2.5.15

Καπιταλισμός- προτεσταντισμός – προτεσταντική ηθική



Θρησκεία και χρήμα
(με έμφαση στις υποσημειώσεις)
Ο κεφαλαιοκρατισμός ή καπιταλισμός [i] είναι φαινόμενο του δυτικού ανθρώπου και η ανάπτυξή του διευκολύνθηκε τα μέγιστα από τις υλικές και πνευματικές [ii] συνθήκες που ίσχυσαν στη δύση με την ανάδυση του ανθρώπου της αναγέννησης μετά από το μεσαίωνα.
Ο προτεσταντισμός [iii] (protest=διαμαρτυρία) διαμόρφωσε συγκεκριμένη αντίληψη περί εργασίας, και προϊόν του προτεσταντικού ανθρώπου υπήρξε ο καπιταλισμός, που έμελε να εξελιχθεί σε μία από τις βασικότερες ‘παραγωγικές δυνάμεις’ · τόσο σημαντική για την ανάπτυξη του βιομηχανικού συστήματος όσο ο ατμός και ο ηλεκτρισμός.

Το μεσαίωνα ο άνθρωπος εργαζόταν κάτω από μια συγκεκριμένη ανάγκη και ένα συγκεκριμένο σκοπό. Να κερδίσει το ψωμί του. Δεν υπήρχε ανάγκη, όπως τόνιζε ιδιαίτερα ο Max Weber, [iv] να δουλεύει κανείς περισσότερο από όσο ήταν απαραίτητο για την εξασφάλιση του πατροπαράδοτου βιοτικού επιπέδου.
Η κατάρρευση του μεσαιωνικού συστήματος της φεουδαρχικής κοινωνίας είχε βασική σημασία για όλες τις τάξεις της κοινωνίας. Το άτομο αφέθηκε ελεύθερο μεν αλλά μόνο και αποδυναμωμένο. Η ελευθερία αυτή είχε διπλό αποτέλεσμα. Ο άνθρωπος ήταν ελεύθερος να ενεργήσει και να σκεφτεί ανεξάρτητα, να γίνει αφεντικό του εαυτού του και να διαθέσει τη ζωή του όπως νόμιζε, όχι όπως του επέβαλαν. Ταυτόχρονα όμως στερήθηκε τη σιγουριά που απολάμβανε, το αδιαφιλονίκητο αίσθημα πως ανήκε κάπου, και λύθηκαν οι δεσμοί του με τον κόσμο που ικανοποιούσε την εκ μέρους του αναζήτηση σιγουριάς· τόσο οικονομικής όσο και πνευματικής. Αισθάνθηκε να τον πλημμυρίζει η μοναξιά και το άγχος. Αυτά τα δύο είδη ελευθερίας είχαν διαφορετική βαρύτητα, ανάλογα με το επίπεδο των διαφόρων κοινωνικών τάξεων της τότε κοινωνίας.
Η πιο πετυχημένη τάξη της κοινωνίας επωφελήθηκε σε βαθμό που να αποκτήσει αληθινό πλούτο και δύναμη. Στα μέλη της δόθηκε η δυνατότητα να επεκταθούν, να κατακτήσουν, να κυβερνήσουν και να συσσωρεύσουν πλούτη σαν αποτέλεσμα της δραστηριότητας και των λογικών υπολογισμών τους. Αυτή η νέα αριστοκρατία του πλούτου σε συνδυασμό με την αριστοκρατία καταγωγής βρέθηκε σε θέση που μπορούσε να απολαμβάνει τους καρπούς της νέας ελευθερίας και να αποκτήσει ένα νέο αίσθημα κυριαρχίας και ατομικής πρωτοβουλίας.
Από την άλλη μεριά, οι κατώτερες τάξεις επιδόθηκαν σε μία νέα αναζήτηση ελευθερίας και παρωθούνταν από την έντονη ελπίδα πως θα θέσουν τέρμα στην ολοένα μεγαλύτερη οικονομική και προσωπική καταπίεση. Θα έχαναν πολύ λίγα και θα κέρδιζαν πολλά. Δεν ενδιαφέρονταν για τις δογματικές ταχυδακτυλουργίες αλλά μάλλον για τις θεμελιώδεις αρχές της βίβλου. Οι ελπίδες τους πήραν ενεργητική μορφή στις πολιτικές εξεγέρσεις και τα θρησκευτικά κινήματα που χαρακτηρίζονται από το ίδιο πνεύμα αδιαλλαξίας που χαρακτήριζε την αρχική περίοδο του χριστιανισμού. [v]
Η έμφαση στη δύναμη της ατομικής δραστηριότητας και βούλησης συναντιέται και στις θεολογικές διδασκαλίες της καθολικής εκκλησίας του τέλους του μεσαίωνα. Οι Σχολαστικοί [vi] αυτής της περιόδου δεν εξεγέρθηκαν κατά της εξουσίας και αποδέχτηκαν την καθοδήγησή της. Τόνιζαν όμως το θετικό νόημα της ελευθερίας, τη συμμετοχή του ανθρώπου στον καθορισμό της μοίρας του, τη δύναμή του, την αξιοπρέπειά του και την ελευθερία της βούλησής του.
Η δυτική θεολογία πορεύτηκε σε καινούρια μονοπάτια, βασιζόμενη στην ορθολογική επεξεργασία των αληθειών της πίστης. Σταδιακά, ο ορθολογισμός μονοπώλησε τον τρόπο προσέγγισης του Θεού στην Δύση. Η παπική Εκκλησία εγκλωβίστηκε σε μια συγκεκριμένη φιλοσοφική Σχολή και ταυτίστηκε με αυτή. Έτσι, όταν οι επιστημονικές ανακαλύψεις του Κοπέρνικου, του Γαλιλαίου και του Νεύτωνα επέφεραν την κατάρρευση της δυτικής μεσαιωνικής σκέψης, η παπική Εκκλησία αισθάνθηκε απειλημένη και αντέδρασε με βίαιο τρόπο. Εξαιτίας αυτών των εξελίξεων, ένας ολότελα καινούριος πολιτισμός έχει γεννηθεί στην Δύση.
Ο προτεσταντισμός έδωσε έκφραση στα αισθήματα ασημαντότητας και μνησικακίας. Κατέστρεψε την εμπιστοσύνη του ανθρώπου στην απεριόριστη αγάπη του θεού. Δίδαξε τον άνθρωπο να περιφρονεί και να δυσπιστεί προς τον εαυτό του και τους άλλους. Τον έκανε αντί για σκοπό, όργανο. Συνθηκολόγησε μπροστά στην κοσμική εξουσία και διέγραψε την βασική του αρχή σύμφωνα με την οποία «η κοσμική εξουσία δεν δικαιολογείτε να υπάρχει αν έρχεται σε αντίθεση με τις ηθικές αρχές». Και κάνοντας όλα αυτά, κατέστρεψε τα στοιχεία εκείνα που αποτέλεσαν τα βάθρα της ιουδαιο-χριστιανικής παράδοσης. [vii]
Στον Καλβινισμό, [viii] αρχικά η σημασία της ηθικής προσπάθειας [ix] αποτελούσε σημαντικό μέρος του θρησκευτικού δόγματος. Αργότερα όμως, οι συνθήκες οδήγησαν τον διαμαρτυρόμενο άνθρωπο στο να δώσει μεγαλύτερη σημασία στην επαγγελματική προσπάθεια [x] και τα αποτελέσματά της. Δηλαδή στην επιχειρηματική επιτυχία ή αποτυχία. Η επιτυχία ήταν σημάδι θείας χάρης. Η αποτυχία σημάδι θείας καταδίκης.[xi] Το νέο στοιχείο στη σύγχρονη κοινωνία ήταν πως οι άνθρωποι έφτασαν να ωθούνται προς την εργασία όχι τόσο από εξωτερική πίεση όσο από εσωτερικό καταναγκασμό. Αναμφίβολα ο καπιταλισμός δεν ήταν δυνατόν να αναπτυχθεί χωρίς αυτή τη διοχέτευση του μεγαλύτερου μέρους της ενεργητικότητας του ανθρώπου προς την κατεύθυνση της εργασίας.
Ο ανερχόμενος καπιταλισμός [xii] μολονότι σήμαινε και για τη μεσαία τάξη μεγαλύτερη ανεξαρτησία και πρωτοβουλία, αποτελούσε περισσότερο απειλή. Στις αρχές το 16ου αιώνα το άτομο της μεσαίας τάξης δεν μπορούσε ακόμα να αξιοποιήσει την «νέα ελευθερία» εξασφαλίζοντας αρκετή δύναμη και σιγουριά. Η ελευθερία συνεπαγόταν περισσότερο απομόνωση και προσωπική ασημαντότητα παρά δύναμη και βεβαιότητα. Παράλληλα τον πλημμύριζε έντονη μνησικακία για την πολυτελή διαβίωση και τη δύναμη των εύπορων τάξεων περιλαμβανομένης και της ιεραρχίας της καθολικής εκκλησίας.
Η διαμόρφωση του νέου χαρακτήρα, που ήταν αποτέλεσμα των οικονομικών και κοινωνικών αλλαγών και ενισχυόταν από τα θρησκευτικά δόγματα, έγινε με τη σειρά του σημαντικός παράγοντας στη διάπλαση της παραπέρα κοινωνικής και οικονομικής εξέλιξης.[xiii]
Οι ιδιότητες εκείνες που πήγαζαν από αυτή τη διαμόρφωση χαρακτήρα, την υποχρέωση προς την εργασία, το πάθος της αποταμίευσης, η προθυμία να μετατρέψεις τον εαυτό σου σε όργανο για την επιτυχία σκοπών μιας εξω-προσωπικής εξουσίας, ο ασκητισμός [xiv] και η επιβαλλόμενη αίσθηση του καθήκοντος, ήταν ακριβώς τα γνωρίσματα εκείνα του χαρακτήρα που αναδείχθηκαν σε παραγωγικές δυνάμεις της καπιταλιστικής κοινωνίας και χωρίς τα οποία θα ήταν αδιανόητη η σύγχρονη οικονομική και κοινωνική εξέλιξη.
Μια εποχή δεν αρχίζει αυτόματα, αλλά η αρχή της προϋπάρχει στην προηγούμενή της εποχή. Επί διακόσια και πλέον χρόνια (από τις πρώτες δεκαετίες του 14ου μέχρι τα μέσα του 16ου αι.) οι εκπρόσωποι της Ευρωπαϊκής διανόησης αντιλαμβάνονταν ότι η εποχή τους διαφοροποιούνταν ριζικά από τους αιώνες που προηγήθηκαν
ΕΠΙΠΡΟΣΘΕΤΑ
Αξίζει να σημειώσουμε ότι ο Μαξ Βέμπερ στο βιβλίο του αναφέρει ότι ο Λούθηρος «με την αυξανόμενη ανάμιξη σε εγκόσμιες υποθέσεις συμβαδίζει χέρι με χέρι η αυξανόμενη εκτίμηση του επαγγέλματος». Η ταύτιση της εργασίας, που είναι, βέβαια, απαραίτητη για τον άνθρωπο, με την εξειδίκευση των επαγγελμάτων, συντελεί κατά τους Προτεστάντες στην επιβεβαίωση της Χάριτος του Θεού μέσα στον άνθρωπο και, βέβαια, στην επίγνωση ότι ανήκει κανείς στους εκλεκτούς του Θεού. Πέρα από αυτήν την μεταφυσική θεώρηση της εξειδίκευσης, το επάγγελμα τίθεται και σε ωφελιμιστικά πλαίσια, τα οποία καλλιεργούν το πνεύμα του Καπιταλισμού. Η δεξιοτεχνία του εργάτη βοηθά στην ποιοτική και ποσοτική βελτίωση της παραγωγής, εξυπηρετείται το γενικό καλό, δημιουργείται η δυνατότητα μεγαλυτέρου κέρδους, κερδίζεται περισσότερος χρόνος. Είναι χαρακτηριστικά τα λόγια του Baxter: «έξω από ένα σταθερό επάγγελμα τα επιτεύγματα της εργασίας ενός ανθρώπου είναι ασταθή και ευκαιριακά και σπαταλιέται περισσότερος χρόνος σε οκνηρία παρά σε εργασία». Τελειώνοντας αυτήν την ανάλυση της συνδέσεως που κάνει ο Max Weber μεταξύ της προτεσταντικής ηθικής και του πνεύματος του Καπιταλισμού, πρέπει να σημειώσουμε κάτι που ο ίδιος ο Max Weber υπογραμμίζει εμφαντικά. Στους μεταρρυθμιστές δεν μπορεί κανείς να βρει ότι σκοπός της ζωής τους ήταν να θεμελιώσουν κοινωνίες με «ηθικό πολιτισμό». Στο κέντρο των ενδιαφερόντων τους δεν ήταν «προγράμματα ηθικοκοινωνικών μεταρρυθμίσεων», αλλά κυρίως ενδιαφέρονταν για την σωτηρία της ψυχής. Δεν μπορεί να υποστηριχθεί δογματικά ότι το καπιταλιστικό πνεύμα προέκυψε μόνον από την επίδραση της Μεταρρυθμίσεως, καθώς επίσης ότι «ο καπιταλισμός σαν οικονομικό σύστημα, είναι δημιούργημα της Μεταρρύθμισης». Εκείνο που θέλει να υποστηρίξει είναι ότι οι θρησκευτικές ιδέες επέδρασαν στην ποιοτική διαμόρφωση και την ποσοτική εξάπλωση του πνεύματος του Καπιταλισμού πάνω στον κόσμο.
Οι απόψεις του Max Weber που διατυπώθηκαν μάλιστα σ’ έναν ορισμένο χώρο, δηλαδή στον δυτικό, δημιούργησαν μεγάλη συζήτηση. Υπήρξαν επιστήμονες που ενστερνίσθηκαν αυτές τις απόψεις, ότι, δηλαδή, το πνεύμα του Καπιταλισμού έχει σχέση με την προτεσταντική ηθική, καθώς επίσης υπήρξαν και άλλοι που αρνήθηκαν ότι υπάρχει σχέση μεταξύ αυτών των δύο πραγματικοτήτων. Πέρα από αυτές τις δύο απόψεις διατυπώθηκαν και πολλές άλλες. Το γεγονός είναι ότι το βιβλίο αυτό του Max Weber δημιούργησε μεγάλη συζήτηση, η οποία εξακολουθεί και στις ημέρες μας. Επομένως, πρόκειται για ένα βιβλίο που δημιούργησε ζυμώσεις, γιατί διακρίνεται για πρωτοτυπία.
– Όλα αυτά δείχνουν ότι, το πνεύμα του Καπιταλισμού προϋπήρχε του Προτεσταντισμού, αλλά όμως, όπως παρατηρεί και ο Fanfani, ο Προτεσταντισμός άσκησε θετική επίδραση για την καθιέρωση του Καπιταλισμού και αυτό, βέβαια, παρά την θέληση των Μεταρρυθμιστών.
–     Ο Tawney, υποστηρίζει ότι το καπιταλιστικό πνεύμα προϋπήρχε του Προτεσταντισμού αλλά δέχεται ότι υπήρχε μια γενικότερη σχέση αιτιότητας ανάμεσα στην Προτεσταντική Μεταρρύθμιση και την άνοδο του Καπιταλισμού. Μάλιστα διατυπώνει την άποψη ότι και μεταξύ των Προτεσταντικών ομάδων υπάρχει σαφής διαφορά. Για παράδειγμα ισχυρίζεται ότι, ενώ ο Παπισμός και ο Λουθηρανισμός διακρίνονται για μια συντηρητική στάση, αντίθετα ο Καλβινισμός έφερε μια επανάσταση, από την άποψη ότι απευθυνόταν σε μια ήδη διαφορετική οικονομία από αυτήν του Μεσαίωνα και χρησιμοποιούσε αυτήν ως βάση για την ηθική του θεωρία. Ο Λουθηρανισμός εξιδανίκευσε την αγροτική, παραδοσιακή κοινωνία, ενώ ο Καλβινισμός ήταν ένα κίνημα της πόλης, που δεν έβλεπε καχύποπτα την ενασχόληση με το εμπόριο και την χρηματοδότηση. Επομένως, σύμφωνα με τον Tawney, στο σύνολό του ο Προτεσταντισμός χωρίς να είναι η αιτία του Καπιταλισμού, εν τούτοις εξελίχθηκε ως ο σημαντικός υπηρέτης της ανάπτυξής του. Αυτό φαίνεται από το ότι ο μεν Καλβινισμός δεν απέρριπτε όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του Καπιταλισμού, όπως τα αναλύει διεξοδικά ο Max Weber, αλλά επέμενε να τα χρησιμοποιεί για την δόξα του Θεού, καθώς επίσης ότι απελευθέρωνε την οικονομική δραστηριότητα της μεσαίας τάξης και με αυτόν τον τρόπο δημιούργησε μια νέα κοινωνία, ο δε Πουριτανισμός ερχόταν σε αντίθεση με τον Φεουδαλισμό και το απολυταρχικό Κράτος, έτσι, εμμέσως μπορούμε να κάνουμε λόγο για σχέση μεταξύ του πνεύματος του Καπιταλισμού και της προτεσταντικής ηθικής.
Γενικά, οι περισσότεροι δέχονται ότι, καίτοι ο Καπιταλισμός προϋπήρχε του Προτεσταντισμού, εν τούτοις ο τελευταίος άσκησε θετική επίδραση στην καθιέρωσή του. Όσα ισχυρίζονται ο Max Weber και ο Troeltsch, κατά τον Hyma έχουν ίσως εφαρμογή στους νεοκαλβινιστές της Αγγλίας και της Αμερικής, όχι όμως και στον Καλβινισμό του Καλβίνου. Τα ενδιαφέροντα του Καλβίνου ήταν πνευματικά και αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι από τις τριάντα χιλιάδες σελίδες κειμένων του, μόνον οι πενήντα ασχολούνται με οικονομικά προβλήματα. Το ότι κάποιοι Καλβινιστές από τον 17ο αιώνα και μετά παραδόθηκαν στην λατρεία του Μαμμωνά (στην Καινή Διαθήκη, είναι η απληστία ή ο υλικός πλούτος, και κατά τον Μεσαίωνα συχνά προσωποποιείται ως θεότητα και μερικές φορές περιλαμβάνει τους επτά πρίγκιπες της κόλασης) δεν σημαίνει ότι ο Καλβινισμός τους οδήγησε εκεί, αλλά απλώς ότι είχαν πάψει να είναι Χριστιανοί. Ο Καλβινισμός απέρριψε την απαγόρευση του τόκου που είχε επιβάλει ο Καθολικισμός βοήθησε στην παραγωγική διακίνηση του χρήματος και, βέβαια, στην αύξησή του.
Από την παράθεση των απόψεων αυτών που κρίνουν την θεωρία του Max Weber φαίνεται ότι δεν είναι εύκολη υπόθεση να απορρίψη κανείς την άμεση ή έμμεση σχέση που υπάρχει μεταξύ του πνεύματος του Καπιταλισμού και της Προτεσταντική ηθικής. Μπορεί κανείς να έχει διαφορετικές επί μέρους αντιρρήσεις, αλλά εν τούτοις υπάρχει ένας έμμεσος επηρεασμός. Αυτό τουλάχιστον φαίνεται από την μελέτη των απόψεων των πιο πάνω ερευνητών.
–     Διατυπώθηκε ακόμη η άποψη ότι ο Καπιταλισμός δεν έχει τόσο σχέση με την Προτεσταντική ηθική, αλλά με το πνεύμα του Ιουδαϊσμού. Αυτό υποστηρίχθηκε από τον Werner Sombart, κατά τον οποίο η κυρία πηγή του πνεύματος του Καπιταλισμού ήταν η κοινωνική στάση και η οικονομική πράξη που σχετίζεται με τον Ιουδαϊσμό. Είναι δε γνωστό το επιχειρησιακό πνεύμα του Εβραίου.
Ο Hyma ισχυρίζεται ότι ο Max Weber έδωσε λαθεμένη έμφαση στις διαφορές Καθολικισμού και Προτεσταντισμού, ενώ έχουν ομοιότητες σε πολλά σημεία, κυρίως στα δύο βασικά θέματα του τόκου και της εργασίας. Κοινή βάση και των δύο αυτών μορφών του Χριστιανισμού είναι οι διδασκαλίες του ιερού Αυγουστίνου. Ο Hyma ισχυρίζεται ότι σύγχρονοι Προτεστάντες πιστεύουν ότι ο Καθολικισμός έχει απομακρυνθεί από τον Αυγουστίνο. Στην πραγματικότητα όμως μετά από δύο αιώνες σχετικού παραμερισμού, ο Αυγουστίνος επανήλθε σε εξέχουσα θέση στην Καθολική σκέψη κατά τον 16ο αιώνα. Η θεωρία του Αυγουστίνου περί του προορισμού, με την μικρή τροποποίηση που υπέστη από τον Λούθηρο και τον Καλβίνο, έγινε αποδεκτή από πολλούς στην Καθολική Εκκλησία την εποχή εκείνη.
Τελικά, το βαθύτερο πνεύμα του δυτικού Χριστιανισμού είναι ο ατομικισμός. Αυτό ακριβώς δείχνει τον στενό σύνδεσμο του Καπιταλισμού με τον δυτικό τρόπο ζωής. Προϋπήρχε, βέβαια, αυτό το πνεύμα του Καπιταλισμού και στον Παπισμό, αλλά τελικά οι Προτεστάντες με την βίωση της ελευθερίας και την καλλιέργεια της ελεύθερης σκέψης, το ανέπτυξαν ακόμη περισσότερο.
–       Σε προηγούμενες αναλύσεις είδαμε ότι ο Max Weber αναλύει διεξοδικά την σχέση μεταξύ της προτεσταντικής ηθικής και του πνεύματος του Καπιταλισμού. Ιδιαίτερα εξετάζει τον Καλβινισμό, τον πιετισμό, τον μεθοδισμό και τις βαπτιστικές αιρέσεις και αποδεικνύει ότι, παρά τις επί μέρους διαφορές τους, έχουν το ίδιο περιεχόμενο, εμποτίζονται από τον απόλυτο προορισμό, ο οποίος επηρέασε την ατομική και κοινωνική ζωή.
–       Οι σοσιαλιστικές θεωρίες πέρασαν στην Ορθόδοξη Ανατολή, όπου επικρατούσε η Ορθοδοξία, γιατί εκεί ήταν γνωστές από χρόνια απόψεις για την δικαιοσύνη, την ισότητα, την αγάπη κλπ.
Οι θεωρίες του σοσιαλισμού – μαρξισμού είναι δύσκολο να επικρατήσουν στον δυτικό χώρο, γιατί εκεί κυριαρχεί το άτομο. Και σε αυτές τις ατομοκρατικές αντιλήψεις ευδοκιμεί ο Καπιταλισμός. Επομένως, ο Καπιταλισμός δεν μπορεί να χωρέσει στην διδασκαλία και τον τρόπο ζωής που επικρατεί στην Ρωμηοσύνη. Είναι γέννημα του δυτικού ανθρώπου και είναι προορισμένος γι’ αυτόν.
–       Η θεωρία του απολύτου προορισμού είναι απόβλητη από την θεολογία των Πατέρων της Εκκλησίας. Ο Θεός δεν παραβιάζει την ελευθερία του ανθρώπου και όσοι θελήσουν μπορούν να γίνουν υιοί του Θεού. Όταν ο άνθρωπος ακολουθήσει μια συγκεκριμένη μέθοδο θεραπείας, τότε μπορεί να φθάσει στην θεοπτία. Έτσι, γνωρίζει τον Θεό, αποκτά ανιδιοτελή αγάπη και αγαπά όλον τον κόσμο.
–       Η εργασία κάθε ανθρώπου δεν είναι αυτοσκοπός στην ζωή του. Είναι χρήσιμη, απαραίτητη για να μη περιπίπτει στην ακηδία, καθώς επίσης και αναγκαία για να τρέφει ο άνθρωπος αυτούς που έχει υπό την προστασία του, αλλά δεν είναι ο μοναδικός του σκοπός. Θεωρείται ότι είναι δώρο Θεού, και πρέπει να εξασκήται ευχαριστιακά.
–       Η ορθόδοξη άσκηση δεν αποβλέπει στην εκπλήρωση των καθηκόντων έναντι του Θεού, ούτε στην επιβεβαίωση ότι ανήκει κανείς στην αριστοκρατία των εκλεκτών, αλλά στην ελευθέρωση του νοός από την υποδούλωση του στα κτίσματα.
————————–
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ασχολούμεθα ινα σχολάζομεν. Διότι η σχόλη γεννά την πολιτικήν αρετήν και το ήθος.
Μπορεί στη βιολογική μας σύσταση να μην το έχουμε αλλά έχουμε ιστορικούς εθισμούς σε αυτή την προτεραιότητα. Στην καταξίωση της σχόλης ως κοινωνικού γεγονότος. Πρώτη ανάγκη του Έλληνα είναι η σχέση κοινωνίας.
– Όταν η άποψή μας έρχεται σε σύγκρουση με την αλήθεια, τόσο το χειρότερο για την αλήθεια, λέει ένα παλιό γνωμικό. –
—————————
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[i]                       Η λέξη Καπιταλισμός προέρχεται από την λέξη capital και δηλώνει το κεφάλαιο. Με τον όρο, λοιπόν, Καπιταλισμό εννοούμε τον κεφαλαιοκρατισμό και με τον όρο καπιταλιστή τον κεφαλαιοκράτη. Πρόκειται για ένα σύστημα που αξιοποιεί το κεφάλαιο, που αν το δούμε όπως τ’ αναλύει ο Max Weber, δεν είναι τόσο μονοσύνθετο.
[ii]                      Η θεολογική διαφοροποίηση της Δύσης από την Ανατολή δημιούργησε προβλήματα στον δυτικό χώρο. Η θεολογική αυτή απόκλιση, δεν παρέμεινε μόνον στο θεωρητικό και δογματικό επίπεδο, αλλά έγινε τρόπος ζωής. Οι δυτικές εκκλησίες στο θεωρητικό και θεολογικό επίπεδο έχουν επηρεασθεί από τις θεωρίες του ιερού Αυγουστίνου (354-430), που ανέπτυξε την θεωρία περί του απολύτου προορισμού, σύμφωνα με την οποία όλοι οι άνθρωποι από την φύση τους είναι αμαρτωλοί και ανεπίδεκτοι προόδου, όμως, ο Θεός εκλέγει αιωνίως μερικούς από αυτούς, οι οποίοι τελικά ως εκλεκτοί του Θεού σώζονται, όχι κατά την δική τους αξία, αλλά κατά την ανεξερεύνητη βουλή του Θεού. Επομένως, ο Θεός δεν στέλλει τη χάρη Του σε όλους τους ανθρώπους, αλλά μόνον στους εκλεκτούς Του, που τους εξέλεξε και τους προόρισε για τα αιώνια αγαθά, και αυτοί δεν είναι γνωστοί από κανέναν άλλο, παρά μόνον από τον Θεό. Οι Μεταρρυθμιστές της δυτικής εκκλησίας του 16ου αιώνα επηρεάσθηκαν σε μεγάλο βαθμό από την θεωρία του ιερού Αυγουστίνου για τον απόλυτο προορισμό του ανθρώπου και αυτό καθόρισε ολόκληρη την θεολογική σκέψη και την πρακτική ζωή.
Για τον Max Weber, είναι «οι θρησκευτικές βάσεις του εγκόσμιου ασκητισμού», ο οποίος εγκόσμιος ασκητισμός εκφράζει και διαμορφώνει το λεγόμενο πνεύμα του Καπιταλισμού. Παρατηρεί ότι οι βασικοί φορείς του ασκητικού Προτεσταντισμού, που είναι ο καλβινισμός, ο πιετισμός, ο μεθοδισμός και διάφορες, πολλές άλλες, διέπονται από την ίδια προβληματική. Όλες αυτές οι Προτεσταντικές ομάδες διαποτίζονται από την θεωρία του Αυγουστίνου για τον απόλυτο προορισμό του ανθρώπου.
[iii]          Ο Προτεσταντισμός ή Διαμαρτύρηση (Protest = διαμαρτυρία) αποτελεί χριστιανικό κίνημα που εμφανίστηκε το 16ο αιώνα στη Γερμανία, και από εκεί εξαπλώθηκε στην κεντρική και δυτική Ευρώπη και αποτέλεσε τη «θρησκευτική μεταρρύθμιση» στη δυτική εκκλησία. Πρωτεργάτης των διαμαρτυρόμενων ήταν ο Γερμανός μοναχός Μαρτίνος Λούθηρος (Martin Luther 1483-1546), με αίτιο την ανάμειξη της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας στην κοσμική εξουσία. Έτσι οδήγησε ένα τμήμα της ήδη σχισματικής και με αιρετικές δοξασίες ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας, σε ακόμη μεγαλύτερη πνευματική περιπέτεια και σε ένα άνευ προηγουμένου κατακερματισμό, από τον οποίο προήλθαν οι εκατοντάδες παραφυάδες που υπάρχουν σήμερα. Η τακτική του υποστηρίχθηκε απ’ τους άρχοντες κι απ’ τα φτωχότερα στρώματα της αγροτιάς που δέχονταν την καταπίεση του κλήρου. Αφορμές για ξεσηκωμό υπήρξαν πάμπολλες, λέγεται όμως ότι η σπίθα που άναψε την πυρκαγιά προέκυψε, όταν φτωχοί αγρότες συνέλαβαν και κρέμασαν στη νότια Γερμανία ένα επίσκοπο, ο οποίος ερχόταν με συνοδεία από τη Ρώμη για να πουλήσει «συγχωροχάρτια»· ήταν βεβαιώσεις του πάπα, ότι ο κάτοχος και πληρωτής είχε απαλλαγεί από τις αμαρτίες του. Το 1517 ο Μαρτίνος Λούθηρος άρχισε τη διαμαρτύρηση του κατά της Ρωμαϊκής Εκκλησίας. Ο πάπας αφόρισε το Λούθηρο κι αυτός έκαψε δημόσια τις «βούλες» του πάπα. Έτσι άρχισε μια διαμάχη, που έμελλε να τελειώσει μόνο με την απόσπαση των προτεσταντών από την καθολική Εκκλησία. Η εξέλιξη των αντιπαραθέσεων έμελε να οδηγήσει στη δημιουργία ενός από τους τρεις μεγάλους κλάδους του Χριστιανισμού, μαζί με τον Ρωμαιοκαθολικισμό και την Ορθοδοξία.
Ο Μαρτίνος Λούθηρος ύστερα από μελέτη της προς Ρωμαίους επιστολής του αποστόλου Παύλου πείστηκε πως η σωτηρία της ψυχής του ανθρώπου ήταν αποτέλεσμα μόνο της Θείας Χάρης και της πίστης, κι όχι των αγαθών ή μη έργων. Η λουθηρανή Εκκλησία πρέσβευε μεταξύ άλλων και τα εξής βασικά δόγματα, που η μετεξέλιξή τους θα διαμόρφωνε το δυτικό πολιτισμό στη μορφή που τον ξέρουμε σήμερα: “η Αγία Γραφή μπορεί να ερμηνεύεται κατά συνείδηση. Η ιεροσύνη δεν είναι ιδιαίτερο μυστήριο. Ιεροσύνη έχουν όλοι οι Χριστιανοί γενικά, άρα όλοι μπορούν να ασκούν το έργο του Ιερέως. Το μοναδικό μυστήριο που είναι πραγματικό και ολοκληρωμένο είναι το βάπτισμα.” Με τα επόμενα έργα του ο Λούθηρος μεγάλωσε το χάσμα, ενώ βρήκε ιδιαίτερη απήχηση στη Γερμανία, αλλά και σε άλλες χώρες της βόρειας κυρίως Ευρώπης. Σύντομα ο Προτεσταντισμός έπαψε να είναι ενιαίο δόγμα. Δημιουργήθηκαν διάφορες παραλλαγές του, απ’ τις οποίες πιο σημαντικές είναι αυτή των ζβιγγλιανών (από τον ιδρυτή της Ζβίγγλιο) και των καλβινιστών (απο τον Καλβίνο). Οι παραλλαγές αυτές ξεκίνησαν από την Ελβετία, αλλά διαδόθηκαν και σε άλλες χώρες, όπως στη Γερμανία, Ολλανδία, Γαλλία κλπ. Μια βασική διαφορά των Ζβιγγλιανών και Καλβινιστών με τους Λουθηρανούς είναι πάνω στο θέμα της σωτηρίας του ατόμου. Οι Λουθηρανοί πιστεύουν ότι ο άνθρωπος σώζεται με την πίστη του, ενώ οι άλλοι λένε πως σώζονται μόνο εκείνοι που εκ των προτέρων έχει καθορίσει ο Θεός (Απόλυτος Προορισμός). Η θέση αυτή ((άμεσα συνδεδεμένη με την δικονομία) που την είχε και ο καθολικισμός) σαν απόλυτη ορθολογική ερμηνεία της παντογνωσίας του θεού, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι: αυτός που είναι προορισμένος να σωθεί, θα σωθεί οπωσδήποτε· αυτός που είναι προορισμένος να μη σωθεί, δεν πρόκειται να σωθεί ότι και αν κάνει.
[iv]                     Max Weber, (1864-1920) Γερμανός κοινωνιολόγος, ο οποίος δίδαξε κοινωνιολογία στο Βερολίνο, στο Φρεϊμβούργο (Freiburg), στην Χαϊδελβέργη, στην Βιέννη και στο Μόναχο. Στα συγγράμματά του ο Max Weber προσδίδει μεγάλη σημασία, αξία και σπουδαιότητα και αναπτύσσει την θέση του ότι τα χαρακτηριστικά της οικονομίας προσδιορίζονται από τον θρησκευτικό παράγοντα. Αυτός ακριβώς ο παράγοντας, συνετέλεσε στο να κλονισθούν τα θεμέλια του ιστορικού υλισμού, του Marx και του Engels. Ο Max Weber στο βιβλίο του «Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του Καπιταλισμού» θα αναπτύξει τη θέση ότι, κατά τον Μεσαίωνα στην Δύση έγινε μια μεγάλη αλλαγή στον τρόπο ζωής των ανθρώπων. Κέντρο της ζωής του ανθρώπου έγινε ο ορθός λόγος και με αυτόν ο άνθρωπος ρύθμιζε όλες τις εκδηλώσεις και τις ενέργειές του. Οι θρησκευτικές ιδέες και συγκεκριμένα οι ιδέες της Μεταρρυθμίσεως επέδρασαν στην ανάπτυξη ενός οικονομικού πνεύματος. Στην διαφοροποίηση αυτή συνετέλεσε πολύ ο Προτεσταντισμός με την ρασιοναλιστική θεώρηση των θεμάτων της ζωής. Στον Max Weber η αφετηριακή σκέψη είναι ότι η ορθολογική οργάνωση της εργασίας και των οικονομικών αγαθών συνδέεται στενά με τους Προτεστάντες και όχι τόσο με τους «Καθολικούς». Μιλώντας για τους πιετιστές και γενικά για τις προτεσταντικές αδελφότητες, τονίζει ότι εκτός του ότι ήταν κέντρα αποστολών, ταυτόχρονα ήταν και επιχειρήσεις. Επόμενο ήταν να οδηγήσουν τα μέλη τους στην αναζήτηση καθήκοντος και έπειτα στην προσεκτική και συστηματική εκτέλεσή του. Το γεγονός είναι ότι η θεωρία του απολύτου προορισμού εκλογίκευσε την ζωή, συστηματοποίησε τις κοινωνικές και επαγγελματικές δραστηριότητες και τοποθέτησε τον άνθρωπο μέσα στο πλαίσιο της εφαρμογής των καθηκόντων που είχε. Ακριβώς δε αυτά τα σημεία συνετέλεσαν στην εξέλιξη του λεγομένου πνεύματος του Καπιταλισμού. Ο Max Weber δίνει μεγάλη σημασία στο γεγονός ότι αν προσέξει κανείς την στατιστική των επαγγελμάτων, σε χώρες όπου υπάρχει μικτή θρησκευτική σύνθεση, θα διαπιστώσει ότι η πλειοψηφία των ανθρώπων που είναι κάτοχοι του κεφαλαίου και είναι επιχειρηματίες, όπως επίσης τα ανώτερα στρώματα των ειδικευμένων εργατών και το μορφωμένο προσωπικό των επιχειρήσεων, είναι Προτεστάντες. Δηλαδή, εν σχέσει με τους «Καθολικούς», οι Προτεστάντες πλειοψηφούν στις επιχειρήσεις και σε κατοχή κεφαλαίου. Βέβαια, αυτό πιθανόν να ερμηνεύεται από το ότι αυτή η κατάσταση, και κυρίως όταν εξετάζεται κατά χώρα, οφείλεται σε ιστορικά αίτια, ότι, δηλαδή, τον 16ο αιώνα η πλειονότητα των πλουσίων πόλεων έγιναν Προτεστάντες. Αλλά και σε αυτήν την περίπτωση δεν μπορεί να εξηγηθεί πως πλούσιες περιοχές είχαν προδιάθεση για μια εκκλησιαστική επανάσταση, και μάλιστα οι προχωρημένες οικονομικά χώρες.
[v]                      Ο Καλβίνος, ο Ελβετός Ζβίνγκλι (Ulrich Zwingli) και ο Λούθηρος, (ο καθένας εκ των οποίων ασκούσε επιρροή και σε ένα διαφορετικό εκκλησιαστικό ρεύμα) θεωρούνται από τους κυριότερους εκπροσώπους της εκκλησιαστικής αναμόρφωσης του 16ου αιώνα. Ήρθαν σε ρήξη με την Καθολική Εκκλησία, η οποία τους κατηγορεί ότι διέσπασαν την ενότητα της εκκλησίας. Εκείνοι όμως εξεγέρθηκαν όχι κατά της «μίας, αγίας, καθολικής και αποστολικής εκκλησίας», αλλά «Διαμαρτυρόμενοι» (Protest) κατά των καταχρήσεων και ετεροδιδασκαλιών που διαμέσου των αιώνων είχαν εισχωρήσει στην εκκλησία των ημερών τους. Η μεταρρύθμιση και διάσπαση της Εκκλησίας προέκυψε από την κατάπτωση και διαφθορά που είχε γίνει κανόνας στην πλειοψηφία των καθολικών επισκόπων και κυρίως στον πάπα και το περιβάλλον του. Η διαμαρτυρία (Protest), γι’ αυτή την κατάσταση, αρχικά δεν απέβλεπε στη διάσπαση αλλά στον εξαναγκασμό των εκκλησιαστικών «πατέρων» να εγκαταλείψουν τον έκλυτο βίο και να στρέψουν το ενδιαφέρον τους στην κοινωνική αδικία.
[vi]          Περί έτος 1000 μ.Χ. ο δυτικο-ευρωπαϊκός πολιτισμός βρισκόταν στον πυθμένα του βυθού όπου είχε βουλιάξει. Γαλουχημένος, από τα σκοτάδια του Παπισμού και της επεκτεινόμενης βαρβαρότητας, ο κλήρος είχε καταστεί κατά το πλείστον βίαιος, ανήθικος και με ολοένα μεγαλύτερα κοσμικά ενδιαφέροντα. Είχε διαφθαρεί από τον πλούτο και τη δύναμη που χρωστούσε στις ευεργεσίες των πιστών. Η θεολογία της Δύσης αποκομμένη από την θεολογία των Πατέρων, συνδέθηκε με τις θεωρίες των φιλοσόφων. Τότε, μέσα από τα μοναστικά τάγματα, ξεπρόβαλαν οι σχολαστικοί φιλόσοφοι και οδήγησαν στην Αναγέννηση, όπου γεννήθηκε ο νέος κόσμος της δύσης. Σχολαστικισμός ονομάζεται το φιλοσοφικό ρεύμα ή μαθησιακή μέθοδος η οποία αποσκοπούσε στη συμφιλίωση της σκέψης των αρχαίων κλασικών φιλοσόφων, (Αριστοτέλης, Πλάτωνας κ.α.) με την μεσαιωνική θεολογία και, γενικότερα, στην ερμηνεία των φυσικών φαινομένων με βάση τις χριστιανικές αρχές. Στην αρχή η σχολαστική φιλοσοφία βασιζόταν στη φιλοσοφία του Πλάτωνα και ονομάζονταν σχολαστικοί επειδή είχαν σαν εργασία την ενασχόληση με τις επτά ελεύθερες τέχνες (τη μουσική, τη γραμματική, την ρητορική, την αριθμητική, τη γεωμετρία, τη θεολογία και τη φιλοσοφία). Αργότερα όμως προσπάθησαν να συνδυάσουν τις αρχές τους με τις φιλοσοφικές θεωρίες του Αριστοτέλη. Ο σχολαστικισμός άκμασε στη διάρκεια του 13ου αι, αλλά το 14ο αι. άρχισε να σημαίνει την αυστηρή ενασχόληση με τα κείμενα με αποτέλεσμα την άρνηση της πραγματικότητας, και από τη μη ρεαλιστική αντιμετώπιση της πραγματικότητας επήλθε και η παρακμή του. Διδασκόταν στα μεσαιωνικά πανεπιστήμια από τον 12ο ως τον 14ο αιώνα. Γενικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι επικρατεί μια θεολογική φιλοσοφία, κάθε δηλαδή στοχασμός φιλοσοφικός πρέπει να συμφωνεί με την θεολογία και την θρησκευτική πίστη της εποχής, που αποτελεί και τη βασική αρχή του Σχολαστικισμού. Σχολαστική περίοδος (900-1500 μ.Χ. περίπου. Με το τέλος της Σχολαστικής περιόδου, ολοκληρώνεται η φιλοσοφία και Ψυχό-λογία του χρονικού διαστήματος του Μεσαίωνα. Καλλιεργήθηκε από Ρωμαιοκαθολικούς μοναχούς, και σημαντικότεροι εκπρόσωποί του θεωρούνται οι εξής: Πέτρος Αβελάρδος (1079-1142), Φραγκίσκος της Ασίζης (1182-1226), Ρογήρος Βάκων (1214-1294), Μποναβεντούρα (1221-1274), Θωμάς Ακινάτης (1225-1274).
[vii]                     Το πνεύμα της εποχής εκείνης ήταν πνεύμα φανατισμού και μισαλλοδοξίας, ενώ οι θηριωδίες της παπικής ιεράς εξετάσεως είχαν συνηθίσει τους ανθρώπους με την ιδέα της αμείλικτης τιμωρίας των αιρετικών. Η καθολική εκκλησία που τραντάχτηκε συθέμελα από τις μεταρρυθμιστικές κινήσεις στην Ευρώπη, έθεσε σε λειτουργία τις συνήθεις μεθοδεύσεις περιθωριοποίησης των αποστατών και αντιπάλων του πάπα. Ο Λούθηρος κατηγορήθηκε ως αιρετικός (εκείνους τους αιώνες μια βαρύτατη κατηγορία), γιατί αμφισβητούσε το αλάθητο του πάπα και των συνόδων και σε προπαγανδιστικά φυλλάδια παρίστανε τον Λούθηρο (αργότερα και τον Καλβίνο) ως διάβολο επάνω σε λερναία ύδρα με σώμα αλόγου και τις ιδέες του ως εισιτήριο για την κόλαση. Πολλοί ηγεμόνες στις γερμανικές χώρες αξιοποίησαν τη συγκυρία για να περιορίσουν την επιρροή τού πάπα στο γερμανόφωνο χώρο. Αυτή είναι η περίοδος (1521) που ο Λούθηρος υποθάλπτεται από τον ηγεμόνα Φρειδερίκο το Σοφό στο δυσπρόσιτο πύργο Wartburg στο Eisenach της Θουριγγίας και μεταφράζει σε 11 εβδομάδες την Καινή Διαθήκη από τα ελληνικά, όχι πια στα λατινικά, αλλά στα γερμανικά. Μέχρι τότε, τα θεολογικά και επιστημονικά βιβλία που κυκλοφορούσαν ήταν μόνο στα λατινικά! Αυτή η μεταφραστική δουλειά του Λούθηρου είχε σημαντικές πολιτισμικές επιπτώσεις στην κεντρική Ευρώπη και στη Δύση γενικότερα. Οι Λουθηρανοί λεηλατούσαν συστηματικά τα περιουσιακά στοιχεία των πάμπλουτων εκκλησιών και μοναστηριών που είχαν μείνει πιστά στον πάπα. Με τα χρήματα που μάζευαν χρηματοδοτούσαν την έκδοση ενημερωτικών και προπαγανδιστικών φυλλαδίων στα πάμπολλα τυπογραφεία που λειτουργούσαν από δεκαετιών ήδη στις γερμανικές χώρες, οργάνωναν εκπαιδευτικά προγράμματα για νέους ιερείς και ιεροκήρυκες. Αυτές οι ενέργειες περιόριζαν ακόμα περισσότερο την επιρροή των καθολικών, αφού ο λαός προσχωρούσε εκεί που υπήρχε το χρήμα. Η αναταραχή με τη θρησκευτική μεταρρύθμιση του Λούθηρου έδωσε αφορμή και σε ευρύτερες κοινωνικές ομάδες, ιδίως στους αγρότες, να εκδηλώσουν τη δυσφορία τους για τις συνθήκες υποτέλειας και εξάρτησης, στις οποίες ζούσαν. Συνέπεια της λουθηρανικής επανάστασης μπορεί να θεωρηθεί και ο λεγόμενος «Πόλεμος των Χωρικών» (1524-25) που απλώθηκε σ’ ολόκληρη τη νότια και κεντρική Γερμανία, συνοδευόμενος απ’ όλη την αγριότητα που χαρακτήριζε τους πολέμους εκείνης της εποχής. Στη Γερμανία σκοτώθηκαν περίπου 130.000 χωρικοί. Τα κίνητρα που οδήγησαν τον καταπιεσμένο αγροτικό κόσμο να εξεγερθεί, συνοψίζονται στην «πλήρη σχεδόν παραμέληση των συμφερόντων των αγροτών από τις κυρίαρχες τάξεις (μονάρχες, φεουδάρχες, εκκλησιαστικοί άρχοντες, αστοί). Οι εξαθλιωμένοι χωρικοί εξέλαβαν την αντίθεσή του Λούθηρου με την Παπική Εκκλησία ως επανάσταση, κι επηρεάστηκαν από αυτήν, περιμένοντας υποστήριξη στον ξεσηκωμό τους, ενώ ο τρόπος με τον οποίο ο Λούθηρος αντιμετώπισε την εξέγερση είναι αμφιλεγόμενος: χαρακτήρισε δίκαια τα αιτήματα των χωρικών, δεν ενθάρρυνε όμως την ένοπλη εξέγερση, και όταν αυτή έγινε, παρότρυνε τους ηγεμόνες να τους συντρίψουν. Ιστορικοί θεωρούν την κίνησή του πολιτική, μιας και γνώριζε ότι παρόμοιες εξεγέρσεις στο παρελθόν δεν είχαν καμία τύχη, και τον συνέφερε να συμμαχήσει με τους ηγεμόνες που ήταν ως τότε υποχείρια του παπισμού, ώστε αυτοί να προσχωρήσουν στον Προτεσταντισμό και να στηρίξουν τη Μεταρρύθμιση, παρά με τους χωρικούς, που δεν είχαν ελπίδες επικράτησης. Ήδη το 1514 είχαν ξεκινήσει ανατρεπτικές κινήσεις, οι οποίες οδήγησαν προοδευτικά σε μακρόχρονους αγροτικούς και θρησκευτικούς πολέμους που κατέληξαν ένα αιώνα αργότερα στον ονομαζόμενο ‘τριακονταετή πόλεμο’, ο οποίος ήταν και ο τελευταίος θρησκευτικός πόλεμος στην Ευρώπη. Για την ιστορία, με την Συνθήκη της Βεστφαλίας το 1648, σαφώς χαμένος ήταν ο Ρωμαιοκαθολικισμός αφού ο Λουθηρανισμός και ο Καλβινισμός έπαψαν να θεωρούνται αιρέσεις και οι πιστοί τους να οδηγούνται στην πυρά. Ο Λούθηρος θα δημοσιεύσει το 1543 ένα φυλλάδιο με τον τίτλο «Wider die Juden und ihre Lugen» «Για τους Ιουδαίους και τα ψέματα τους», προτείνοντας «… την απαγόρευση της ιουδαϊκής λατρείας» και παρότρυνε τους Χριστιανούς να καταστρέψουν τα εβραϊκά σπίτια και τις συναγωγές, να σωπάσουν τους ραβίνους με την ποινή του θανάτου, να κατασχέσουν τον εβραϊκό πλούτο, και να υποχρεώνουν τους νεαρούς Εβραίους σε σκληρή χειρωνακτική εργασία». Οι Εθνικοσοσιαλιστές επιδείκνυαν αυτό το βιβλίο του Λούθηρου στις δημόσιες συγκεντρώσεις της Νυρεμβέργης. Τα γραπτά του τα χρησιμοποίησε ο Χίτλερ προκειμένου να δικαιολογήσει την Ναζιστική πολιτική. Η λουθηρανική παγκόσμια ομοσπονδία καταδίκασε τον αντισημιτισμό του Λούθηρου το 1984»
Στην Ελβετία από το 1541 έως το 1555 και στον αγώνα για την «αλήθεια» και την κατάκτηση του «βασιλείου του θεού», ούτε ο Καλβίνος γνώριζε πραότητα και έλεος, με τον εξοστρακισμό και τη δολοφονία διαφόρων αντιπάλων του για να ολοκληρώσει το έργο που είχε βάλει ως στόχο του. Την ίδια εποχή που οι Καθολικοί έκαιγαν στην πυρά «αναθεματισμένους αιρετικούς και μάγισσες», οι Διαμαρτυρόμενοι έπνιγαν σε λίμνες και ποτάμια «βδελυρούς αποστάτες» της χριστιανικής διδασκαλίας. Με τέτοιες προϋποθέσεις δεν είναι περίεργο που η θρησκευτική μεταρρύθμιση, όπου επικράτησε και έγινε καθεστώς, βυθίστηκε στην ίδια αδιαλλαξία και αλαζονεία για τα οποία κατηγορούσαν προηγουμένως την καθολική εκκλησία. Αντί της προσδοκώμενης απελευθέρωσης, δημιούργησαν και οι προτεσταντικές (διαμαρτυρόμενες) εκκλησίες ένα δύσκαμπτο εκκλησιαστικό μηχανισμό, ομοίωμα των μεσαιωνικών προτύπων σε Ανατολή και Δύση.
[viii]         «Καλβινισμός». Ο Γάλλος Ιωάννης Καλβίνος (Johannes Calvin 1509-1564) αγωνιζόταν για την επικράτηση μιας αυστηρής τάξης στη ζωή που θα συνοδευόταν από σκληρή εργασία και χριστιανική εσωτερικότητα. Στην Γενεύη ο Καλβίνος ήταν ποιμήν, κήρυκας, δάσκαλος θεολογίας, επιθεωρητής σχολείων και αρχηγός της μεγάλης αναμορφωτικής κινήσεως, όχι μόνο στην Ελβετία αλλά και στις άλλες χώρες. Ονομάστηκε από πολλούς τότε «ο Πάπας της Γενεύης». Ήθελε στενή σχέση και συνεργασία μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας, αλλά καθεμία από αυτές κυρίαρχη στις αρμοδιότητές της. Ήθελε η πολιτεία και η εκκλησία να έχουν σαν υπέρτατο γνώμονα της δράσεώς τους το αποκαλυμμένο θέλημα του Θεού, την Αγία Γραφή. Ήθελε την εκκλησία να ενισχύει ηθικά την πολιτεία ενώ την πολιτεία να ενισχύει κοσμικά την εκκλησία. Αυτή ήταν η θεοκρατία του Καλβίνου· θεοκρατία στην οποία επικρατούσε η θρησκεία (όχι η εκκλησία). Εάν λάβουμε υπόψη ότι κατά το Καλβινικό σύστημα στην διοίκηση της εκκλησίας συμμετέχει και ο λαός, η θεοκρατία του αποδεικνύεται λαοκρατική και όχι ιεροκρατική όπως την ήθελε και την θέλει ο παπισμός.
[ix]                      Ο Καλβίνος ήταν πολύ αυστηρός με το θέμα της εκκλησιαστικής πειθαρχίας πράγμα στο οποίο συνεπικουρούσε και η κοσμική εξουσία που με την έμπνευση του εξέδιδε και εφάρμοζε αυστηρότατες διατάξεις σχετικές με τα ήθη και την κοινωνική συμπεριφορά των πολιτών. Όχι μόνον απαγορεύονταν και τιμωρούνταν αυστηρά οι παρεκτροπές όπως η μέθη, η χαρτοπαιξία, η βλασφημία, και η ακολασία, αλλά ακόμα και η πολυτέλεια της ενδυμασίας, η σπατάλη σε γιορτές και γεύματα, οι χοροί και τα λαϊκά τραγούδια. Οι νόμοι όριζαν ακόμα και πόσα φαγητά επιτρεπόταν να παρατεθούν στα ιδιωτικά γεύματα, ενώ η ανάγνωση κοινών βιβλίων και μυθιστορημάτων απαγορευόταν. Οριζόταν η ποινή του θανάτου για τους μοιχούς, τους αιρετικούς, τους ειδωλολάτρες και τους βλάσφημους. Η φοίτηση στην εκκλησία ήταν υποχρεωτική, ενώ η αστυνομία ήταν επιφορτισμένη στον να επιβλέπει για την αυστηρή εφαρμογή της διατάξεως αυτής. Οι πρεσβύτεροι της εκκλησίας όφειλαν μία φορά τουλάχιστον το χρόνο να ελέγχουν την πίστη και τα ήθη κάθε οικογένειας.
[x]                      Σύμφωνα με τη διδασκαλία του Καλβίνου, ο βαθμός της θεϊκής επιλογής κάθε ανθρώπου προκύπτει από τις οικονομικές επιτυχίες του! Ενάντια σε πολλαπλές αντιδράσεις κατάφερε να δημιουργηθεί η μεταρρυθμιστική «καλβινιστική» εκκλησία πάνω στις ιδέες του. Αυτές οι ιδέες πιστεύεται ότι επηρέασαν αποφασιστικά την οικονομική και κοινωνική εξέλιξη στην Ευρώπη και στην Αμερική. Από την Γενεύη του Καλβίνου έφυγαν οι ακτίνες μίας συστηματοποιημένης αναμορφώσεως που παρήγαγε τη Πρεσβυτεριανή εκκλησία της Σκωτίας, τις αναμορφωμένες εκκλησίες της Αγγλίας, της Ολλανδίας, της Ουγγαρίας, της Πολωνίας, της Βοημίας και εν μέρει της Γερμανίας, αναζωογόνησαν και ενθάρρυναν τους Βαλδένσιους της Ιταλίας και τους Ουγενότους της Γαλλίας, ενώ αργότερα μετέδωσε τα φώτα της αναμορφώσεως στη Βόρεια Αμερική.
[xi]                      Ο προτεσταντισμός, έχοντας σαν απόλυτη θέση τη παραδοχή του απόλυτου προορισμού (ο θεός έχει προ-ορίσει ποιος θα σωθεί και ποιος όχι) και καταργώντας τον κλήρο και την εξομολόγηση, δηλαδή εκείνο το μέσο που ο απλός πιστός μπορούσε να διαγνώσει εάν είναι από τους εσωσμένους ή μη εσωσμένους, στέρησε τη δυνατότητα ’αντικειμενικής’ πληροφόρησης του, ποιος είναι τι. Ο πιστός έπρεπε πια να βρει ένα άλλο αντικειμενικό μέτρο, και οι προτεστάντες θεολόγοι όρισαν ότι αυτό το μέτρο είναι η επιτυχία στην εργασία. Δηλαδή αν είσαι προορισμένος να σωθείς θα φανεί στη δουλειά σου, στα κέρδη σου. Αυτό αμέσως λειτούργησε σαν κριτήριο για να συσσωρευθούν χρήματα σαν αυτοσκοπός. Έτσι πρώτος ο προτεστάντης άρχισε να βλέπει μέσα στο χρήμα το ναι ή το όχι του θεού στη ζωή του. Ζώντας ο ίδιος εντελώς λιτά ή και ασκητικά, προκειμένου να βλέπει τα χρήματά του να αυξάνουν, άρχισε να τον ενδιαφέρει η συσσώρευση του κεφαλαίου και έτσι να έχει τη σιγουριά ότι η ευλογία του θεού είναι μαζί του. Βέβαια, κάποτε αυτή η συνάρτηση (συσσώρευση κεφαλαίου και αναμονής σωτηρίας) αδυνάτισε και ο καπιταλισμός αυτονομήθηκε. Δημιουργήθηκαν οι θεωρητικοί του καπιταλισμού και έκτοτε στέκεται ως καθεαυτόν σύστημα που υπακούει στους ειδικούς του νόμους, αρχές και κανόνες, γεννώντας μια άλλη στάση και ένα άλλο νόημα ζωής. Ένας νέος πολιτισμός! Είναι πολύ σημαντικό εδώ να επισημάνουμε ότι στην ανατολική εκκλησία δεν υπήρξαν ποτέ αυτές οι καταβολές.
[xii]                    Ο καλβινισμός, αλλά και όλες σχεδόν οι προτεσταντικές ομάδες, έδωσε μεγάλη σημασία στην εγκόσμια δραστηριότητα. Πως εξηγείται όμως η απόσταση του ατόμου από το περιβάλλον του; Το δόγμα του απολύτου προορισμού όπως λέγει ο Max Weber, δημιούργησε στους ανθρώπους το «αίσθημα μιας ανήκουστης εσωτερικής μοναξιάς του μεμονωμένου ατόμου». Κατά τον Καλβίνο, ο κόσμος υπάρχει μόνον για την δόξα του Θεού. Ο εκλεκτός Χριστιανός υπάρχει στον κόσμο μόνο και μόνο για να συντελεί στην αύξηση της δόξας του Θεού. Ο εκλεκτός προσφέρει κοινωνικό έργο, γιατί αυτό απαιτεί ο Θεός για την οργάνωση της κοινωνικής ζωής. Επομένως, οι Καλβινιστές εργάζονται κοινωνικά, εξασκούν επαγγελματική εργασία μόνο για την μέγιστη δόξα του Θεού. Μέσα στα πλαίσια αυτά πρέπει να δούμε και την αγάπη προς τον πλησίον. Η κοινωνική προσφορά και η αγάπη γίνεται για την ωφελιμότητα του ανθρωπίνου γένους. Μία παραλλαγή του καλβινισμού, ο πουριτανισμός, συνέβαλε στην εκκοσμίκευση των θεολογικών απόψεων του Καλβίνου: Η υλική ευημερία των ανθρώπων είναι απόδειξη ότι ανήκουν στα εκλεκτά τέκνα του θεού. Η κατάκτηση του παραδείσου πέρναγε λοιπόν μέσα από σκληρή εργασία και οικονομική επιτυχία. Οι ιδέες λοιπόν του Καλβίνου έγιναν ευνοϊκά δεκτές από τους επιχειρηματίες της εποχής, γιατί έβλεπαν με ευχαρίστηση ότι οι εργαζόμενοι στις επιχειρήσεις αποκτούσαν και πνευματικό κίνητρο εντατικοποίησης της εργασίας τους, πέρα από το μισθό. Αυτή η απρόσωπη ωφελιμιστική εργασία και προσφορά συντελεί στην δόξα του Θεού. Η υπερβατικότητα του Θεού οδήγησε τον πουριτανό στην πλήρη υπαρξιακή απομόνωση, στην αρνητική στάση απέναντι σε όλα τα συγκινησιακά στοιχεία που υπάρχουν στον πολιτισμό και στην θρησκεία, και απετέλεσε πραγματικά τις ρίζες του πιο απαισιόδοξου ατομισμού. Γίνεται έτσι φανερό ότι οι ανθρωπολογικές και πρακτικές συνέπειες του δόγματος του απολύτου προορισμού καλλιεργούν έναν ευσεβιστικό ατομισμό, κατευθύνουν τον άνθρωπο σε μια πνευματική και κοινωνική μοναξιά. Ευρισκόμενος ο άνθρωπος στην διελκυστίνδα μεταξύ της αβεβαιότητος και της βεβαιότητος για την σωτηρία του (για το εάν είναι ή όχι από τους εκλεκτούς), καταλάβαινε πολύ καλά ότι κανένας δεν μπορούσε να τον βοηθήσει. Γιατί όταν η κοινωνική προσφορά είναι απρόσωπη, τότε στην πραγματικότητα πρόκειται για κοινωνικό ατομισμό. Αυτός ο ατομισμός, που έγινε τρόπος ζωής, συνετέλεσε πολύ στην δημιουργία του πνεύματος του Καπιταλισμού, αφού ο Καπιταλιστής στρέφεται στον εαυτό του, κλείνεται ερμητικά σε αυτόν και δεν βλέπει τους άλλους, και αυτός ο ατομικιστικός τρόπος ζωής αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες του πνεύματος του Καπιταλισμού. Αυτές οι ιδέες επηρέασαν αποφασιστικά την οικονομική και κοινωνική εξέλιξη στην Ευρώπη και αργότερα στην Αμερική.
[xiii]                     Όταν οι δυτικοί αντελήφθησαν ότι δεν υπάρχει ο λεγόμενος κόσμος των ιδεών, πάνω στον οποίο στηριζόταν και ότι οι ιδέες δεν μπορούν να αποδειχθούν επιστημονικώς, τότε οδηγήθηκαν στην άρνηση του ιδεαλισμού και δημιούργησαν τα υλιστικά συστήματα.
[xiv]                    Κάθε θρησκεία έχει την ασκητική της. Στους Προτεστάντες θα βρούμε μια διαφοροποιημένη ασκητική ζωή από ότι στην Ορθόδοξη – Ρωμαίικη Παράδοση. Αυτός ο ασκητικός τρόπος ζωής συντονίζεται με το πνεύμα του Καπιταλισμού. Ο Max Weber για να προσεγγίσει το θέμα χρησιμοποιεί τις απόψεις του Richard Baxter για την ρεαλιστική του τοποθέτηση, πράγμα άλλωστε που τον φέρνει στην κορυφή ανάμεσα στους φιλολογικούς εκπροσώπους της πουριτανικής ηθικής, παγκοσμίως. Ο Baxter θεωρεί ότι η κτήση του πλούτου είναι επικίνδυνη, γιατί ενέχει τον κίνδυνο της χαλάρωσης. Η χαλάρωση φέρνει ανάπαυση και απόλαυση, και, η ανάπαυση και η απόλαυση δεν συντελούν στην δόξα του Θεού. Η δόξα του Θεού επιτυγχάνεται με την δράση. «Πρώτη και σοβαρότερη από όλες τις αμαρτίες είναι η σπατάλη του χρόνου». Καθήκον του ανθρώπου είναι να επιβεβαιώσει την ‘θεϊκή προεπιλογή’ του ως εκλεκτός. Ο Baxter θεωρούσε την αδιάκοπη πνευματική και σωματική εργασία, ως αυτοσκοπό της ζωής του ανθρώπου. Ο πλούσιος δεν πρέπει να αρκείται στα χρήματα που έχει, αλλά να εργάζεται, γιατί αυτό είναι εντολή του Θεού.
Ο πλουτισμός μέσα σε ορισμένα πλαίσια είναι επιτρεπτός. Ως καρπός του επαγγέλματος και όταν δεν γίνεται αφορμή για απόλαυση και τεμπελιά (αμαρτία). Δηλαδή, ο άνθρωπος που χρησιμοποιεί τον πλούτο για αργία και αμαρτωλή απόλαυσή είναι κακός, αλλά αν ο πλούτος είναι καρπός του καθήκοντος του επαγγέλματος και δεν οδηγεί στην αμαρτωλή ζωή, τότε είναι χρήσιμος και επιβεβλημένος. (Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι διακρίνεται μια σύνδεση της ηθικής του πουριτανισμού με την εβραϊκή αντίληψη, σύμφωνα με την οποία η κατοχή πλούτου εθεωρείτο ένδειξη της αγάπης και της εύνοιας του Θεού στους εκλεκτούς του.) Αυτός όμως, ο ιδιότυπος ασκητισμός, για το Max Weber, επεκτείνεται και σε ένα άλλο επίπεδο σαν παραπάνω προσφορά του πουριτανικού ασκητισμού στον Καπιταλισμό. Προσέφερε επιμελείς εργάτες που εργάζονταν ενσυνειδήτως και ευσυνειδήτως αφού έβλεπαν «την εργασία και τη φιλοπονία σαν καθήκον τους απέναντι στο Θεό». Η προτεσταντική αυτή αντίληψη «ερμήνευσε την επιχειρηματική δραστηριότητα του εργοδότη σαν επάγγελμα». Οικονομία, λοιπόν, εργασία και αποδοτικότητα, συγκέντρωση του κεφαλαίου… ήδη μιλάμε για την πεμπτουσία του Καπιταλισμού! Βλέπουμε λοιπόν ότι το καθήκον του Προτεστάντη για το επάγγελμα, που το θεωρεί εντολή του Θεού, η ταύτιση της εργασίας με το επάγγελμα, που είναι αυτοσκοπός του ανθρώπου, αποτέλεσε την βάση της εξελίξεως και αναπτύξεως του καπιταλιστικού πνεύματος.
Πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου