεπε να 'ναι αληθινό στολίδι. Όλα αυτά η Κούρτο τα στριφογύριζε στο μυαλό της χωρίς όμως να τα εκμυστηρεύεται στην Λόνγκο, την οποία δεν αισθανόταν ακόμα αρκετά οικεία για να της ανοιχτεί. Αλλά, υποσχέθηκε στον εαυτό της, όταν θα γίνονταν φιλενάδες, θα ικανοποιούσε πλήρως την περιέργειά της. Και, ποιος ξέρει, ίσως η Λόνγκο, που φαινόταν γενναιόδωρη, να της εξασφάλιζε από τον προμηθευτή της σε χαμηλή τιμή έναν κροκόδειλο, μακάρι κι από δεύτερο χέρι.
Το μόνο πραγματικό μειονέκτημα της νέας μόδας φαινόταν στην Κούρτο το γεγονός πως κάθε τόσο ο κροκόδειλος, χωρίς να λασκάρει την πίεση των ποδιών του, χασμουριόταν ανοίγοντας διάπλατα το τεράστιο, γεμάτο δόντια, στόμα του και το ξανάκλεινε απότομα, μ' έναν ξερό ήχο αρκετά δυσάρεστο. Χωρίς να υπολογίσουμε πως σε κάθε χασμουρητό ολόκληρο το σώμα της Λόνγκο τρανταζόταν: πραγματικός σεισμός. Ίσως ο κροκόδειλος πεινούσε, σκέφτηκε η Κούρτο, ή, απλούστατα, βαριόταν. Το μειονέκτημα, εξάλλου, δεν ήταν πολύ σοβαρό. Αρκούσε, πράγματι, να βάλεις στο θηρίο ένα φίμωτρο, ίδιο μ' αυτό, που βάζουν στα σκυλιά. Είναι αλήθεια, όμως, πως η ομορφιά του κροκόδειλου θα μειωνόταν έτσι αισθητά.
Είχε περάσει σχεδόν μία ώρα. Και η Κούρτο, που φρόντιζε να τηρεί τους κανόνες καλής συμπεριφοράς, σηκώθηκε για να φύγει. Θα 'θελε να ζητήσει από την Λόνγκο μερικές πληροφορίες σχετικά με τον κροκόδειλο, αλλά δεν έβρισκε το κουράγιο. Μεγαλοπρεπώς, κουβαλώντας πάντοτε το πελώριο ερπετό, του οποίου η ουρά ξεπερνούσε τις φτέρνες της σωστό μισό μέτρο, η Λόνγκο προπορεύτηκε στο διάδρομο που οδηγούσε στην έξοδο. Σ' αυτό το σημείο η Κούρτο δεν κατόρθωσε ν' αντισταθεί σ' έναν πειρασμό έτσι κι αλλιώς συγχωρητέο, και, σκύβοντας μπροστά, άγγιξε την πλάτη του θηρίου. Ήλπιζε να μη γίνει αντιληπτή, αλλά σκόνταψε σ' εκείνη την καταραμένη ουρά κι έπεσε μπροστά, με τη μύτη μέσα στις φολίδες, μένοντας σχεδόν με κομμένη την αναπνοή από τη δριμύτατη βρώμα που απέπνεαν. «Προσοχή», προειδοποίησε η Λόνγκο χωρίς να στραφεί, «δεν υπάρχει αρκετό φως σ' αυτόν το διάδρομο».
Αποχαιρετήθηκαν στον προθάλαμο. Η υπηρέτρια, με τον κροκόδειλο της γραπωμένο στην πλάτη, άνοιξε την πόρτα. Αλλά η Λόνγκο δεν είπε στην Κούρτο να πάει να την ξαναδεί. Κι αυτή, φεύγοντας, δεν μπόρεσε παρά να αποδώσει αυτήν την ψυχρολουσία στη φτώχια της γκαρνταρόμπας της. «Αλλά αν ο άντρας μου καταφέρει και πάρει προαγωγή», σκέφτηκε πηγαίνοντας με τα πόδια στη στάση του λεωφορείου, «θα πάρω κι εγώ τον κομψό μου κροκόδειλο… καί τότε θα τα πούμε, αγαπητή κυρία Λόνγκο…».

Αποχαιρετήθηκαν στον προθάλαμο. Η υπηρέτρια, με τον κροκόδειλο της γραπωμένο στην πλάτη, άνοιξε την πόρτα. Αλλά η Λόνγκο δεν είπε στην Κούρτο να πάει να την ξαναδεί. Κι αυτή, φεύγοντας, δεν μπόρεσε παρά να αποδώσει αυτήν την ψυχρολουσία στη φτώχια της γκαρνταρόμπας της. «Αλλά αν ο άντρας μου καταφέρει και πάρει προαγωγή», σκέφτηκε πηγαίνοντας με τα πόδια στη στάση του λεωφορείου, «θα πάρω κι εγώ τον κομψό μου κροκόδειλο… καί τότε θα τα πούμε, αγαπητή κυρία Λόνγκο…».


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου