30.6.15

Οι ελπίδες λιγοστεύουν




Εισόρμησε στη νύχτα την έναστρη
με μάτια πλάνης ακατέργαστης κι ωραίας
με νύχια στάζοντα πέταλα ανεμώνης
αξιώνοντας μιαν Άνοιξη ακανθοφόρα
στα χέρια κρατώντας δέντρα δίχως φύλλα
και μια λεπτή κατάμαυρη κλωστή
που δένει ανέμους στου νου τα ύπαιθρα
μνήμης πολύκρουνης ρέουσας δεντρολίβανο
βαδίζει ο ρέκτης των καιρών χαλκέντερος
φορώντας αίμα ζεστό και κόκκινο
δένοντας κόμπο φίδια ασυγχώρητα
έξω από πόρτες σφαλισμένες
δίπλα από γυάλινα πρόσωπα
απ’ άγρια σκυλιά και πέτρες που βογκούν
πως θέλουν να δουν το αίμα του χυμένο

λύκοι με την ψυχή τους στο στόμα
με το κεφάλι τους λουλούδια στεφανωμένο
περνούσαν σε δρόμους
που σαν καθρέφτες λαμπύριζαν
οι σφαγμένοι από μαχαίρια δίκοπα
πάνω τους ευδιάκριτα φαινόταν
έβρεχε φόβο πύρινο
πρησμένοι αδένες δράκων καρδιές
ξεχύνονταν απ’ τα παράθυρα
έτριζαν τα πατώματα από ύπνο αθώο
μέσα σ’ όνειρα ανάποδα
πάνω σε καρέκλες κουτσές
έγειρε ένα μαύρο φεγγάρι
μαύρο τεράστιο και νεκρό

οι ελπίδες λιγοστεύουν
λιγοστεύουν

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου