10.11.14

Ο «ΕΥΡΩΠΑΪΣΤΗΣ» ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ



μεγάλος Κερκυραῖος Διπλωμάτης καί Πολιτικός Ἱ. Καποδίστριας (1776-1831) μπορεῖ νά ἀποκληθεῖ «κορυφαῖος εὐρωπαϊστής τῶν νεωτέρων χρόνων»; Ἡ ἀπάντηση στό ἐρώτημα αὐτό προϋποθέτει ἀποσαφήνιση τῶν ἀκολούθων ὑποερωτημάτων: Ποιά ἦταν ἡ Εὐρώπη στήν ἐποχή τοῦ Καποδίστρια· πῶς ἔβλεπε ὁ Καποδίστριας τήν Εὐρώπη καί ποῦ ἐδραιωνόταν ἡ δράση του μέσα σ’ αὐτήν. Ποῦ δηλαδή ἐντοπιζόταν τό ἀφετηριακό σημεῖο τῶν διπλωματικῶν καί πολιτικῶν ἐνεργειῶν του.

1. Ὁ μεγαλειώδης ρόλος του στόν Εὐρωπαϊκό χῶρο
Εἶναι ἀναμφισβήτητος ὁ μεγαλειώδης ρόλος, πού ἀνέπτυξε ὁ Καποδίστριας στόν εὐρωπαϊκό χῶρο(1), κυρίως ὡς τό 1822, ὄχι μόνο ὡς ἐντεταλμένος ὑπουργός τοῦ τσάρου, ἀλλά καί μέ προσωπική του πρωτοβουλία, γιά τήν ὁποία συχνά χρειαζόταν νά ἀπολογεῖται. Αὐτό δείχνει κάτι περισσότερο ἀπό ἐκτέλεση ἐντολῶν καί ἐφαρμογή ξένων σχεδίων. Μπορεῖ ἀνεπιφύλακτα νά κληθεῖ μέγας εὐεργέτης τῆς Εὐρώπης, διότι χάραξε τήν προοπτική γιά μιά «προοδευτική τάξη πραγμάτων»(2) στόν εὐρωπαϊκό χῶρο. Δέν εἶναι ὑπερβολή, ἄν λεχθεῖ, ὅτι «ὠργάνωσε τήν Εὐρώπη ὁλόκληρη»(3). Ἀπό τό συνέδριο τοῦ Ἄαχεν (1818) ἀναδεικνύεται ὑπερασπιστής τῶν μικρῶν ἐθνῶν καί ἀγωνιστής γιά τήν ἀποεξάρτησή τους ἀπό τίς Μεγάλες Δυνάμεις. Στό ἴδιο συνέδριο (18.10.1818) προσφέρει «προσχέδιο γιά μιά πανευρωπαϊκή συνεργασία» γιά τήν εἰρήνευση καί τήν πολιτική ἑνότητα τῆς Εὐρώπης. Ἡ φιλοδοξία του ἦταν νά συμβάλει στή δημιουργία μιᾶς νέας τάξεως πραγμάτων, ὅπως ὁ ἴδιος «καυχᾶται»(4), δηλώνοντας ὅτι μετέσχε «εἰς τό μέγα ἔργον τῆς ἀνορθώσεως τοῦ εὐρωπαϊκοῦ συστήματος». Τό μήνυμά του ἦταν, ὅτι ὑπάρχει «μία κοινή πατρίδα, ἡ Εὐρώπη». Ἡ συνείδηση αὐτή τοποθετεῖ τόν Καποδίστρια ἀστασίαστα στήν ἐποχή μας.

2. Ἡ Εὐρώπη τῆς ἐποχῆς τοῦ Καποδίστρια
Ποιά ἦταν ὅμως πολιτιστικά ἡ Εὐρώπη τῆς ἐποχῆς τοῦ Καποδίστρια; Ἡ Εὐρώπη, καί τότε καί σήμερα, εἶναι ἔννοια πνευματική καί πολιτιστική, πρίν νά εἶναι ἔννοια πολιτική καί γεωγραφική. Τό πρόβλημα τῆς ἐνοποιήσεως τοῦ εὐρωπαϊκοῦ χώρου ἦταν καί τότε, ὅπως καί σήμερα, πνευματικό καί πολιτιστικό περισσότερο, ἀπ’ ὅσο πολιτικό καί οἰκονομικό. Ἡ Εὐρώπη, ὡς συγκεκριμένη πολιτιστική φανέρωση, ταυτίζεται μέ αὐτό πού ἐκφράζει στήν πνευματική του διάσταση ὁ ὅρος «Δύση»(5). Στή συνείδηση τοῦ ἀνθρώπου τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολῆς ὁ ὅρος αὐτός ἐνσαρκώνει μιάν ἄλλη ἀφετηριακή στάση ζωῆς ἀπέναντι στόν κόσμο, τόν ἄνθρωπο, τήν κοινωνία, τήν ἱστορία. Ἕνα τρόπο ὑπάρξεως, πού διαμορφώθηκε μέσα ἀπό ἐπανα­στατικά ρήγματα καί ὀξεῖες διαλεκτικές διαδικασίες (Ἀναγέννηση-Μεταρρύθμιση-Διαφωτισμός μέ κο­ρύφωση τή Γαλλική Ἐπανάσταση). Ἀντίθετα πρός τήν πολιτιστική ἑνότη­τα τῆς Ἀνατολῆς, ὁ εὐρωπαϊκός χῶ­ρος ζοῦσε (καί ζεῖ) σέ μιά πολυδιά­σπα­ση, πού ἐκφραζόταν ὡς ἀγεφύ­ρωτο χάσμα ἀνάμεσα στή μετά τό 1789 νέα τάξη πραγμάτων καί τόν κό­σμο τῆς «ἱερᾶς Συμμαχίας», πού διαιώνιζε τήν παλαιά μεσαιωνική καί ρατσιστική κοινωνία, τά κατάλοιπα τῆς ὁποίας ἐπιβιώνουν ὡς σήμερα στήν Εὐρώπη (κληρονομική διαδοχή στή κεφαλή τῆς Πολιτείας καί ὁ παπικός θεσμός ὡς μεταφυσική καταξίωση τοῦ ἀλάθητου ἀνθρώπου καί τῆς ἀπολυταρχίας(6)). Ἡ ἀνταρσία τοῦ εὐρωπαίου ἀνθρώπου ἐνάντια στό ὑπερβατικό, κινουμένη προοδευτικά ἀπό τό δεϊσμό (Deismus) καί τή «φυσική θρησκεία» στή θεολογία «τοῦ θανάτου τοῦ Θεοῦ»(7), βρίσκεται στούς ἀντίποδες τοῦ ρωμαίϊκου (ὀρθόδοξου) πολιτισμοῦ, πού μπορεῖ νά χαρακτηρισθεῖ πολιτισμός θεώσεως, διότι προσφέρει τή δυνατότητα ἐντάξεως σέ ἕνα τρόπο ζωῆς, πού ὁδηγεῖ στή θέωση. Τά κείμενα τοῦ Μακρυγιάννη καί τοῦ Παπαδιαμάντη παρουσιάζουν τήν ἑνιαία αὐτή συνείδηση τοῦ ἑλληνορθόδοξου κόσμου, πού διέσωζε ἡ κοινωνία τῆς ἐποχῆς τοῦ Καποδίστρια (καί στήν Ἑπτάνησο καί στή Ρωσία) πολύ περισσότερο ἀπό τή δική μας.

3.Ἡ ἡσυχαστική συνείδηση τοῦ Καποδίστρια
Ἡ πνευματική σχέση τοῦ Καποδίστρια μέ τήν πολιτιστική αὐτή διάσταση τῆς Εὐρώπης μπορεῖ νά ἀνιχνευθεῖ μέ τόν κριτικό ἔλεγχο τοῦ φρονήματός του. Τό φρόνημά του, ὡς συνισταμένη τῆς συνειδησιακῆς του ταυτότητας, διαμορφώθηκε κοντά στήν ἠπειρώτισσα μητέρα του (Ἀδαμαντία Γονέμη) καί πρόσωπα, ὅπως ὁ παπα-Ἀνδρέας Ἱδρωμένος (1764-1842)(8) καί οἱ μοναχοί τῆς Μονῆς Πλατυτέρας (Κέρκυρα), πού ἀποτέλεσαν στή νεότητά του τά πνευματικά ἀντισώματα γιά τή μαθητεία του στό λατινικό περιβάλλον τῆς Μονῆς τῆς ἁγίας Ἰουστίνης καί στήν Πάδοβα. Ἡ ἀλληλογραφία του –καί μάλιστα ἡ ἰδιωτική– προσφέρει σχετικές ἐπιβεβαιώσεις πού τόν διαφοροποιοῦν τελείως ἀπό τόν εὐρωπαῖο –ἢ καί τόν Ἕλληνα– διαφωτισμένο ἄνθρωπο τῆς ἐποχῆς του.
Τό 1819 λ.χ. γράφει στόν πατέρα του: «Εἶναι ἔργον μοναδικόν τῆς προστασίας τοῦ Θεοῦ καί τῶν θαυματουργῶν Ἁγίων, πού ἀναξίως ἐπεκαλέσθην μέ δάκρυα εἰλικρινοῦς καρδίας καί ἀφωσιωμένης», προσθέτοντας τή φράση: «πίπτων εἰς τούς πόδας τοῦ θαυματουργοῦ Ἁγίου μας καί τῆς ἀειπαρθένου Πλατυτέρας (δηλ. τῆς Θεοτόκου)»(9). Εἶναι ἔκδηλη ἡ ἡσυχαστική του συνείδηση (πρβλ. τίς ὑπογραμμίσεις μας) σέ ἕνα ἰδιωτικό γράμμα, πού τοῦ ἐπιτρέπει νά ἀποκαλύψει τά μύχια τῆς καρδιᾶς του. Εἶναι δέ γεγονός, ὅτι ἔβλεπε τήν ἱστορική ὕπαρξη τοῦ Γένους ζυμωμένη μέ τήν πίστη. «Ἡ χριστιανική θρησκεία –γράφει σ’ ἄλλη περίπτωση– ἐσυντήρησεν εἰς τούς Ἕλληνας καί γλῶσσαν καί πατρίδα καί ἀρχαίας ἐνδόξους ἀναμνήσεις καί ἐξαναχάρισεν εἰς αὐτούς τήν πολιτικήν ὕπαρξιν, τῆς ὁποίας εἶναι στύλος καί ἑδραίωμα»(10) (πρβλ. Α΄ Τιμ. 3,13). Συνεδύαζε δηλαδή ὁ Καποδίστριας τήν ἀνάσταση καί ἱστορική συνέχεια τοῦ Ἔθνους ὄχι μέ τήν Εὐρώπη καί τήν ὁποιαδήποτε βοήθειά της, ἀλλά μέ τήν παράδοση τοῦ Γένους καί τά πνευματικά ἀποθέματά του. Ἀνάλογα θά δηλώσει στόν J. B. Georges Bory de Saint-Vincent(11): «Πρῶτα εἶμαι Ἕλληνας... γιατί γεννήθηκα σ’ αὐτή τή χώρα... Εἶμαι Ἕλληνας ἀπό πατέρα καί μητέρα· εἶμαι μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, πού μοῦ ἀνέθεσε τήν κυβέρνησιν αὐτοῦ τοῦ πτωχοῦ λαοῦ... Εἶμαι Ἕλληνας ἐκ γενετῆς, ἀπό καθαρή ἀγάπη, ἀπό αἴσθημα, ἀπό καθῆκον καί ἀπό θρησκεία»(12). Ἀπό τό ἴδιο ἑνιαῖο καί ἀδιάπτωτο αὐτό φρόνημα ἐπήγασε καί αὐτό, πού ἔγραφε στίς 20.2.1811 στό Μητροπολίτη Οὐγγροβλαχίας Ἰγνάτιο: «Ἄς παύσῃ ἡ ἀνταπόκρισις μας εἰς τήν γαλλικήν διάλεκτον. Καιρός μετανοίας ἦλθεν... Ὅστις Γραικός πρός Γραικόν γράψῃ εἰς διάλεκτον ἀλλογενῶν κηρύττεται ἀλλογενής»(13). Ἡ ἀποστασιοποίησή του δέ ἀπό τό φραγκικό περιβάλλον τῆς γενέτειράς του εἶναι τόσο ἐμφανής τό 1815, ὥστε νά δικαιώνεται ὁ χαρακτηρισμός του ἀπό τόν συνάδελφο Π. Χριστόπουλο ὡς «ταξικοῦ ἀποστάτου»(14): «Ἡ ἐνετική πολιτεία –παρατηρεῖ ὁ Καποδίστριας– ἐκυβέρνα τάς Ἱονίους Νήσους μέ τό σύστημα τῆς διαφθορᾶς. Οἱ ἀντιπρόσωποι ἐκλέγοντο, ἐκ τῆς κλάσεως (=τάξεως) τῶν εὐγενῶν ἀρχόντων, ἥτις ἦτο ἡ εὐκαταφρονεστέρα, ἀμαθεστέρα καί ἡ μᾶλλον διεφθαρμένη δι’ ἀνηθικότητα καί ἐλεεινότητα... Ἡ πολιτεία τῆς Βενετίας ἐφοβεῖτο τό ἕξοχον τῆς φυσικῆς μεγαλοφυΐας τῶν Ἑλλήνων καί ἐπροσπάθει νά τό καταβάλῃ μέ τήν ἀμάθειαν»(15). Ἦταν εὐγενής στήν καταγωγή, ἀλλά Ρωμηός στήν καρδιά!
Τό δημοκρατικό ἰδεῶδες τοῦ Ἱ. Καποδίστρια δέν γεννήθηκε ἀπό τή σχέση του μέ τήν Εὐρώπη, ἀλλ’ ἦταν ἔκφραση ἐσωτερικῆς πνευματικῆς περιουσίας. «Γνωρίζετε –γράφει τό 1818– ὅτι τό πρόσωπον τοῦ δημοκράτου δύναμαι νά τό ὑποδυθῶ εὐκολώτερον. Τό πρόσωπον τοῦτο εἶναι τό ἰδικόν μου»(16). Διατηρώντας τήν ἀρχαία ἑλληνική ἀρετή, πού διατυπώνει ὁ Πλάτων στήν Ἐπινομίδα του(17) «ὅ,τι περ ἄν Ἕλληνες βαρβάρων παραλάβωσι, κάλλιον τοῦτο εἰς τέλος ἀπεργάζονται», προσέλαβε ἐπιλεκτικά στοιχεῖα ἀπό τήν εὐρωπαϊκή πραγματικότητα, ἀλλ’ ὄχι τήν Εὐρώπη στό σύνολό της.

4. Ὁ Καποδίστριας γνώριζε τίς ἀρρώστιες τῆς Εὐρώπης
Ὁ Καποδίστριας ἐγνώριζε καί τίς ἀρρώστιες τῆς Εὐρώπης, κάτι πού θά τό ἐκφράσει σαφέστερα καί συχνότερα κατά τήν πολιτικήν του δράση στήν Ἑλλάδα. Στό πρόσωπο τοῦ Μέττερνιχ ἀντιμετώπισε τή μεσαιωνική εὐρωπαϊκή τυραννία, πού προσπαθοῦσε νά ἐπιβιώσει. Στό πρόσωπο τοῦ Βοναπάρτη καί τῆς μετεπαναστατικῆς Γαλλίας πολέμησε τήν ἀλλοτριωμένη δημοκρατία, πού ὡς ἀστισμός ὑποκατέστησε τήν κληρονομική ὁλιγαρχία μέ τήν οἰκονομική. Αὐτό ἐκφράζει τό 1815: «Ἔχομεν ἤδη τήν ἀπόδειξιν τούτου εἰς τάς ταχείας ἐπιτυχίας τῆς κακοηθείας καί τῆς δολιότητος τῶν Γάλλων. Δέν εἶναι εἷς μόνον ἀνήρ, τόν ὁποῖον ἡ Εὐρώπη εἶναι ἀποφασισμένη νά πολεμήση· εἶναι μία γενεά ἀνθρώπων χωρίς θρησκείαν, χωρίς τιμήν, χωρίς πατρίδα, χωρίς ἀρχάς, μία γενεά, τήν ὁποίαν πρέπει νά τιμωρήσωμεν καί διορθώσωμεν»(18). Γι’ αὐτό θά ἐπιδιώκει, ἡ νεολαία, πού μέ τή συνδρομή του σπούδαζε στήν Ἑλβετία, «νά σχηματισθῇ πρῶτον ἑλληνιστί εἰς τήν Ἑλλάδα παρά τῶν Ἑλλήνων καί ὄχι ἑλβετιστί ἢ γαλλιστί. Ἡ Ἑλλάς πρέπει πρῶτον νά μορφώνῃ ἑλληνικῶς τήν ἁπαλήν ψυχήν τῶν τέκνων της. Ἡ δέ Εὐρώπη νά τελειοποιῇ ὕστερον τούς ἤδη ἐσχηματισμένους νέους». Ἡ αἰτία δηλώνεται στήν ἑπόμενη φράση: «Οὕτω τό Ἔθνος φυλάττει τόν ἐθνικόν χαρακτῆρά του, δέν νοθεύεται»(19). Ἄν δέν γνωρίζαμε ὅτι τό γράμμα αὐτό ἀνήκει στόν Καποδίστρια, θά μποροῦσε ἀβίαστα νά ἀποδοθεῖ σέ κάποιον ἀπό τούς Κολυβάδες.
Τό φρόνημα αὐτό ἦταν ἡ κινητήρια δύναμη τῆς διπλωματικῆς καί πολιτικῆς δράσεως τοῦ Καποδίστρια, στήν ὁποία παραμένει μόνιμα ἑλληνοκεντρικός, ὅπως θά δηλώσει καί αὐτός ὁ ἰδεολογικά ἀντίπαλός του Σπυρίδων Τρικούπης. «Ὑπέρ τῆς Ἑλλάδος μετῆλθε τήν ρωσσικήν ἐπιρροήν του καί ὄχι ὑπέρ τῆς Ρωσσίας τήν ἑλληνικήν ἀρχήν του»(20). Ἡ εὐρωπαϊκή δράση τοῦ Καποδίστρια ἀναπτυσσόταν παράλληλα μέ τήν ἑλληνική πολιτική του. Τό 1811, ἐνῶ ἐπιλύει τά προβλήματα τῆς Ἑλβετίας, σπουδάζει Ἕλληνες νέους μέ ἔξοδά του (τούς «θετούς υἱούς του», ὅπως τούς ὀνόμαζε). Τό 1814 στό συνέδριο τῆς Βιέννης, ἐνῶ μάχεται ἐναντίον τοῦ Μέττερνιχ, ἱδρύει τή «Φιλόμουσο Ἑταιρεία»(21) γιά τήν προώθηση τῶν ἑλληνικῶν σχεδίων καί προβολή τῆς χώρας του. Στήν κορύφωση τῆς καρριέρας του, ἐξ ἄλλου, δέν θά διστάσει νά διαφωνήσει μέ τόν Τσάρο γιά τό ἑλληνικό ζήτημα καί νά παραιτηθεῖ (1822). Μέ τίς ἐνέργειες αὐτές, ὅπως καί πολλές ἄλλες ἀνάλογες, δίνει τό μέτρο τοῦ Ἕλληνα πολιτικοῦ στήν ἐποχή μας. Θά μποροῦσε νά λεχθεῖ, ὅτι ἀγωνιζόμενος νά εὐεργετήσει τίς μικρές εὐρωπαϊκές ἐθνότητες, δέν ἔπραττε τίποτε περισσότερο ἀπό αὐτό, πού τό ἴδιο ἑλληνορθόδοξο φρόνημά του τόν ὁδήγησε νά πράξει γιά τήν πατρίδα του (Ἑπτάνησο καί ἐλεύθερη Ἑλλάδα).
Ἀκόμη καί ὅταν ἀναγκάζεται νά προσφύγει στήν εὐρωπαϊκή ὑποστήριξη, δέν παύει νά κινεῖται μέ τό ρεαλισμό τοῦ ὀξυδερκοῦς διπλωμάτη, ἱεραρχώντας κατά περίπτωση τίς ἑλληνοκεντρικές ἐπιλογές του. Μέσα σ’ αὐτή τήν προοπτική ἐπέλεγε ὡς λύση γιά τά Ἑπτάνησα τή Βρεταννική Προστασία («τῆς μόνης δυναμένης, κατά τό παρόν σύστημα τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, νά μᾶς παράσχῃ, ἐπωφελῶς τήν προστασίαν ταύτην» 1815). Ἡ ἐπιλογή τῆς Βρεταννίας ὄφειλε νά γίνει «μέ δεδομένους δικαίους καί συμφέροντας ὅρους», γιά νά προστατευθοῦν «τά δίκαια συμφέροντα τῆς πατρίδος»(22). Τόν Ἱούλιο τοῦ 1825 ὅμως θά ἀντιταχθεῖ στήν ἀπόφαση τῆς ἐπαναστατημένης Ἑλλάδος νά παραδοθεῖ στήν ἀποκλειστική προστασία τῆς Βρεταννίας. Αὐτά σημαίνουν ὅτι καί ὡς Εὐρωπαῖος δέν ἔπαυε νά εἶναι πρώτιστα Ἕλληνας. Ὡς κυβερνήτης δέ τῆς Ἑλλάδος θά ὁμολογήσει, ὅτι οἱ Ἄγγλοι εἶναι «πάντα οἱ πιό φοβεροί στά μάτια» του ἐχθροί, συγκρινόμενοι μέ τόν ἄλλον «φυσικόν ἐχθρόν» τῆς Ἑλλάδος, τούς Μουσουλμάνους(23) – κρίση πού δείχνει τήν πνευματική συγγένειά του μέ τόν ἅγιο Κοσμᾶ τόν Αἰτωλό καί τούς Ἡσυχαστές τῆς Ρωμηοσύνης.
Ἀπό τό 1822, καί κυρίως ἀπό τό 1828, ἡ δυσπιστία τοῦ Καποδίστρια ἔναντι τῶν εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων θά ἐπιταθεῖ. Μεταξύ τῶν ἀντιπάλων του καταλέγει νέους, «πού ἐβγῆκαν ἀπό τάς μυστικάς ἑταιρείας τῆς Γαλλίας καί τῆς Γερμανίας»(24). Οἱ Δυτικοί, ἄλλωστε, τόν ἔκαναν νά πέφτει σέ κατάθλιψη καί νά θέλει νά αὐτοκτονήσει(25). Μέσα σ’ αὐτό τό πλαίσιο κατανοοῦμε μία δήλωσή του στόν Γ. Μαυρομιχάλη: «Ὁ φιλήκοος τῶν ξένων εἶναι προδότης»(26). Ἡ στάση του, ἐξ ἄλλου ἐναντίον τῶν δυτικῶν μισσιοναρίων ὑποστασιώνει τή δυσπιστία καί ἐπιφυλακτικότητά του ἐναντίον τῶν δυτικῶν προπαγανδῶν, πού ἐπεδίωκαν τόν ἀφελληνισμό καί ἐκδυτικισμό τῆς Χώρας του. Οἱ ἐπί κεφαλῆς αὐτῆς τῆς κινήσεως εἶχαν συνειδητοποιήσει, ὅτι ὁ Καποδίστριας, ἐφαρμόζοντας τή διπλωματική του πείρα, τούς φερόταν μέν φιλικά, γιά νά διασκεδάσει τή δυτική ρωσοφοβία, στήν οὐσία ὅμως προσπαθοῦσε νά ἀποτρέψει τήν πρόοδο καί ἐπιτυχία τῶν ἐπιδιώξεών τους(27).

5. Ὁ φιλελευθερισμός τοῦ Καποδίστρια
Παρ’ ὅλα αὐτά, ἔχει διατυπωθεῖ ἡ ἄποψη, ὅτι «ὁ φιλελευθερισμός» τοῦ Καποδίστρια «εἶχε πατρίδα τήν Ἀγγλία» καί ὅτι ἐπεδίωκε «νά μεταβάλη πρῶτα ἀπ’ ὅλα τούς Ρωμιούς σέ Ἕλληνες πολίτες» καί «νά ἐνώση τήν Ἑλλάδα μέ τήν Εὐρώπη - ὄχι νά τήν ἐπιστρέψῃ στό Βυζάντιο»(28). Τό κείμενο αὐτό ὡς ἕνα σημεῖο μόνο ἀνταποκρίνεται στά πράγματα. Δέν θά ἀσχοληθοῦμε, βέβαια ἐδῶ μέ τό, ὅπως ἀποδεικνύεται, παντοδύναμο «Vorvestandnis» στήν ἱστορική ἑρμηνεία. Θά ἀρκεσθοῦμε στήν κατάδειξη τῆς προσπάθειας τοῦ Καποδίστρια νά ὀργανώσει μέν, μέ βάση τά εὐρωπαϊκά δεδομένα τό νεότευκτο Ἑλληνικό κράτος, ἀλλά διατηρώντας ἀνέπαφη τή σχέση του μέ τή ρωμαίϊκη, δηλαδή τήν ὀρθόδοξη, παράδοση.
Ἤδη στό γνωστό Ὑπόμνημά του τῆς 18ης Ἀπριλίου 1819, φαίνεται ἡ βούλησή του νά θεμελιωθεῖ ἡ Φιλική Ἑταιρεία (κατά τόν ἱστορικό Χρυσόστομο Παπαδόπουλο) «οὐχί ἐπί τῆς ἐθνότητος, ἀλλ’ ἐπί τῆς εὐρείας καί ζώσης ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας»(29). Τόν Ἀπρίλιο τοῦ 1828 μιά ἐνέργειά του φανερώνει τό ἐνδιαφέρον του γιά ρωμαίϊκη λύση τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος. Ὑποβάλλει στόν τσάρο Νικόλαο σχέδιό του, πού προέβλεπε τήν ἀναδιοργάνωση τῆς Ὀθωμανικῆς Ρούμελης (τῆς Βαλκανικῆς) σέ Ὁμοσπονδία πέντε αὐτόνομων κρατῶν (Ἑλλάδος, Ἠπείρου, Μακεδονίας, Σερβίας καί Δακίας) μέ ἐλεύθερη πόλη τήν Κωνσταντινούπολη. Ἡ προσπάθεια αὐτή συνιστᾶ ὀφθαλμοφανῶς παραλλαγή τοῦ βαλκανικοῦ σχεδίου τοῦ Ρήγα. Τό καποδιστριακό σχέδιο, βέβαια, ἀπορ­ρίφθη­κε μέ τή συνθήκη τῆς Ἀδριανουπόλεως (14.9.1829)(30), ἀλλά ἔγινε τό θε­μέλιο τῆς Ρωσοευρωπαϊκῆς καί Ἀμερικανικῆς πολιτικῆς τῆς «βαλκανοποι­ήσεως», ἐνῶ ὁ Καποδίστριας ἐργαζόταν γιά τήν ἀπελευθέρωση καί προοδευτική ἐνοποίηση τῶν εὐρωπαϊκῶν ἐπαρχιῶν τῆς Αὐτοκρατορίας τῆς Νέας Ρώμης. Ἔτσι κατανοεῖται ἡ μαρτυρία τοῦ Ν. Σπηλιάδη γιά τήν ἐπιθυμία τοῦ Καποδίστρια νά ἐπιτύχει τήν ἵδρυση «Νεορωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας»(31), δηλαδή ἀνάσταση τῆς αὐτοκρατορίας τῆς «Νέας Ρώμης»/«Βυζαντίου».
Πῶς μπορεῖ, ἐξ ἄλλου, νά ἑρμηνευθεῖ ἡ ἐπιμονή τοῦ Καποδίστρια νά παραδεχθεῖ ὁ ἐπίδοξος βασιλεύς τῆς Ἑλλάδος Λεοπόλδος τοῦ Σάξ-Κοβούργου τήν ὀρθόξοξο πίστη, συναντώμενος σ’ αὐτό μέ τόν Στρατηγό Μακρυγιάννη, πού ἔβλεπε τό ἄρθρο 40 τοῦ Συντάγματος (1844) ὡς τό «βαγγέλιον τοῦ Θεοῦ»; Δέν ἦταν παρά ἡ ἀντίθεσή του «στόν ἐκτελωνισμό ξένων καί ἀλλόθρησκων ἀνήλικων πριγκήπων ὡς ἐλέῳ Θεοῦ (=κληρονομικῶν) μοναρχῶν τῆς πατρίδος του»(32). Τό πρόβλημα τῆς βασιλείας στήν Ἑλλάδα μετά τόν Καποδίστρια δέν θά εἶναι ἡ (πάντα δυτικοῦ τύπου) ἀντίθεση «βασιλευομένης δημοκρατίας» καί «προεδρευ­ομένης δημοκρατίας», ἀλλά ἡ φύση τοῦ βασιλικοῦ θεσμοῦ: κληρονομικός (ρατσιστικός) ἢ αἱρετός (δημοκρατικός).

6. Ἡ ἐκκλησιαστική πολιτική τοῦ Καποδίστρια
Λυδία λίθος ὅμως γιά τήν κριτική ἀποτίμηση τῶν πολιτικῶν ἐνεργειῶν τοῦ Καποδίστρια εἶναι ἡ ἐκκλησιαστική πολιτική του(33), βασικώτατο κεφάλαιο στήν ὅλη δραστηριότητά του, πού δυστυχῶς ἡ profan ἱστοριογραφία δέν φαίνεται νά λαμβάνει σοβαρά ὑπόψη, χάνοντας ἔτσι τή βασικότερη ἴσως προοπτική γιά τήν προσέγγιση καί κατανόηση τοῦ Καποδίστρια ὡς διπλωμάτη καί πολιτικοῦ. Ἡ σύνδεση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ χώρου μέ τήν παιδεία στή «Γραμματεία τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καί τῆς Δημοσίου Παιδείας», χωρίς προηγούμενο ἢ καί ἑπόμενο στήν εὐρωπαϊκή πολιτική σκηνή, συνιστᾶ ὄχι μόνο ἐνσυνείδητη ἐμμονή τοῦ Καποδίστρια στό πνεῦμα τῆς παραδόσεως, πού θέλει τούς δύο αὐτούς χώρους ἀδιάσπαστα ἑνωμένους (καί ὁ Καποδίστριας τούς θεωροῦσε «ἀχωρίστους» καί «πρός ἕνα συντρέχοντας σκοπόν, τήν ἠθικήν τῶν πολιτῶν μόρφωσιν»(34)), ἀλλά καί τήν ἀντίθεσή του πρός τό πνεῦμα τοῦ χωρίς εἰσαγωγικά εὐρωπαϊστῆ Ἀδαμαντίου Κοραῆ, ὁ ὁποῖος μέ τίς καλβινίζουσες προϋποθέσεις τους, ἐνέτασσε στό ἔργο τοῦ «Λειτουργοῦ τῆς Δημοσίου Παιδείας» τήν «φροντίδα τῆς Ἀστυνομίας, τοῦ Δικαίου καί τῆς Θρησκείας»(35). Ἡ ὀργάνωση,  ἐξ ἄλλου, τῶν καποδιστριακῶν σχολείων μέ μελέτη πατερικῶν ἔργων καί κατά τό μοναστηριακό σύστημα, φανερώνει τή θέλησή του γιά τή συντήρηση αὐτῆς τῆς σχέσης(36). Τό ἴδιο ἀποδεικνύει ὅμως καί ἡ ἀντιμετώπιση ἀπό τόν Καποδίστρια τοῦ ζητήματος τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας γιά τήν ἀξιοποίηση καί ὄχι τή διαρπαγή της, κάτι πού δυστυχῶς δέν βρῆκε συνέχεια(37).


 Ἡ περίπτωση ὅμως ἐκείνη, πού τεκμηριώνει ἀναντίρρητα τήν παραδο­σιακότητα τοῦ Καποδίστρια καί τό ρωμαίϊκο φρόνημά του, εἶναι ἡ προσπάθειά του νά λυθεῖ κατά παραδοσιακό τρόπο, δηλαδή ὀρθόδοξο, τό πρόβλημα τῆς σχέσεως τῆς Ἑλλάδος μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, τό ἐθναρχικό, δηλαδή πολιτικό, κέντρο τοῦ Ἑλληνισμοῦ στήν ἐποχή του. Ἀποβλέποντας στήν ἑνότητα τοῦ ὑποδούλου μέ τό ἐλεύθερο Γένος, ἄνοιξε ἀλληλογραφία μέ τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη Κωνστάντιο Α΄ (1830-1834), μεθοδεύοντας λύση τοῦ ζητήματος μέσα σέ πλαίσιο σύμπνοιας καί πνευματικῆς καί ἐθνικῆς ἑνότητας(38). Μία δέ ἰδιαίτερα σημαντική ἀπόφασή του τόν Αὔγουστο τοῦ 1831 φωτίζει καθοριστικά ὄχι μόνο τό φρόνημά του, ἀλλά καί τό μαρτυρικό τέλος του, πού προβάλλεται σέ μιά ἄλλη προοπτική.
Κατά πληροφορία, πού μᾶς προσφέρει τό Ἀρχεῖο τοῦ Ἑλληνικοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν (γράμμα Κων. Οἰκονόμου πρός τόν πρέσβη τῆς Ρωσίας στήν Πόλη Τιτώφ, ἀπό 16.2.1850)(39) ὁ Καποδίστριας βιαζόταν νά ἀποκατασταθεῖ ἡ σχέση μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο κατά τή δήλωσή του, «ἵνα μή πέσῃ ἡ ὑπόθεσις εἰς Φράγκων χεῖρας, καί τότε ἐχάθημεν»! Ὁ Οἰκονόμος μνημονεύει δήλωση πρός αὐτόν τοῦ ἀπό Ρέοντος καί Πραστοῦ καί μετέπειτα Κυνουρίας Διονυσίου, τόν ὁποῖον «μετακαλέσας» ὁ Καποδίστριας, «διώρισε διά τήν Κωνσταντινούπολιν», «ἵνα γένηται ἡ κανονική ἀναγνώρισις τῆς ἐν Ἑλλάδι Ἐκκλησίας». Παρατηρεῖ δέ ὁ Οἰκονόμος: «Πόσον πολιτικῶς καί ὀρθοδόξως ἅμα προεῖδε καί τούτου τοῦ πράγματος τήν ἀνάγκην ὁ ἀείμνηστος ἐκεῖνος»! Ἀλλά, ὅπως συνεχίζει ὁ Οἰκονόμος, «ἐνῶ ἀπῆλθεν οὗτος (ὁ Κυνουρίας) εἰς τήν ἐπαρχίαν αὐτοῦ πρός ἑτοιμασίαν, μετ’ ὁλίγας ἡμέρας συνέβη καί ἡ τοῦ Κυβερνήτου τελευτή» (γρ. δολοφονία).
Τό σωζόμενο ἀρχειακό ὑλικό γιά τήν Ἱόνιο Ἀκαδημία τῶν ἀδελφῶν Τυπάλδων Ἱακωβάτων (Ληξούρι) δίνει ἀπάντηση στό ἐρώτημα γιά τή σπουδή τοῦ Καποδίστρια τή συγκεκριμένη αὐτή στιγμή. Ἀπό Ὑπόμνημα τοῦ Κων. Τυπάλδου-Ἱακωβάτου, καθηγητοῦ τῆς Ἱονίου Ἀκαδημίας (Αὔγουστος 1831)(40), πληροφορούμεθα γιά τίς ἐνέργειες στόν κύκλο τῆς Ἁρμοστείας τῆς Ἑπτανήσου γιά ἐνεργοποίηση τοῦ μηχανισμοῦ τῆς αὐτονομήσεως διά τῆς αὐτοκεφαλίας τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἐπαρχιῶν τῆς Ρωμαίϊκης Ἐθναρχίας. Ὅπως ἀπέδειξε ἡ συνέχεια (Ἑλλαδικό αὐτοκέφαλο τοῦ 1833, Βουλγαρική Ἐθναρχία 1870), ἡ δυτική πολιτική ἐπεδίωκε τή βίαιη ἀπόσπαση τῶν ἐπαρχιῶν τῆς Ἐθναρχίας καί τήν αὐτονόμησή τους γιά τήν ὁριστική διάλυση τῆς Ἐθναρχίας, ὡς συνέχειας τῆς «Βυζαντινῆς» αὐτοκρατορίας. Αὐτό, ἄλλωστε, γράφει ὁ Ὑπουργός Ἐξωτερικῶν Ἀναστ. Λόντος στόν Ἐπιτετραμμένο τῆς Ἑλλάδος στήν Πόλη Πέτρο Δεληγιάννη στίς 6 Φεβρουαρίου 1850 (μέ τήν ἔναρξη τῶν προσπαθειῶν γιά τή λύση τοῦ Ἑλλαδικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ζητήματος): «Αἱ Κυβερνήσεις τῆς Ἀγγλίας καί Γαλλίας ἐνδιαφέρονται οὐχί μικρόν εἰς τό ζήτημα τοῦτο καί ἐπιθυμοῦσι διά πολιτικούς λόγους νά ἴδωσι τήν Ἑλληνική Ἐκκλησίαν ἐντελῶς ἀνεξάρτητον τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει Πατριαρχείου»(41). Ὁ Ρωμηός Ἱ. Καποδίστριας ἔσπευδε νά ἐπιτύχει λύση μέσα στό πνεῦμα τῆς ἱστορικοκανονικῆς παραδόσεως τῆς Ὁρθοδοξίας, πού διαφοροποιόταν διαμετρικά ἀπό τά σχέδια τῆς Εὐρώπης γιά τήν Ὁρθόδοξη Ἀνατολή. Καί μόνο ἡ ἐνέργειά του αὐτή εἶναι ἱκανή νά δείξει τήν ἀληθινή φύση τοῦ εὐρωπαϊσμοῦ του. Ἡ περίπτωση, μάλιστα, αὐτή ἐντάσσει σέ ἕνα ἄλλο πλαίσιο καί τή δολοφονία τοῦ Κυβερνήτη μετά ἀπό λίγες μέρες. Διότι μέ τήν ἀποστολή τοῦ Κυνουρίας, πού πρέπει ὁπωσδήποτε νά ἐγνώριζαν οἱ δυτικές Κυβερνήσεις, ἐχάραζε γιά τό Ἑλληνικό κράτος μία προοπτική πού ἐρχόταν σέ πλήρη ἀντίθεση μέ τά συμφέροντα καί τά σχέδιά τους γι’ αὐτήν.

7. Πρόδρομος τῶν σημερινῶν εὐρωπαϊκῶν σχέσεων
Ὁ Ἱ. Καποδίστριας ἐργάσθηκε καί κινήθηκε στήν Εὐρώπη μέ ἀκμαῖο τό φρόνημά του καί ἀκέραιη τήν ἑλληνορθόδοξη συνείδησή του. Ἦταν ἑνιαία καί ἀδιάτμητη προσωπικότητα. Μπορεῖ νά θεωρεῖται καί ἑρμηνεύεται μέσα ἀπό διάφορα πρίσματα, ἀρκεῖ ὅμως νά μή χάνεται τό ὅλο. Ὡς προσωπικότητα, κατά τή δική μας κρίση, δέν ὑπῆρξε μιά «Compesitio oppositorum», ἀλλά μιά ἑλληνική «ἐκ τῶν διαφερόντων καλλίστη ἁρμονίη» (Ἠράκλειτος).
Δέν ἀρκοῦν, συνεπῶς, τά διπλωματικά ἐπιτεύγματά του, γιά νά ὀνομασθεῖ εὐρωπαϊστής, χωρίς εἰσαγωγικά. Ποτέ δέν ἀνῆκε πνευματικά ἢ πολιτιστικά στήν φραγκογεννημένη Εὐρώπη, παραμένοντας πρῶτ’ ἀπ’ ὅλα Ἕλληνας. Ὑπῆρξε ὑποστηρικτής τῆς εὐρωπαϊκῆς ἑνότητας, ἀλλά χωρίς στό ἐλάχιστο τάση ὑποτιμήσεως ἢ ἀλλοιώσεως τῆς δικῆς του παραδόσεως. Σήμερα θά λέγαμε, ὅτι ἐργαζόταν γιά μιά Εὐρώπη «τῶν λαῶν καί τῶν πολιτισμῶν». Σ’ αὐτό μπορεῖ ἀβίαστα νά θεωρηθεῖ πρόδρομος τῶν σημερινῶν εὐρωπαϊκῶν σχέσεων, ἐφ’ ὅσον βέβαια καί ἡ σημερινή Εὐρώπη κινεῖται μέσα στήν προοπτική τοῦ Καποδίστρια.

π. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός
Πρωτοπρεσβύτερος
«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» Ἀρ. Τεύχους 105
Μάρτιος 2011

Σημ. Συντάξεως: Ἡ ἀρίθμηση τῶν ἐνοτήτων ἔγινε ἀπό τόν συγγραφέα καί οἱ τίτλοι τέθηκαν ἀπό ἐμᾶς, βάσει τοῦ περιεχομένου τῶν ἑνοτήτων.

Ὑποσημειώσεις
1) Βλ. Π. Πετρίδη, Ἡ διπλωματική δρᾶσις τοῦ Ἱωάννου Καποδίστρια ὑπέρ τῶν Ἑλλήνων, 1814-1831, Θεσσαλονίκη 1974. Τοῦ Ἱδίου, Ἡ εὐρωπαϊκή πολιτική τοῦ Ἱω. Καποδίστρια (θέσεις καί προτάσεις γιά μιά προοδευτικότερη τάξη πραγμάτων στήν Εὐρώπη, 1814-1821), Ἀθήνα 1988. P. Kennedy Grimted, Kapodistrias and a «ἔew Order» for Restoration of Europe: The «liberal ideas» of a Russian Foreign Minister, 1814-1822, στό: The Journal of Modern History 40 (1968) 166-192. Ἑλ. Κούκου, Ἱω. Καποδίστριας. Ὁ ἄνθρωπος-ὁ διπλωμάτης 1800-1828, Ἀθῆναι 1978.
2) Βλ. τό παραπάνω ἔργο τοῦ καθηγ. Π. Πετρίδη.
3) Παν. Φ. Χριστοπούλου, Σπηλιάδης καί Καποδίστριας, Ἀθῆναι 1979 (=ἀνατ. ἀπό τά πρακτικά Α΄  Συνεδρίου Ἀργολικῶν Σπουδῶν), σελ. 254.
4) Αὐτοβιογραφία Ἱωάννου Καποδίστρια, Εἰσαγωγή-Μετάφρασις καί σχόλια Μιχαήλ Λάσκαρι, Ἀθῆναι 1940 σ. 39
5) Γιά τή διαμόρφωση τοῦ πολιτιστικοῦ μεγέθους «Δύση» βλ. Χρ. Γιανναρᾶ, Ὁρθοδοξία καί Δύση στή Νεώτερη Ἑλλάδα, Ἀθήνα 1992. Τοῦ Ἱδίου, Ὁρθοδοξία καί Δύση. Ἡ Θεολογία στήν Ἑλλάδα σήμερα, Ἀθήνα 1972. Λαυρεντίου Γκεμερέϋ, Ἡ δύση τῆς Δύσης -ἡ ἀπομυθοποίηση τῆς Εὐρώπης καί ὁ Ἑλληνισμός, χ.τ.χρ.
6) Βλ. σπουδαία ἀνάλυση στοῦ Χρ. Γιανναρᾶ, Ἀλήθεια καί Ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, Ἀθήνα 1977.
7) Γιά τά ρεύματα αὐτά βλ. στοῦ Μέγα Φαράντου, Δογματική ΙΙ, 1. Τό περί Θεοῦ ἐρώτημα, Ἀθῆναι 1977, σ. 277 ἐ.ἐ., 363 ἐ.ἐ., 806.
8) Βλ. ἄρθρο τοῦ Τ. Ἀθ. Γριτσοπούλου, στή Θ.Η.Ε. τ. 6 (1965), σ. 743-44, Γ.Δ. Μεταλληνοῦ, Προβληματισμοί Θεολόγων τῆς Ἱόνιας Ἀκαδημίας, στό «Δελτίον» τῆς Ἀναγνωστικῆς Ἑ­ται­ρείας Κερκύρας, ἀρ. 17, Κέρκυρα 1980, σ. 33-52.
9) Πολυχρ. Κ. Ἐνεπεκίδη, Ἱωάννης Καποδίστριας. 176 Γράμματα πρός τόν πατέρα του (1809-1920), Ἀθῆναι 1972, σ. 273-74.
10) Ε. Γ. Πρωτοψάλτη, Ὁ Καποδίστριας ὡς θρησκευτική προσωπικότης, ΑΝΑΠΛΑΣΙΣ, ἀρ. 248/Δεκέμβριος 1976, σ. 4
11) Ἀπ. Ε. Βακαλοπούλου, Ἱστορία τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ, τ. Η΄: Ἱωάννης Καποδίστριας ἢ Ἡ ἐπώδυνη γένεση τοῦ Νεοελληνικοῦ Κράτους, Θεσσαλονίκη 1988, σ. 407.
12) Γιά τή θρησκευτικότητα καί εὐσέβεια τοῦ Καποδίστρια βλ. Ἑλ. Ε. Κούκου, Ἱωάννης Καποδίστριας. Ὁ ἄνθρωπος. Ὁ ἀγωνιστής, Ἀθῆναι 1962 Γ.Δ. Μεταλληνοῦ, Ἱωάννης Καποδίστριας. Ὁ πολιτικός-Μάρτυρας τῆς Ρωμηοσύνης, στόν τόμο τοῦ Ἱδίου, Ὁρθοδοξία καί Ἑλληνικότητα, Ἀθήνα 1992, σ. 247 ἐ.ἐ.
13) Σπ. Θεοτόκη, Ἡ ἐθνική συνείδησις τοῦ Καποδιστρίου καί ἡ Ἑλληνική Γλῶσσα, Πρακτικά Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν, τ. 7, 1932, σ.137.
14) Π. Χριστοπούλου, Σπηλιάδης... ὅπ. π.
15) Κ. Δαφνῆ, Ἱστορικά κείμενα. Ἀρχεῖον Ἱωάννου Καποδίστρια, τόμ. Β΄  Κέρκυρα 1978, σ. 22-23.
16) Στό ἴδιο, σ. 28
17) Ἐπινομίς Χ (987 de).
18) Πολ. Ἐνεπεκίδη, Ἱ. Καποδίστριας, ὅπ. π. σ. 196.
19) Ἀπ. Ε. Βακαλοπούλου, Ἱστορία τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ, ὅπ. π. σ. 188. (Ἐπιστολή Γεωργίου Τυπάλδου 6/18 Αὐγούστου 1827). Πρβλ. σ. 190 γιά τούς φόβους τοῦ Καποδίστρια λόγῳ τῶν ξένων ἐπιδράσεων. («Μᾶς ξαναγυρίζουν τόσο ἀποξενωμένα ἀπό τά ἢθη, τή γλώσσα, τή θρησκεία τῶν πατέρων τους, ὥστε, ὁποιεσδήποτε καί ἄν εἶναι οἱ γνώσεις πού ἀπέκτησαν, δοκιμάζουν ἀκατανίκητες δυσκολίες στό νά ἐγκλιματισθοῦν πάλι στήν πατρίδα τους»).
20) Ἀπ. Ε. Βακαλοπούλου, Ἱστορία..., ὅπ. π., σ. 690
21) Ἑλ. Κούκου. Ὁ Καποδίστριας καί ἡ παιδεία. Α΄  Ἡ Φιλόμουσος Ἑταιρεία τῆς Βιέννης, Ἀθῆναι 1958.
22) Πολ. Ἐνεπεκίδη, Ἱω. Καποδίστριας..., ὅπ. π., σ. 211-212
23) Ἀπ. Ε. Βακαλοπούλου, Ἱστορία..., ὅπ. π., σ. 408
24) Κ. Δαφνῆ, Ἱστορικά κείμενα, ὅπ. π., σ. 71.
25) Ἀπ. Ε. Βακαλοπούλου, Ἱστορία..., ὅπ. π., σ. 372.
26) Ντίνου Κονόμου, Ὁ Γεώργιος Τσερτσέτης καί τά εlρισκόμενα ἔργα του, Ἀθήνα  1964, σ. 796.
27) Γ. Δ. Μεταλληνοῦ, Ἱω. Καποδίστριας..., ὅπ. π., σ. 251 ἐ.
28) Πολ. Ἐνεπεκίδης, ὅπ. π., σ. 39-40
29) Χρυσ. Παπαδοπούλου, Ἡ Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως καί ἡ Μεγάλη Ἐπανάστασις τοῦ 1821, ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑ΄  (1950), σ. 316.
30) M.S. Anderson, The Eastern Question, London 1966, σ. 71.
31) Ἀνέκδοτη μαρτυρία, πού ἀνακοινώθηκε στό Συμπόσιο ἀπό τόν κ. Παν. Χριστόπουλο.
32) Ἡ φράση ἀνήκει στόν δρα Νομ. κ. Κώστα Ζηλεμένο.
33) Βλ. Ἐμμ. Ἱ. Κωνσταντινίδου, Ἡ ἐν Ἑλλάδι Ἐκκλησία κατά τήν ἐπαναστατικήν καί τήν μέχρι τῆς ἀφίξεως τοῦ { Οθωνος μεταβατικήν ἐποχήν (1821-1833), Ἐν Ἀθήναις 1970, σ. 53 ἐ.ἐ. Τοῦ Ἱδίου, Ἱ. Καποδίστριας καί ἡ ἐκκλησιαστική του πολιτική, Ἀθῆναι 1977. Πρβλ. Γ.Δ. Μεταλληνοῦ, Ἱω. Καποδίστριας..., ὅπ. π., σ. 253 ἐ.ἐ.
34) Γεν. Ἐφημ. τῆς Ἑλλάδος, 1829, ἀρ. 73, 74.
35) Σημειώσεις εἰς τό Προσωρινόν Πολίτευμα τῆς Ἑλλάδος τοῦ 1822 ἔτους, στοῦ Γ. Βαλέτα, Κοραῆ Ἅπαντα, τόμ. Α΄ , Ἀθήνα, σ. 399.
36) Τρ. Εὐαγγελίδου, Ἡ παιδεία ἐπί Τουρκοκρατίας, τόμ. Α΄, Ἀθῆναι 1936, σ. ἄXXXIII.
37) Γ. Δ. Μεταλληνοῦ, Ἐξωευρωπαϊσμός καί Ἑλλαδικός Μοναχισμός, στόν τόμο τοῦ Ἱδίου, Ἑλληνισμός μετέωρος, Ἀθήνα 1992, σ. 97.
38) Ἐμμ. Κωνσταντινίδου, Ἡ ἐν Ἑλλάδι Ἐκκλησία..., ὅπ. π., σ. 70 ἐ.ἐ. Τοῦ Ἱδίου, Ἱω. Καποδίστριας καί ἡ Ἐκκλησιαστική του πολιτική, ὅπ. π., σ. 73 ἐ.ἐ.
39) π. Γ. Δ. Μεταλληνοῦ, Κων. Οἰκονόμος πρός Τιτώφ ... βλ. παρακάτω.
40) Γ.Δ. Μεταλληνοῦ, Ἑλλαδικοῦ Αὐτοκεφάλου Παραλειπόμενα, Ἀθήνα 1989, σ. 33 ἐ.ἐ.
41) Στό ἴδιο, σ. 299.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου