6.1.15

“Τα Μυστήρια της Αριστεράς”, Συνέντευξη Ζαν Κλώντ Μισεά


Τα Μυστήρια της Αριστεράς, Εναλλακτικές Εκδόσεις, 2014.

Κυκλοφορεί από τις «Εναλλακτικές Εκδόσεις» το βιβλίο του Ζαν Κλωντ Μισεά «Τα Μυστήρια της Αριστεράς» σε μετάφραση Στράτου Ιωαννίδη και επιμέλεια Γιώργου Καραμπελιά και Χριστίνας Σταματοπούλου. Το βιβλίο του Μισεά παρουσιάζει μια επικαιρότητα που υπερβαίνει τις εξελίξεις στη Γαλλία και τη γαλλική αριστερά και αφορά κατ’ εξοχήν την ελληνική συγκυρία. Ο Ζαν Κλωντ Μισεά στο βιβλίο του διακηρύσσει την ανάγκη μιας τελεσίδικης ρήξης των αντικαπιταλιστικών και σοσιαλιστικών δυνάμεων με την αριστερά, που σήμερα δεν εκφράζει παρά την πολιτισμική πλευρά της παγκοσμιοποίησης και της ολοκληρωτικής εκ-καπιταλιστικοποίησης του ανθρώπινου φαντασιακού. Ο Λιάκος, η Ρεπούση, ο Χριστόπουλος, ο Στ. Θεοδωράκης, δεν αποτελούν μόνο ελληνική εφεύρεση, αλλά την έκφραση ενός συνολικού ρεύματος, που τα τελευταία τριάντα χρόνια ενταφίασε οριστικά κάθε δυνατότητα ταύτισης ανάμεσα στην κυρίαρχη αριστερά και το αίτημα μιας κοινωνίας που υπερβαίνει την κυριαρχία του εμπορεύματος. Σύμφωνα με τον Μισεά η θεσμική αριστερά και ο σοσιαλισμός έχουν πάρει οριστικό διαζύγιο μεταξύ τους και θα πρέπει να εφευρεθεί μια νέα πολιτική και κοινωνική έκφραση των συμφερόντων των λαϊκών τάξεων που να υπερβαίνει τη θεσμική αριστερά, ακόμα και στη χρήση των λέξεων και των ορών. Γι’ αυτό προσπαθεί να ξαναανακαλύψει και το αντικαπιταλιστικό δυναμικό ης μαρξικής κριτικής πέρα από τον κατεστημένο μαρξισμό.
Με την ευκαιρία αυτής της έκδοσης αντί προδημοσίευσης, αναπαράγουμε μια συνέντευξη του συγγραφέα στο περιοδικό γαλλικό Marianne, όταν εξεδόθη το βιβλίο του στα γαλλικά, πριν ενάμιση χρόνο.
Άρδην
Ζαν Κλωντ Μισεά “Γιατί διέκοψα με την αριστερά”
Συνέντευξη με την Aude Lancelin Τρίτη, 12 Μαρτίου, 2013
Πάντα διαποτισμένος από τον φιλελευθερισμό του Μιτεράν, ο σοσιαλισμός του Ολάντ δεν πείθει τον φιλόσοφο Jean-Claude Michea. Με την ευκαιρία του νέου του βιβλίου, Τα μυστήρια της αριστεράς, εξηγείται αποκλειστικά στο περιοδικό Marianne.
Τουλάχιστον μετά την κυκλοφορία του Αδιέξοδου Άνταμ Σμιθ, το 2002, περιμένουμε πάντα την έκδοση ενός βιβλίου του Jean-Claude Michéa. Με ενθουσιασμό. Ή με ένα τουφέκι, εξαρτάται. Πρώτον, γιατί ο λόγος αυτού του φιλόσοφου, θρεμμένου με τη σκέψη του Τζορτζ Όργουελ, του Γκυ Ντεμπόρ και των καλύτερων στιγμών του Μαρξ, ακούγεται εξαιρετικά σπάνια από τα μέσα ενημέρωσης. Έπειτα, επειδή ανήκει σε αυτό το είδος πολιτικά αμφιδέξιου –που δυστυχώς εκπροσωπείται ελάχιστα και είναι τόσο παρεξηγημένος– ο οποίος μπορεί να είναι εξαιρετικά σκληρός απέναντι σε μια φιλελεύθερη αριστερά που αυτο-γελοιοποιείται εκθειάζοντας όλες τις υποτιθέμενες ηθικές και πολιτιστικές υπερβάσεις, ενώ ταυτόχρονα ξέρει να καταγγέλλει με διορατικότητα τον απίστευτο κυνισμό των ηγετών της σημερινής δεξιάς (με τους Σαρκοζί και Κοπέ επικεφαλής), όταν παριστάνουν τους υπερασπιστές των «φτωχών ανθρώπων», τους οποίους ποδοπατεί όλο το οικονομικό τους πρόγραμμα, αφιερωμένο στην απεριόριστη επέκταση των συμφερόντων του γαλλικού χρηματιστηρίου.
Ας το πούμε ευθύς εξ αρχής: Τα Μυστήρια της Αριστεράς (εκδ. Climats) είναι το βιβλίο που περιμέναμε χρόνια τώρα από τον Μισεά. Πράγματι, σε αυτό δίνει εξηγήσεις για πολλά κεφαλαιώδη ζητήματα. Συγκεκριμένα, αναφέρεται στην οριστική άρνησή του να αποκαλείται «αριστερός», τη στιγμή που στοχάζεται και προωθεί ένα αυθεντικό Μέτωπο Λαϊκής Απελευθέρωσης. Θεωρεί τον όρο «αριστερά» έναν προσδιορισμό που εκπορνεύεται εδώ και πολλά χρόνια, ενώ τώρα πια τον κρίνει «αχρείαστα διχαστικό, στην προσπάθεια προσέγγισης των λαϊκών τάξεων». Επίσης, ο φιλόσοφος απαντά παρεμπιπτόντως στις κατηγορίες για δεξιά στροφή που του απευθύνουν συστηματικά. Έτσι, αυτός ο συντηρητικός αντικαπιταλιστής παραδέχεται ότι η προσκόλληση σε «παραδοσιακές αξίες» μπορεί να οδηγήσει σε ανησυχητικές παρεκκλίσεις, και πως «από αυτή την άποψη, οι διαρκείς προειδοποιήσεις της αριστεράς διατηρούν όλο το νόημά τους». Μια μεγάλη χρονιά, λοιπόν, για τον οπαδό του Όργουελ από το Μονπελιέ. Συναρπαστικός, συχνά διασκεδαστικός στον τρόπο με τον οποίο ειρωνεύεται τους αυτο-πανηγυρισμούς της αριστεράς ως το «κόμμα του αύριο» (Ζολά), ο Μισεά ενοχλεί, φωτίζει, σχεδόν πάντα πείθει.
Marianne: Κρίνετε ως επείγουσα την ανάγκη να εγκαταλείψουμε τον όρο «αριστερά», δηλαδή να αλλάξουμε σημαίνον προκειμένου να υποδηλώσουμε τις πολιτικές δυνάμεις που θα μπορούσαν να αναλάβουν και πάλι να στηρίξουν τα συμφέροντα της εργατικής τάξης… Ωστόσο, ένας όρος δεν μπορεί να αναβιώσει, ανεξάρτητα από τα ιστορικά τραύματα, τις αποτυχίες του, τις φορτίσεις του παρελθόντος; Εξάλλου, ισχύει ακριβώς το ίδιο και για τη λέξη «σοσιαλισμός», η οποία αφού χαρακτήρισε την εργατική αλληλεγγύη, στην εποχή του Πιερ Λερού, κατέληξε, εντελώς αντίθετα, να υποδηλώνει, στη δεκαετία του 80, τις χυδαιότητες ενός Ζακ Λανγκ. Αυτή η επιθυμία να καταργήσουμε έναν ιστορικό όρο μήπως αποτελεί μια δυσάρεστη ηχώ αυτού του πνεύματος της tabula rasa, που άλλωστε δεν παύετε να καταγγέλλετε;
Ζαν Κλωντ Μισεά: Το ότι έφτασα –ακολουθώντας, μεταξύ άλλων, τον Κορνήλιο Καστοριάδη και τον Κρίστοφερ Λας– να αμφισβητήσω τη, φενακιστική τώρα πια, λειτουργία του παλιού διαχωρισμού αριστερά-δεξιά, οφείλεται απλώς στο γεγονός ότι θεωρώ πως ο ιστορικός συμβιβασμός, που σφυρηλατήθηκε, την επαύριο της υπόθεσης Ντρέυφους, ανάμεσα στο σοσιαλιστικό εργατικό κίνημα και τη φιλελεύθερη και ρεπουμπλικανική αριστερά (αυτό το «κόμμα του κινήματος», την ηγετική πτέρυγα του οποίου αποτελούσαν, εκείνη την εποχή, το ριζοσπαστικό κόμμα και οι βολταιριανοί Τέκτονες), έχει εξαντλήσει όλη τη θετική προσφορά του. Πράγματι, αρχικώς, επρόκειτο για τη σύναψη μιας αμυντικής συμμαχίας εναντίον αυτού του κοινού εχθρού που ενσάρκωνε τότε η παντοδύναμη «αντίδραση». Δηλαδή, ένα ετερόκλιτο σύνολο προκαπιταλιστικών ουσιαστικά δυνάμεων που ήλπιζαν ακόμα ότι θα μπορούσαν να αποκαταστήσουν, στο σύνολό του ή εν μέρει, το Παλαιό Καθεστώς και, ιδιαίτερα, την αδιαμφισβήτητη κυριαρχία της καθολικής Εκκλησίας πάνω στους θεσμούς και τις ψυχές.


Αλλά αυτή η αντιδραστική, κληρικαλιστική και μοναρχική δεξιά σαρώθηκε οριστικά το 1945 και τα τελευταία απομεινάρια της τον Μάη του 68 (αυτό που σήμερα ονομάζουμε «δεξιά», στην πραγματικότητα, δεν υποδηλώνει τίποτε άλλο παρά τους οπαδούς του οικονομικού φιλελευθερισμού των Φρίντριχ Χάγιεκ και Μίλτον Φρήντμαν). Στερημένο από τον βασικό αντίπαλό του και τους συγκεκριμένους στόχους που αυτός ενσάρκωνε (όπως η πατριαρχική οικογένεια ή η «συμμαχία θρόνου και εκκλησίας»), το «κόμμα του κινήματος» βρέθηκε, στο εξής, καταδικασμένο, αν ήθελε να διατηρήσει την αρχική του ταυτότητα, να παρατείνει στο διηνεκές το έργο του πλήρους «εκσυγχρονισμού» του προηγούμενου κόσμου (πράγμα που εξηγεί το γεγονός ότι, στις μέρες μας, το να είναι κανείς «αριστερός» δεν σημαίνει πλέον παρά τη μοναδική ικανότητα να υπερασπίζει με καμάρι όλα τα κινήματα που λειτουργούν μέσα στη σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία, άσχετα με το αν συνάδουν με τα λαϊκά συμφέροντα ή, έστω, με την απλή κοινή λογική). Ωστόσο, αν οι πρώτοι σοσιαλιστές συμφωνούσαν με αυτή τη φιλελεύθερη και ρεπουμπλικανική αριστερά, όσον αφορά στην απόρριψη όλων των καταπιεστικών και άνισων θεσμών του Παλαιού Καθεστώτος, σε καμία περίπτωση δεν είχαν την πρόθεση να καταργήσουν όλες τις παραδοσιακές μορφές λαϊκής αλληλεγγύης ούτε να πλήξουν τα ίδια τα θεμέλια του «κοινωνικού συμβολαίου» (γιατί κάτι τέτοιο θα συμβεί αναπόφευκτα αν ισχυρίζεται κανείς ότι θέλει να δημιουργήσει μια σύγχρονη «κοινωνία» στη βάση και μόνο της ιδιωτικής συμφωνίας ανάμεσα σε άτομα δήθεν «ανεξάρτητα εκ φύσεως» – αγνοώντας όλα τα δεδομένα της ανθρωπολογίας και της ψυχολογίας).
Η σοσιαλιστική κριτική των εξατομικευτικών και καταστρεπτικών για τον άνθρωπο επιπτώσεων της φιλελεύθερης πεποίθησης σύμφωνα με την οποία η αγορά και το αφηρημένο δίκαιο θα μπορούσαν να είναι, όπως έλεγε ο Jean-Baptiste Say, ένα επαρκές «κοινωνικό συγκολλητικό» (ήδη από το 1843, ο Ένγκελς έγραφε ότι τελική συνέπεια αυτής της λογικής θα ήταν, μια μέρα, να «διαλυθεί η οικογένεια») καθίστατο, στο εξής, σαφώς ασύμβατη με τη λατρεία του «κινήματος» ως αυτοσκοπού άλλωστε, ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, ο Έντουαρντ Μπερνστάιν είχε διατυπώσει το αξίωμα ότι «ο τελικός στόχος δεν είναι τίποτα» και «το κίνημα είναι το παν».
Για να διαλύσει αυτή τη συμμαχία με τους υποστηρικτές του σοσιαλισμού, που δεν είχε πλέον αντικείμενο, και να ανακτήσει την αρχική ανεξαρτησία της, το μόνο που έλειπε από αυτή τη «νέα» αριστερά ήταν να επιβάλει επικοινωνιακά την ιδέα ότι κάθε κριτική της οικονομίας της αγοράς ή της ιδεολογίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (αυτός ο «πομπώδης κατάλογος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων» που ο Μαρξ αντιπαρέθετε, στο Κεφάλαιο, με την ιδέα μιας ταπεινής «Magna Carta», ικανής να προστατεύσει πραγματικά τις θεμελιώδεις ατομικές και συλλογικές ελευθερίες) θα οδηγούσε υποχρεωτικά στα «γκουλάγκ» και στον «ολοκληρωτισμό». Αποστολή που εξετελέσθη ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 70, από τη «νέα φιλοσοφία», η οποία θα μεταβληθεί, σήμερα, στην επίσημη θεολογία της κοινωνίας του θεάματος.
Υπ’ αυτές τις συνθήκες, εξακολουθώ να πιστεύω ότι, σήμερα, είναι πολιτικά αναποτελεσματικό, αν όχι επικίνδυνο, να συνεχίζουμε να θέτουμε ένα πρόγραμμα σταδιακής εξόδου από τον καπιταλισμό κάτω από το αποκλειστικό πρόσημο ενός ιδεολογικού κινήματος του οποίου η απελευθερωτική αποστολή έληξε ουσιαστικά την ημέρα που η αντιδραστική, μοναρχική και κληρικαλιστική δεξιά εξαφανίστηκε οριστικά από το πολιτικό τοπίο. Ο σοσιαλισμός είναι εξ ορισμού ασύμβατος με την καπιταλιστική εκμετάλλευση. Η αριστερά, δυστυχώς, όχι. Και αν τόσοι πολλοί εργαζόμενοι –ανεξάρτητοι ή μισθωτοί– ψηφίζουν, τώρα πια, δεξιά, ή κυρίως δεν ψηφίζουν καθόλου, είναι γιατί συχνά διαισθάνονται αυτή τη θλιβερή αλήθεια.


Η λογική του φιλελεύθερου ατομικισμού, υπονομεύοντας διαρκώς κάθε μορφή λαϊκής αλληλεγγύης που εξακολουθεί να επιβιώνει, ταυτόχρονα καταστρέφει υποχρεωτικά όλες τις ηθικές προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την αντικαπιταλιστική επανάσταση. Αυτός είναι ο λόγος που, σήμερα, ο χρόνος λειτουργεί όλο και περισσότερο εναντίον της ελευθερίας και της πραγματικής ευτυχίας των ατόμων και των λαών. Εν κατακλείδι, πρόκειται για το ακριβώς αντίθετο από την άποψη που υποστηρίζουν οι φανατικοί οπαδοί της θρησκείας της προόδου.


Υπενθυμίζετε πολύ καλά, στα Μυστήρια της Αριστεράς, τα πολυάριθμα εγκλήματα που διαπράχθηκαν από τη φιλελεύθερη αριστερά ενάντια στον λαό, και ιδιαίτερα το γεγονός ότι τα δύο πιο αιματηρά επεισόδια καταστολής των εργατών του 19ου αιώνα χρεώνονται σε αυτήν. Σήμερα, όμως, δεδομένου ότι η κριτική καταγραφή της μιτερανικής πολιτισμικής αριστεράς έχει γίνει κοινός τόπος, δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε ότι οι σοσιαλιστές έχουν αλλάξει; Μια σειρά από σημαντικά πράγματα έχουν συνειδητοποιηθεί. Για παράδειγμα, η συνειδητοποίηση της μακρόχρονης εγκατάλειψης της εργατικής τάξης είναι πρόσφατη, αλλά πραγματική. Στα θέματα ασφάλειας, επίσης, δεν μπορούμε να πούμε ότι ο Manuel Valls ενσαρκώνει μια ανεκτική και ιδεολογικά καθαρή αριστερά. Ωστόσο, μερικές φορές, διαβάζοντας τα βιβλία σας, έχουμε την εντύπωση ότι η αριστερά δεν μπορεί ποτέ να μεταρρυθμιστεί, για λόγους αρχής… Αυτή είναι η οριστική άποψή σας;
Ζ-Κ.Μισεά.: Εκείνο που με εντυπωσιάζει περισσότερο είναι ότι τα πράγματα εξελίσσονται ακριβώς όπως τα είχα προβλέψει. Πράγματι, από τη στιγμή που η αριστερά και η δεξιά συμφωνούν στο ότι η καπιταλιστική οικονομία αποτελεί τον αξεπέραστο ορίζοντα της εποχής μας (δεν είναι τυχαίο το ότι η Κριστίν Λαγκάρντ διορίστηκε επικεφαλής του ΔΝΤ, προκειμένου να συνεχίσει την ίδια πολιτική με τον Ντομινίκ Στρως-Καν), ήταν αναπόφευκτο η αριστερά –μόλις επέστρεψε στην εξουσία, μέσα στο προσεκτικά κλειδωμένο πλαίσιο της «μοναδικής εναλλακτικής λύσης»– να προσπαθεί να καλύψει εκλογικά αυτή την ιδεολογική συνενοχή χρησιμοποιώντας ως προπέτασμα καπνού τα ζητήματα της «κοινωνίας». Εξ ου και το σημερινό θλιβερό θέαμα. Ενώ το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα κατευθύνεται ήρεμα προς το παγόβουνο, γινόμαστε μάρτυρες ενός σουρεαλιστικού καυγά ανάμεσα σε αυτούς των οποίων η μοναδική αποστολή είναι να υπερασπίζονται όλες τις ανθρωπολογικές και πολιτισμικές συνέπειες αυτού του συστήματος και εκείνους που προσποιούνται ότι αντιτίθενται σε αυτό (ενώ φιλοσοφική παραδοχή, κοινή σε όλους αυτούς τους φιλελεύθερους, είναι, φυσικά, το απόλυτο δικαίωμα του κάθε ατόμου να διαθέτει όπως θέλει το σώμα του και τα χρήματά του). Αλλά δεν ανήκει σε μένα η αξία αυτής της ιδέας. Ήδη ο Γκυ Ντεμπόρ, είκοσι χρόνια πριν, προειδοποιούσε ότι οι μελλοντικές εξελίξεις του σύγχρονου καπιταλισμού θα εύρισκαν υποχρεωτικά το μεγαλύτερο ιδεολογικό τους άλλοθι στην καταπολέμηση του «ρατσισμού, της ομοφοβίας και του αντι-εκσυγχρονισμού» (εξ ου, πρόσθετε, και αυτός ο «οργίλος νεο-ηθικισμός που ιδιοποούνται τα σημερινά πρόβατα της ιντελιγκέντσιας»). Όσο για τις πολεμικές φιγούρες του Manuel Valls, δεν αποτελούν παρά ένα επικοινωνιακό παιγνίδι. Η πραγματική θέση της αριστεράς για τα θέματα αυτά είναι προφανώς η θέση αυτής της πρώην θαυμάστριας των Μπερνάρ Ταπί και Εντουάρντ Μπαλαντύρ, της Κριστιάν Τομπιρά.

Σε αντίθεση με άλλους, εκείνο που, ακόμα και σήμερα, σας κρατά μακριά από την «αριστερά της αριστεράς», την εναλλακτική παγκοσμιοποίηση και άλλα κινήματα αγανακτισμένων, δεν είναι η επίκληση ενός ολοκληρωτικού παρελθόντος, το οποίο χρεώνονται ακόμα αυτά τα μακρινά εγγόνια των κομμουνιστών… Αντίθετα, είναι το φιλελεύθερο υπόστρωμα αυτών των κινημάτων: το απομονωμένο άτομο που διαδηλώνει για το δικαίωμα να παραμείνει απομονωμένο άτομο, έτσι τους περιγράφετε. Δεν υπάρχει, όμως, κανένας από αυτούς τους αγώνες, κανένα από αυτά τα κινήματα με τα οποία να αισθανθήκατε ότι είστε σε συνάφεια, τα τελευταία χρόνια;
Ζ-Κ.Μισεά: Αν δεχθούμε ότι ο καπιταλισμός έχει γίνει ένα απόλυτο κοινωνικό γεγονός –αξεχώριστο, ως εκ τούτου, από μια συγκεκριμένη κουλτούρα και έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής– είναι σαφές ότι οι πιο διορατικές και πιο ριζικές κριτικές αυτού του νέου πολιτισμού θα πρέπει να αναζητηθούν στην πλευρά των υποστηρικτών της «απο-ανάπτυξης». Και με αυτό, φυσικά, δεν εννοούμε μια «αρνητική ανάπτυξη» ή μια γενικευμένη λιτότητα (όπως ήθελαν να μας κάνουν να πιστέψουμε, για παράδειγμα, η Laurence Parisot ή η Najat Vallaud-Belkacem), αλλά την απαραίτητη αμφισβήτηση μια αλλοτριωτικής καθημερινότητας, που στηρίζεται –έλεγε ο Μαρξ– στη μοναδική ανάγκη «να παράγουμε για να παράγουμε και να συσσωρεύουμε για να συσσωρεύουμε». Ένας τρόπος ζωής, στερημένος αναγκαστικά από κάθε πραγματικά ανθρώπινο νόημα, που γεννάει την ανισότητα (δεδομένου ότι η λογική της συσσώρευσης του κεφαλαίου οδηγεί αναπόφευκτα στο να συγκεντρώνεται ο πλούτος στον ένα πόλο της παγκόσμιας κοινότητας και η λιτότητα, η εξαθλίωση, στον άλλο πόλο) και, σε κάθε περίπτωση, αδύνατο να γενικευθεί χωρίς αντιθέσεις, σε έναν κόσμο του οποίου οι φυσικοί πόροι είναι, εξ ορισμού, πεπερασμένοι (γνωρίζουμε, πράγματι, ότι θα χρειάζονταν ήδη αρκετοί πλανήτες να επεκταθεί στο σύνολο της ανθρωπότητας το βιοτικό επίπεδο του σημερινού μέσου Αμερικανού). Παρατηρώ με ενδιαφέρον ότι αυτές οι ιδέες που διέπονται από κοινή λογική –αν και παρουσιάζονται πάντα με συκοφαντίες και ως γραφικές από την προπαγάνδα των μέσων ενημέρωσης και τους πληρωμένους οικονομολόγους τους– αρχίζουν να γίνονται κατανοητές από ένα ευρύτερο κοινό. Ελπίζω μόνο να μην είναι πολύ αργά. Όντως, τίποτε δεν μας εγγυάται ότι η τελικά αναπόφευκτη κατάρρευση της νέας παγκοσμιοποιημένης ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας θα δώσει τη θέση της σε μια αξιοπρεπή κοινωνία και όχι σε έναν βάρβαρο, αστυνομοκρατούμενο και μαφιόζικο κόσμο.
Σε αυτό το βιβλίο επαναβεβαιώνετε την πίστη σας στην ιδέα ότι ο λαός είναι ο θεματοφύλακας της common decency [«καθημερινή ευπρέπεια», έκφραση του Τζωρτζ Όργουελ], από την οποία οι φιλελεύθερες «ελίτ» απομακρύνονται όλο και περισσότερο. Αλλά πιστεύετε ειλικρινά ότι, σήμερα, η προσκόλληση στις ηθικές αξίες είναι αυτό που ορίζει τον «φτωχό δεξιό λαό», όπως γράφετε εδώ; Όμως, το ξεκοκάλισμα των παραδοσιακών κοινωνικών δομών, σε συνδυασμό με την αποχριστιανοποίηση και την επίδραση των μήντια, των οποίων περιγράφετε εδώ τις πολιτισμικά καταστροφικές συνέπειες, έχουν επίσης αγγίξει σε μεγάλη έκταση και αυτά τα στρώματα. Μήπως, λοιπόν, υπάρχει εδώ μια ψευδαίσθηση –αναμφίβολα ευγενής, αλλά και σίγουρα αναποτελεσματική– θεωρώντας τους σαν τη μοναδική πιθανή δεξαμενή για μια ηθική και πολιτική ανάκαμψη;
Ζ-Κ. Μισεά: Αν, στα λαϊκά στρώματα που ψηφίζουν κόμματα της δεξιάς, δεν υπήρχε και μια μαζική ακόμη προσκόλληση στην οργουελική αντίληψη ότι υπάρχουν «πράγματα που δεν γίνονται», δεν θα καταλαβαίναμε γιατί οι ηγέτες αυτών των κομμάτων είναι συνεχώς αναγκασμένοι να μιμούνται, ακόμα και να υπερβάλλουν χοντροκομμένα, διακηρύσσοντας την αταλάντευτη προσήλωσή τους στις αξίες της κοινής ευπρέπειας. Και αυτό την ίδια στιγμή που πιστεύουν ακράδαντα ότι μόνο το «κίνητρο του κέρδους», –για να χρησιμοποιήσω αυτά που έλεγε πρόσφατα ο φιλελεύθερος ιδεολόγος Philippe Manière– μπορεί να στηρίξει «ηθικά» τη δυναμική του κεφαλαίου (από αυτή την άποψη, είναι σίγουρα πιο δύσκολο να είναι κάποιος πολιτικός της δεξιάς παρά πολιτικός της αριστεράς). Αυτός είναι και ο λόγος που ο φτωχός λαός της δεξιάς είναι δομικά καταδικασμένος σε πολιτική απόγνωση (εξ ου και η λογική τάση του, πέρα από ένα ορισμένο επίπεδο απογοήτευσης, να ψηφίζει την «άκρα δεξιά»). Όπως έγραφε ο Αμερικανός ριζοσπάστης κριτικός, Thomas Frank, αυτοί οι φτωχοί άνθρωποι ψηφίζουν τον υποψήφιο της δεξιάς, πιστεύοντας ότι μόνο αυτός μπορεί να αποκαταστήσει κάποια τάξη και ευπρέπεια σε αυτήν την κοινωνία που έχει χάσει την ψυχή της και, στο τέλος, το μόνο που βρίσκει μπροστά του είναι η ιδιωτικοποίηση της ηλεκτρικής ενέργειας! Τούτου λεχθέντος, έχετε δίκιο. Η λογική του φιλελεύθερου ατομικισμού, υπονομεύοντας διαρκώς κάθε μορφή λαϊκής αλληλεγγύης που εξακολουθεί να επιβιώνει, ταυτόχρονα καταστρέφει υποχρεωτικά όλες τις ηθικές προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την αντικαπιταλιστική επανάσταση. Αυτός είναι ο λόγος που, σήμερα, ο χρόνος λειτουργεί όλο και περισσότερο εναντίον της ελευθερίας και της πραγματικής ευτυχίας των ατόμων και των λαών. Εν κατακλείδι, πρόκειται για το ακριβώς αντίθετο από την άποψη που υποστηρίζουν οι φανατικοί οπαδοί της θρησκείας της προόδου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου