13.9.15

Μια εξαιρετικά επίκαιρη πολιτική ανάλυση... το πρόβλημα του συ.ριζ.α.: ριζοσπαστική δημοκρατία και αριστερή διακυβέρνηση στην ελλάδα




Σημείωση: Το εκτενές αυτό κείμενο γράφτηκε για ένα αγγλόφωνο κοινό με στόχο κυρίως να αντιτάξει μια σοβαρή προβληματική για τα πολιτικά τεκταινόμενα στην Ελλάδα εναντίον των εύκολων αναλύσεων μιας αυτοανακηρυγμένης αριστερής καθαρότητας, η οποία έχει και εγχώριες πηγές αλλά και βήμα σε κύκλους στο εξωτερικό που θα ονόμαζα «τουρίστες της επανάστασης», για την ευκολία με την οποία σχηματίζουν κρίσεις και αναλύσεις περί της ελληνικής πραγματικότητας μη αναλαμβάνοντας την ευθύνη των συνεπειών που αφορούν τους Έλληνες εξ ολοκλήρου. Ως εκ τούτου, το κείμενο εξετάζει το «πρόβλημα ΣΥ.ΡΙΖ.Α.» εφ’ όλης της ύλης, με κίνδυνο, για ένα ελληνόφωνο κοινό, να ανατρέχει σε γνωστά μεν μονοπάτια, πλην όμως μη αυτονόητα, οπότε και ρισκάρω τη δημοσίευσή του στα ελληνικά. Με δεδομένο το τέλος της κυβέρνησης ΣΥ.ΡΙΖ.Α. σε αυτή τη φάση, μια εφ’ όλης της ύλης αποτίμηση ίσως έχει και μεγαλύτερη σημασία, καθότι στην πολιτική συχνά διαπρέπει η αμνησία ή η εύκολη αναδρομική ανακατασκευή. Ως εκ τούτου, πρόσθεσα για την περίσταση ένα υστερόγραφο που μας φέρνει και στον ταχύτατα τρέχοντα ενεστώτα χρόνο – ένα υστερόγραφο, σημειωτέον, το οποίο, εκ των πραγμάτων, συνιστά πρόλογο στο νέο πεδίο που ανοίγεται μπροστά μας. Ευχαριστώ τη Δέσποινα Μπίρη για τη μετάφραση – η επιμέλεια και η τελική ευθύνη για τα λεγόμενα παραμένουν δικές μου. Σ.Γ.

Παρόλο που η ιστορία της Αριστεράς παρήγαγε μια εξαιρετική θεωρητική κληρονομιά, η οποία συνεχίζει να αποτελεί πυρήνα σχεδόν όλης της ριζοσπαστικής σκέψης, έχει ωστόσο χαράξει μια διαδρομή εξαιρετικών αποτυχιών στην πράξη. 
Αντιλαμβάνομαι φυσικά τη διαλεκτική σχέση μεταξύ θεωρίας και πράξης, αλλά οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι με πραγματικούς ιστορικούς όρους αυτή η διαλεκτική είναι τρομερά άνιση, στον βαθμό που θέτει υπό αμφισβήτηση ένα μεγάλο μέρος των θεωρητικών επιτευγμάτων τα οποία, με αυστηρά αριστερά κριτήρια, δεν μπορούν να σταθούν αποκλειστικά μόνα τους.
Σε αυτόν τον γενικό απολογισμό προσθέτω τώρα μια σειρά από διαπιστώσεις που προέκυψαν από την εμπειρία μιας κυβέρνησης της Αριστεράς από τη στιγμή που εξελέγη ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. – μια πορεία περίπλοκη, περιστροφική, αντιφατική και με εσωτερική πάλη που ακόμα συνεχίζεται.
Όποιος πιστεύει ότι ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. έχει τελειώσει, εκχωρηθεί ή ηττηθεί ως αριστερό φαινόμενο προτρέχει των εξελίξεων και σπρώχνει κάτω από το χαλί την περιπλοκότητα της υπόθεσης. Γι’ αυτόν τον λόγο, παρά την επισταμένη προσοχή όλων στις πρόσφατες δραματικές εξελίξεις μετά το δημοψήφισμα, αξίζει να γίνει μια αποτίμηση της πλήρους πορείας της κυβέρνησης ΣΥ.ΡΙΖ.Α.

Ριζοσπαστικοποιώντας τη δημοκρατία

Προτού χαρτογραφήσουμε τις λεπτομέρειες, ας παραδεχτούμε πρώτα ότι η ροή των γεγονότων επικυρώνει τη συνειδητοποίηση της αδυναμίας των εν γένει θεωρητικών προκαθορισμών, ειδικά δε της επικίνδυνης τάσης που απαντάται συχνά στην αριστερή σκέψη, να μένουμε προσκολλημένοι σε θεωρητικά κατασκευάσματα ενώ αντιμετωπίζουμε το περίπλοκο πλέγμα της πολιτικής εν δράσει – όλα με κάποιον τρόπο απομεινάρια της ιστορίας της Αριστεράς, όσο και αν επενδύονται με νέες ορολογίες και φαινομενικά νέες σημασίες.
Το πεδίο της ιστορικής δράσης τους τελευταίους μήνες ξεπερνάει το θεωρητικό οπλοστάσιο που υποτίθεται ότι κατά κάποιον τρόπο το σηματοδοτεί, ώστε σε όλες τις περιστροφές της, μερικές φορές ακόμα και στις μη προορισμένες εκφάνσεις της, η ιστορική δράση πρέπει να αντιμετωπιστεί από τη δική της σκοπιά, και με τους όρους τους οποίους θέτει καθώς συμβαίνει, παρά να θεωρηθεί εκ του ασφαλούς μέσω των προϋπαρχουσών θεωρητικών μας αντιλήψεων.
Καταλαβαίνω πόσο εξοργιστικό είναι αυτό – τόσο εξοργιστικό όσο η εμπειρία του φαινομένου της Αριστεράς στην κυβέρνηση. Η αίσθησή μου είναι –επειδή είναι πολύ νωρίς να το κρίνω– ότι αυτή η οργή ως προς την εμπειρία και τη θεωρητική ανικανότητα προέρχονται απευθείας από τη ριζοσπαστική δημοκρατική διαδικασία που διαφοροποιεί το φαινόμενο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. από την υπόλοιπη ιστορία της Αριστεράς (και ίσως το κάνει και μοναδικό). Αυτή η ίδια η «φύση» της δημοκρατίας, η ριψοκίνδυνη, άτακτη, αν-αρχική, απρόβλεπτη, αθεμελίωτη, ανοιχτή και αντιστεκόμενη στα αδιέξοδα φύση, είναι που έχει ριζοσπαστικοποιήσει την ήδη άνιση διαλεκτική σχέση μεταξύ θεωρίας και πράξης υπέρ της δεύτερης.

Αριστερή κυβερνησιμότητα

Το στοίχημά μου εδώ είναι η διερεύνηση ενός πεδίου που μπορούμε να το ονομάσουμε αριστερή κυβερνησιμότητα (left governmentality), το οποίο έχει προκύψει ως προβληματική από το παγκόσμιο, αν και πολιτικά και πολιτισμικά ετερογενές, φαινόμενο των κινημάτων των πλατειών, με αρχή την Αραβική Άνοιξη, στο οποίο η άνοδος του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. οφείλει πάρα πολλά. 
Ως μαζικές αφαιρέσεις συναίνεσης στους υφιστάμενους πολιτικούς θεσμούς, τα κινήματα των πλατειών παρήγαγαν ένα εντελώς διαφορετικό σημασιολογικό πλαίσιο πολιτικής δράσης και επανέφεραν στο προσκήνιο την κρισιμότητα της ριζοσπαστικής δημοκρατικής πολιτικής εκτός και ενάντια στις καθιερωμένες «δημοκρατικές» λειτουργίες της εξουσίας. Αυτό σίγουρα περιλαμβάνει την υποτιθέμενη σταθερότητα του σχηματισμού κομμάτων, με δεινές συνέπειες για την πολιτική ιστορία της Αριστεράς, και, στην περίπτωση της εκλογικής νίκης του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στο κοινοβουλευτικό πεδίο, μια σοβαρή πρόκληση για τις πιο απρόσβλητες κατηγορίες του τι μπορεί να σημαίνει κυβέρνηση, διακυβέρνηση και κυβερνησιμότητα.
Ως προοικονομία αυτών που θα προσπαθήσω να χαρτογραφήσω στη συνέχεια από τα γεγονότα των τελευταίων εφτά μηνών στην Ελλάδα, ας έχουμε υπόψη εξαρχής ότι ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. είναι ένας ασυνήθιστος πολιτικός σχηματισμός. Είναι ένας χαλαρός, αυτοαναιρούμενος και εσωτερικά ανταγωνιστικός συνασπισμός αριστερής σκέψης και πράξης, που σε μεγάλο βαθμό εξαρτάται από τις ικανότητες κοινωνικών κινημάτων όλων των ειδών, επιμελώς αποκεντρωμένος και οδηγούμενος από δίκτυα ακτιβισμού και αλληλεγγύης σε μια ευρεία σφαίρα που υπερβαίνει τις αυστηρά διαχωρισμένες γραμμές της ταξικής πάλης, ακτιβισμού φύλου και σεξουαλικότητας, μεταναστευτικών ζητημάτων, κινημάτων αντιπαγκοσμιοποίησης, υπεράσπισης πολιτικών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων κτλ., που, σημειωτέον, δεν καθορίζεται εντελώς από την κρίση αν και προφανώς βρίσκεται στην πρώτη γραμμή αυτού που η κρίση δημιούργησε.
Υπ’ αυτή την έννοια, ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. δεν είναι ακριβώς ένα κόμμα, παρόλο που έπρεπε νομικά να κατοχυρωθεί ως τέτοιο ώστε να αποκτήσει το δικαίωμα του καθιερωμένου κοινοβουλευτικού μπόνους εδρών σε περίπτωση εκλογικής νίκης. Αυτό έχει σημαντικές προεκτάσεις για την ανάλυσή μας σχετικά με το τι έχει γίνει ώς τώρα και τι πρόκειται να επακολουθήσει, στον βαθμό που μπορούμε έστω και ελάχιστα να το προβλέψουμε.
Ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. είναι ένα πρόβλημα –όχι ένα πρόβλημα προς λύση, αφού τίποτα την πολιτική δεν είναι αντικείμενο μαθηματικών, αλλά ένα πρόβλημα με την έννοια ενός ανοιχτού πλαισίου ταραχών στο πεδίο της πολιτικής. Είναι ένα πρόβλημα εν μέσω της πολιτικής – σε ό,τι αφορά την ελληνική ιστορία, αν μη τι άλλο, σίγουρα άνευ προηγουμένου που ξεπερνάει ακόμα και την ίδια την ιστορία της ελληνικής Αριστεράς από την οποία προφανώς και προέρχεται. Χρησιμοποιώντας μια φράση του Έντουαρντ Σαΐντ σε διαφορετικό σημασιολογικό πλαίσιο, ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. υλοποιεί μια «τεχνική ταραχής» (technique of trouble). Είναι διατεθειμένος να προκαλέσει ταραχές στα δεδομένα, εμπλέκεται σε ταραχές και προκαλεί ταραχές σε όλες τις υποτιθέμενα σταθερές νοηματικές κατηγορίες της πολιτικής, συμπεριλαμβανομένης φυσικά και της κατηγορίας της Αριστεράς. Και το γεγονός ότι αυτή τη στιγμή βρίσκεται στο κέντρο (και στο στόχαστρο) μιας πολιτικής αβεβαιότητας αποτελεί βέβαια κομμάτι του ίδιου ταραχοποιού μοτίβου.
Ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. είναι μια ταραχοποιός οντότητα στην πολιτική, και αυτό είναι κάτι για το οποίο δεν θα πρέπει να μετανιώνουμε ή να επιδιώκουμε να αποσβέσουμε, αλλά αντίθετα να αποδεχτούμε με ανοιχτό μυαλό, εάν πρόκειται ποτέ να βγούμε από τον βούρκο μεγάλου κομματιού της αριστερής σκέψης, ειδικά μετά την τεράστια γεωπολιτική αλλαγή που συντελέστηκε το 1989. 

Από την εκλογική νίκη στο δημοψήφισμα 

Οι εκλογικές νίκες που είναι αποτέλεσμα λαϊκών κινημάτων πάντα δημιουργούν ένα κλίμα ευφορίας, μέχρι και ευδαιμονίας. Αυτό είναι δεδομένο. Κάτι άλλο που είναι επίσης δεδομένο είναι το πόσο βραχύβιο είναι όλο αυτό. Ένας βασικός ψυχολογικός λόγος είναι ότι τα λαϊκά κινήματα πάντα ξεφεύγουν από το χρονικό πλαίσιο διακυβέρνησης αφού η επιθυμία τους φανερώνεται σε χρόνο ενεστώτα. Κανένα κίνημα δεν περιμένει και δεν μπορεί να παραπεμφθεί στο μέλλον, ειδικά έπειτα από μια νίκη που ξεπερνάει κάθε προσδοκία σε σχέση με την προηγούμενη ιστορία και την κατεστημένη εξουσία.
Τα λαϊκά κινήματα θέλουν το μέλλον τώρα, και κοιτάζοντας πέρα από τη θέση τους στο παρόν παραβλέπουν τη μετατόπιση που λαμβάνει χώρα από την αντιπολίτευση στην κυβέρνηση. Η κατάκτηση της εξουσίας υπ’ αυτές τις συνθήκες δημιουργεί πάντα τεράστιες προσδοκίες· είναι η αυτοπροωθούμενη δύναμη ενός ονείρου που πρέπει να γίνει πραγματικότητα.
Η νίκη του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου δημιούργησε απροσδόκητα κύματα προσμονής και ελπίδας σε έναν πληθυσμό κακοποιημένο από συνθήκες ακραίας λιτότητας που επιβλήθηκαν από εξωτερικά χρηματοοικονομικά συμφέροντα με την πλήρη συνεργασία της ελληνικής πολιτικής ελίτ. Αυτό το ευτυχές κύμα προσμονής μεγεθύνθηκε ακόμα περισσότερο εάν συνυπολογίσουμε το άνευ προηγουμένου γεγονός της εκλογικής νίκης της Αριστεράς, το συμβολικό μέγεθος της οποίας ξεπερνάει τα όρια της Ελλάδας. Ενώ από αυτή την οπτική γωνία μια τόσο πληθωρική αντίδραση ήταν αναπόφευκτη, παρ’ όλα αυτά απελευθέρωσε, ήδη από την πρώτη αντιμετώπιση της νέας κυβερνητικής πραγματικότητας, έναν εσωτερικό κίνδυνο τον οποίο η Αριστερά θα έπρεπε να είχε προβλέψει πιο έξυπνα: τον κίνδυνο της αυτοϋπονόμευσης στο όνομα της αντιπολιτευτικής καθαρότητας.
Λιγότερο από έναν μήνα μετά την εκλογή του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στην κυβέρνηση και χωρίς να έχει υπάρξει η δυνατότητα να κυβερνήσει πραγματικά, ακριβώς λόγω των πολιτικών και των οικονομικών υποχρεώσεων προς τις μεγάλες δυνάμεις της Ε.Ε. τις οποίες κληροδότησε η προηγούμενη κυβέρνηση, ξεκίνησε μια επίμονη γκρίνια από μερικά στελέχη του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., κάποιες κινηματικές δυνάμεις, αλλά και τη γενικότερη περιρρέουσα διανόηση στο εξωτερικό, πράγμα που επέτεινε μια υπόγεια φθορά του κινήματος, και άρα επισκίασε τόσο το μέγεθος των προβλημάτων που η νέα κυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α. αντιμετώπιζε όσο και μια ψύχραιμη εκτίμηση των πρώιμων δράσεών της.
Η στάση αυτή ξεπερνάει τα προσχήματα της παραδοσιακής εκ των έσω αριστερής κριτικής. Η σχεδόν άμεση εμφάνισή της, πριν από τις δεινές πρόσφατες καταστάσεις, συνηγορεί στο ότι είναι κάτι ενδημικό που δεν εξαρτάται από τις συνθήκες. Το γεγονός δε ότι από τις πρώτες εβδομάδες της νέας κυβέρνησης τα συμφέροντα της ελληνικής μιντιακής ελίτ έστησαν πανηγύρι με αφορμή τις υποτιθέμενες αυτές κριτικές φαίνεται να διέφυγε της προσοχής των εσωτερικώς αντιπολιτευομένων.
Και ενώ θα ήμουν ο πρώτος που θα παραδεχόταν ότι όλη αυτή η φασαρία είναι σημάδι ότι ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. δεν είναι όντως ένα οργανωμένα αρχηγικό πολιτικό κόμμα αλλά μιας μεγάλης εμβέλειας συνασπισμός που αποτελείται από συγγενείς αλλά διαφορετικές φωνές, υπήρχε εξαρχής –και υπάρχει ακόμα, μάλιστα ολοένα και ισχυροποιείται– μια στάση αυτάρεσκων δηλώσεων που βρίσκεται σε σύγκρουση με τη σκληρή πραγματικότητα του τι σημαίνει να κυβερνάει η Αριστερά στον κόσμο του παγκοσμιοποιημένου κεφαλαίου. Μέρος της στάσης αυτής προκύπτει από τη μεγάλη δυσκολία που έχει ιστορικά η Αριστερά –εκτός της λενινιστικής κληρονομιάς που τη στοιχειώνει ακόμα– να αναλαμβάνει την ευθύνη της εξουσίας, ακόμα και ως απλή ιδέα, πόσο δε στη σπάνια περίπτωση που κάτι τέτοιο έχει γίνει πραγματικότητα.
Μέρος της, ωστόσο, έχει να κάνει και με την αδυναμία κατανόησης της ουσιαστικής μη σύμπτωσης μεταξύ αριστερού κινήματος και μιας αριστερής κυβέρνησης που αυτό το κίνημα φέρνει στην εξουσία –ο Πουλαντζάς θα έλεγε τη σχετική αυτονομία του καθενός– η οποία αποτελεί τη βασική αφετηρία για το τι μπορεί να σημαίνει «αριστερή κυβερνησιμότητα».
Με την εκλογική του νίκη, ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. έπαψε να είναι απλώς ένα κόμμα κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης. Έγινε η κυβέρνηση μιας χώρας, η εθνική κυριαρχία και η επιβίωση της οποίας βραχυπρόθεσμα είναι άμεσα σημαντικότερες ακόμα και από την ευημερία της μακροπρόθεσμα. Ως κυβέρνηση μιας χώρας, μια αριστερή παράταξη δεν έχει υποχρεώσεις αποκλειστικά εντός των τάξεών της, δηλαδή προς τον πυρήνα ακτιβιστών που αποτελούν το κίνημα ή προφανώς τα μέλη του κόμματος. Έχει υποχρεώσεις πρωτίστως προς τους ψηφοφόρους που το έφεραν στην εξουσία (στην προκειμένη περίπτωση ένα 38% των Ελλήνων, οι περισσότεροι από τους οποίους δεν ανήκουν ιδεολογικά στην Αριστερά), αλλά ακόμα περισσότερο προς ολόκληρη την πολιτεία, αφού ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. είναι πλέον κυβέρνηση όλων των Ελλήνων και φέρει ευθύνη για όλη την Ελλάδα και όχι μόνο για ένα μέρος της.
Όταν ο Έλληνας υπουργός Οικονομικών δίνει μάχες στο Γιούρογκρουπ, η κύρια ευθύνη του είναι η βιωσιμότητα της χώρας του. Αυτό σίγουρα συμπεριλαμβάνει την ευθύνη του προς τη λαϊκή βούληση –όπως είναι απαραίτητο για κάθε δημοκρατική κυβέρνηση–, αλλά τελικά ο πολυτιμότερος στόχος είναι η συνολική βιωσιμότητα της κοινωνίας. Σε μια χρεοκοπημένη χώρα, αλυσοδεμένη σε ένα καθεστώς δανειστών που κρατάει εξ ολοκλήρου τα εργαλεία της ζωτικότητάς της, αυτό είναι ένα εξαιρετικά δύσκολο έργο που απαιτεί ακροβατικούς χειρισμούς και, ας το παραδεχτούμε, εμπεριέχει τον κίνδυνο κάποιες αποφάσεις να εκληφθούν ως παρεκκλίσεις από το αρχικό όραμα ή ακόμα και από τις προεκλογικές εξαγγελίες.
Η λέξη παρεκκλίσεις είναι ήδη εκφυλισμένη, αφού προϋποθέτει τα πολιτικά κριτήρια να μένουν απαράλλαχτα, ακόμα και όταν οι πολιτικές συνθήκες συνεχώς αλλάζουν – στην προκειμένη περίπτωση δε με εξαιρετική ταχύτητα και σε τεράστια κλίμακα. Αντί για παρεκκλίσεις, ας μιλήσουμε για επανατοποθετήσεις ή αναδιατάξεις προτεραιοτήτων ή αναθεωρήσεις των συνθηκών, όρους που υποδηλώνουν την ανάγκη ευελιξίας σε σχέση με τις αντίπαλες δυνάμεις στο εξωτερικό και που είναι βιώσιμοι σε σχέση με την εσωτερική σφαίρα συναίνεσης ή διαμάχης.
Από αυτή την άποψη, η πρώιμη διάγνωση των Ετιέν Μπαλιμπάρ και Σάντρο Μετζάντρα, ότι αυτό που πρωτίστως χρειάζεται ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. είναι να κερδίσει χρόνο (μαζί με τον οποίο θα κέρδιζε επίσης έδαφος) παραμένει ορθή και έχει διασυρθεί ανεύθυνα.
Ακόμα και μετά τις πρόσφατες εξελίξεις, στις οποίες θα αναφερθώ παρακάτω, η απαραίτητη προϋπόθεση για να βγει ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. από τη δύσκολη θέση ήταν η ανάγκη να κερδηθεί χρόνος, κόντρα σε όλες τις προσδοκίες και με μεγάλο κόστος, προκειμένου να αναλάβει τον έλεγχο της δεινής κατάστασης που είχε κληρονομήσει, να οργανώσει και να κατανείμει τις δυνάμεις του για μέγιστη αποτελεσματικότητα, να κερδίσει ευρύτερη λαϊκή στήριξη ώστε να ενισχύσει την ισχνή κοινοβουλευτική του πλειοψηφία κτλ, ώστε να θέσει σε κίνηση το ουσιαστικότερο έργο του, που δεν είναι τόσο το ξεκαθάρισμα λογαριασμών με την Ε.Ε. αλλά, πάνω απ’ όλα, η ριζοσπαστική αναδιοργάνωση των μακροχρόνια διεφθαρμένων κοινωνικών και πολιτικών θεσμών.
Με άλλα λόγια, το εξαιρετικά ιδιαίτερο πρόβλημα του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. –που δεν θα αντιμετώπιζε κανένα άλλο κυβερνών κόμμα– είναι η αλλαγή εσωτερικών θεσμικών πλαισίων υπό συνθήκες εξωτερικής θεσμικής επίθεσης.
Φυσικά, όπως πάντα αλλά ειδικά στη σημερινή σκληρή πολιτική πραγματικότητα, αυτές οι δύο πτυχές –εξωτερική αναμέτρηση και εσωτερική αναδιοργάνωση– συνδέονται, και επιπλέον ο σύνδεσμος είναι ασύμμετρος από όλες τις απόψεις: το εσωτερικό μέτωπο είναι μεγαλύτερου μεγέθους και άρα απαιτεί περισσότερο χρόνο, ενώ η εξωτερική αντιπαράθεση πραγματοποιείται υπό εξωφρενική πίεση χρόνου – οι ελίτ της Ε.Ε. εξακολουθούν να κάνουν ό,τι μπορούν προκειμένου να αποστερήσουν τον χρόνο από τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και να τον οδηγήσουν στον θάνατο. Άρα η αντίδραση στην κατάσταση δεν αποτελεί θεωρητικό ζήτημα, το τι είναι και τι δεν είναι ορθή «αριστερή» πολιτική, αλλά αποτελεί περισσότερο από ποτέ ένα ζήτημα Realpolitik, το οποίο εδώ θα όριζα όχι απλώς ως την πολιτική της πραγματικότητας αλλά ως πραγματική πολιτική. 
Σε αυτό το πνεύμα –της πραγματικής πολιτικής– η κυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α. μπήκε στην αρένα των διαπραγματεύσεων με τις δυνάμεις της ελίτ της Ε.Ε. αμέσως αφού πήρε την εξουσία, χωρίς ούτε την ελάχιστη ευκαιρία να αξιολογήσει πόσο σιδηροδέσμια ήταν από τις συμφωνίες που είχε κληρονομήσει από το προηγούμενο καθεστώς. Οι ελίτ της Ε.Ε. υπολόγιζαν σε αυτή την πίεση, έχοντας προγραμματίσει πλήρως το πώς θα χαλιναγωγούσαν την αρχική κινητοποίηση της κυβέρνησης να αλλάξει τους όρους της σχέσης μεταξύ της Ε.Ε. και της Ελλάδας, την οποία ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. είχε αντλήσει από τη δημοκρατική λαϊκή εντολή που έλαβε.
Το στοίχημα γι’ αυτούς ανέκαθεν ήταν να φθείρουν τις ικανότητες του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. υψώνοντας τείχη σε όλες του τις προτάσεις, μέχρι να υποχρεωθεί η κυβέρνηση σε συνθηκολόγηση και να αρθεί η λαϊκή εντολή μέσω της λαϊκής δυσαρέσκειας. Το σχέδιό τους ήταν, όπως καίρια το αποκάλεσε ο Κώστας Δουζίνας, να πραγματοποιηθεί ένα «βελούδινο πραξικόπημα» (το οποίο εν τω μεταξύ αποκαλύφθηκε ότι ήταν φτιαγμένο από σκληρό ατσάλι): να υπονομευτεί η δημοκρατική βούληση διαβρώνοντας την εμπιστοσύνη στην εκλογική πλατφόρμα της κυβέρνησης. Γι’ αυτόν τον λόγο και μόνο, οι κριτικές φωνές από τις αυτοχρισμένες αριστερές πτέρυγες του συνασπισμού υποβάλλονται ιδιαίτερα σε κατηγορίες πολιτικής ανευθυνότητας, αφού ποτέ δεν συνειδητοποίησαν πόσο πολύ είχαν εμπλακεί στη στρατηγική παγίδευσης από τον αντίπαλο και, ακόμα χειρότερα, ότι ο αντίπαλος υπολόγιζε ακριβώς σε αυτή τους την εμπλοκή. 

Η ατυχής πολιτική του Grexit

Εξαρχής, η ηχηρότερη καταγγελία από αυτούς τους κύκλους ήταν ότι η κυβέρνηση επέλεξε τη στρατηγική «παραμονής στο ευρώ με κάθε κόστος». Όπως ανακαλύψαμε όμως στο μεταξύ από την αντικρουόμενη πληθώρα απόψεων και απολογισμών (και στις δύο πλευρές της διαπραγμάτευσης), αυτό είναι ανακριβές επειδή «κάθε κόστος» της παραμονής στο ευρώ διαρκώς επαναξιολογούνταν – βασικό χαρακτηριστικό των απαιτούμενων ελιγμών κάθε πολυμερούς παρατεταμένης διαπραγμάτευσης. Αλλά ας υποθέσουμε ότι η κατηγορία ευσταθεί, τουλάχιστον λόγω του ότι, όποια κι αν ήταν τα βέβαια λάθη στη διαπραγματευτική στρατηγική, τελικά αυτή η τάση υπερίσχυσε, και εναλλακτικά σχέδια, παρά τις εκτιμήσεις, ουδέποτε έγιναν πραγματικότητα.
Το πρώτο πράγμα που θα μπορούσαμε να πούμε σε όσους καταγγέλλουν την «παραμονή στο ευρώ με κάθε κόστος» είναι ότι η εναλλακτική λύση που προτείνεται πάντα, ακολουθεί την ίδια λογική: τη λογική τού «με κάθε κόστος». Όταν εγείρεται το πιθανό κόστος της εγκατάλειψης του ευρώ ως ένσταση προς αυτούς που επιχειρηματολογούν ότι το Grexit αποτελεί μονόδρομο, ο υπολογισμός του κόστους συχνά απορρίπτεται ως καθοδηγούμενος από πανικό ή έστω αντιτείνεται ότι το κόστος αυτό θα είναι προσωρινό. Αυτό το κόστος σπάνια συγκρίνεται με το σημερινό κόστος παραμονής στο ευρώ, και σε έναν βαθμό αυτό οφείλεται σε ένα προφανές μεθοδολογικό ζήτημα: το γεγονός ότι το τρέχον κόστος είναι γνωστό, ενώ το κόστος που συνδέεται με το Grexit είναι σαφέστατα άγνωστο. Ο υπολογισμός του είναι θεωρητικός στην καλύτερη περίπτωση, ή, όπως παραδέχτηκε και ο Κώστας Λαπαβίτσας (ο κυριότερος εκφραστής αυτής της στρατηγικής), κατά την ομιλία του στο συνέδριο που οργανώθηκε από το G.C.A.S., καθώς και στην έντονη συζήτηση που την ακολούθησε, είναι μια προβολή που βασίζεται σε οικονομικά μοντέλα που αναπτύχθηκαν σε μαθηματικά εργαστήρια. Άρα, σε ό,τι αφορά τις πραγματικές γνώσεις μας, όποια θέση και αν παίρνει κανείς για το Grexit, υπέρ ή κατά, αναπόφευκτα εμπλέκεται σε κάποιου είδους προβολή-φάντασμα. Ουτοπική ή καταστροφική, δεν έχει τόση σημασία ποιο από τα δυο, αφού ως φαντασιώσεις είναι ισοδύναμες.
Ο Λαπαβίτσας προφανώς και είναι ένας επιτυχημένος οικονομολόγος και δεν μπορεί να κατηγορηθεί για ευκαιριακή υιοθέτηση θέσεων ή για εκμετάλλευση των συνθηκών. Ανέπτυξε τη θέση ότι η μάχη εντός του ευρώ είναι αδύνατη επειδή η ευρωζώνη είναι θεσμικά προδιατεθειμένη υπέρ μιας συγκεκριμένης δομής καπιταλιστικών δυνάμεων χρόνια προτού εκλεγεί βουλευτής της κυβέρνησης ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Η κριτική που αναπτύσσει για όλα τα αδιέξοδα της ευρωζώνης δεν μπορεί να αμφισβητηθεί με τους ίδιους της τους όρους· είμαι βέβαιος ότι ακόμα και οι αντίπαλοί του υπόρρητα θα την αναγνώριζαν. Το πρόβλημα προκύπτει όταν η έξοδος αρθρώνεται ως εναλλακτική λύση σε αυτό το αδιέξοδο. Η πιθανολογική φύση αυτής της εναλλακτικής δεν προσφέρεται για ελιγμούς. Αυτό δεν αποτελεί λάθος από μόνο του, αφού δεν μπορούμε να ψέξουμε τον ρόλο της φαντασίας στη ριζοσπαστική σκέψη. Αλλά το γεγονός ότι παρουσιάζεται ως επιστημονική βεβαιότητα προδίδει αντίθετα την έλλειψη φαντασίας. Ο Λαπαβίτσας μπορεί δικαίως να ασκεί κριτική στην υπερπρονομιούχα θέση της πολιτικής στην αριστερή σκέψη: «δεν είναι όλα δυνατά μέσω της πολιτικής», λέει, αλλά αναρωτιέμαι πώς είναι δυνατό να αρνείται ότι δεν είναι όλα δυνατά μέσω των οικονομικών.
Τα οικονομικά του Grexit, ειδικά υπό τις συνθήκες στις οποίες βρίσκεται η Ελλάδα μετά από πέντε χρόνια λιτότητα, έχουν αμφισβητηθεί από ανθρώπους με καλύτερες γνώσεις από μένα. Αλλά μερικοί από αυτούς τους προβληματισμούς είναι στο πλαίσιο της κοινής λογικής. Η καθησύχαση ότι η κοινωνική κρίση και η κρίση υποδομών που θα επιδεινωνόταν με την αλλαγή νομίσματος θα είχε διάρκεια μόλις λίγων μηνών είναι πραγματικά αβάσιμη για μια οικονομία της οποίας οι παραγωγικές δυνάμεις έχουν σχεδόν εξουδετερωθεί, ενώ οι τράπεζες στερούνται κεφαλαίων – τα σημερινά επίπεδα καταθέσεων της Τράπεζας της Ελλάδος μετά βίας επαρκούν για τρεις μήνες.
Όσους μήνες και αν περιλαμβάνει αυτό, δεν έχει δοθεί αρκετή προσοχή στο γεγονός ότι τα μεγαλύτερα βάρη θα καλούνται να τα σηκώσουν αυτοί οι ίδιοι άνθρωποι που έχουν υποφέρει όσο κανείς άλλος, η καθημερινότητα των οποίων ήδη αποτελεί κολοσσιαία ανθρωπιστική κρίση. Επίσης, σκεπτόμενοι με όρους ανθρωπιστικής κρίσης, θα περιλάμβανε όχι μόνο Έλληνες αλλά και μεγάλο αριθμό μη καταγεγραμμένων μεταναστών, οι οποίοι de facto βρίσκονται εκτός του πλαισίου της κοινωνικής πρόνοιας. Επίσης, η πρόταση Λαπαβίτσα ότι προκειμένου να αποφύγουμε τη διολίσθηση της ισοτιμίας θα πρέπει να συνδέσουμε το νέο νόμισμα με το ευρώ είναι τουλάχιστον αινιγματική, δεδομένου του στόχου της εγκατάλειψης του πλαισίου του ευρώ. Καμία αναφορά δεν γίνεται στο πώς θα μπορούσε να συνδυαστεί αυτό με μονομερή χρεοκοπία στα δάνεια σε ευρώ, που θα ήταν απαραίτητη για το Grexit (χωρίς αυτό, πραγματικά δεν έχει νόημα), και που θα σήμαινε de facto οικονομικό πόλεμο με την Ε.Ε. (για να μην αναφερθούμε στη διεθνή χρηματοοικονομική κοινότητα). Τελικά, αυτό το νέο εθνικό νόμισμα θα ήταν εντελώς απροστάτευτο, δεχόμενο επιθέσεις στην αδίστακτη παγκόσμια αγορά και χωρίς τη στήριξη των εθνικών παραγωγικών και αναπτυξιακών δυνατοτήτων που τώρα έχουν καταστραφεί. Τέλος, και εξακολουθώντας να πιθανολογούμε, φαίνεται ότι υπάρχει και η υπόθεση ότι με κάποιον τρόπο ο ελληνικός λαός θα ανταποκριθεί στις συνθήκες και απλώς με τη θέλησή του και τη δουλειά του όχι μόνο θα υπομείνει την επικείμενη καταστροφή αλλά και θα την ανατρέψει – αυτό ειδικά είναι ένα περίεργο κράμα εθνικιστικών και μαοϊκών φαντασιώσεων.
Πέρα από τις θέσεις του κ. Λαπαβίτσα, οι οποίες σε κάθε περίπτωση είναι οι μόνες που είναι συνεπείς, ο άτεγκτος (και σχετικά παλιομοδίτικος) οικονομισμός του «έξοδος από το ευρώ ανεξάρτητα από το κόστος» ποτέ δεν αναγνωρίζεται ως νομισματικό ιδεολόγημα από τους υποστηρικτές του, οι οποίοι κατά τα άλλα περήφανα καταδεικνύουν τη (νεοφιλελεύθερη) νομισματική ιδεολογία των αντιπάλων τους.
Τελικά, οι ένθερμοι υποστηρικτές του Grexit ως σωτήριου φαντασιακού άθελά τους υιοθετούν έναν ανάλογο –αν και αρνητικά φορτισμένο– φετιχισμό του ευρώ ακριβώς όπως και οι ευρώφιλοι. Πρόκειται πραγματικά για τους αντι-ευρώφιλους – όχι εχθροί αυτών που κατά τα φαινόμενα «αγαπούν το ευρώ» αλλά υπέρμαχοι όσων «αγαπούν να είναι αντιευρώ». Όποιες και αν είναι οι πολιτικές προεκτάσεις μιας μάχης ευρώ-αντιευρώ, ως καθαρά οικονομικό πεδίο αντιμαχόμενων απόψεων, οι δύο πλευρές της μάχης του ευρώ αποτελούν όψεις του ίδιου νομίσματος.

Ο πρωταρχικός στόχος του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.

Αυτό που δεν συζητιέται στο παρόν αδιέξοδο είναι ότι το ευρώ ως ήρωας ή διάβολος δεν είναι κάτι που απασχολεί τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Πρωταρχικός στόχος και ιστορική ευθύνη του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. είναι να αλλάξει τους πελατειακούς ελληνικούς θεσμούς και πρακτικές που παραμένουν ανεξέλεγκτοι εδώ και δεκαετίες. Ως αριστερός κυβερνητικός συνασπισμός δε που κατανοεί τη θέση του στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία, η πλειοψηφία του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ορθώς επιλέγει να δώσει αυτή τη μάχη εντός του ευρωπαϊκού πλαισίου, όχι εκτός του. Εν μέρει επειδή δεν θεωρεί τον εαυτό του μοναδικό ριζοσπαστικό δημοκρατικό κίνημα για την αλλαγή, εν μέρει επειδή κατανοεί τη σοβαρότητα του να ηγείται αυτού του νέου διεθνιστικού κινήματος, ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. πρέπει να επιμείνει στην ιδέα ότι αυτή η μάχη δεν μπορεί να περιοριστεί αποκλειστικά στο εθνικό πλαίσιο.
Αυτός είναι ο μόνος ώριμος τρόπος πολιτικής σκέψης αναφορικά με την ιστορία της Αριστεράς ως κυβέρνησης – μια μικρή και όχι ιδιαίτερα επιτυχημένη ιστορία εντέλει. Σημαίνει ότι ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. θα πρέπει να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα ότι η «εθνική οικονομία» ως πρωτεύων παράγοντας της εθνικής κυριαρχίας δεν ευσταθεί πλέον σε ένα καθεστώς παγκοσμιοποιημένου κεφαλαίου. Μπορεί να λυπόμαστε γι’ αυτό το γεγονός, αλλά είναι γεγονός –για όλες τις χώρες ανεξαιρέτως, ακόμα και για τις Ηνωμένες Πολιτείες– και η φιλοδοξία να αναδιπλωθούμε σε μια θέση νοσταλγικής εθνικής φαντασίωσης, ειδικά ως εντελώς χρεοκοπημένη χώρα με σχεδόν ανύπαρκτη πρωτοβάθμια παραγωγή και αποανεπτυγμένες υποδομές, είναι απλώς απίστευτη.
Ως προτεινόμενη εναλλακτική λύση, το Grexit είναι λοιπόν παράλογο: διπλά παράλογο, επειδή όπως αποδείχτηκε αυτό ήταν και το σχέδιο του αντιπάλου. Ολόκληρη η λογική του είναι νομισματική· εκφράζει φορμαλιστικά οικονομικά που έχουν υπολογιστεί με όρους μοντέλου προσομοίωσης, αφού έξοδος από νομισματική ένωση δεν έχει συμβεί ποτέ.
Αλλά ακόμα πιο καίρια, παρουσιαζόταν πάντα λανθασμένα ως θέμα οικονομικό, γιατί το έναυσμα για την έξοδο παραμένει πολιτικό. Το Grexit είναι ένα όνομα για τίποτε παραπάνω από μια πολιτική εθνικής ανεξαρτησίας. Ουδείς νοήμων άνθρωπος βέβαια μπορεί να αρνηθεί τέτοια φιλοδοξία. Αλλά το εάν τέτοιου είδους ανεξαρτησία θα μπορούσε να επιτευχθεί με αυτούς τους όρους, τουλάχιστον για την Ελλάδα σε αυτό το χρονικό σημείο, παραμένει αμφίβολο ακόμα και για τους πιο καλοπροαίρετους. Καθώς η εθνική κυριαρχία δεν προστατεύεται πλέον από μια εθνική οικονομία –η οποία, όπως προείπα, είναι γονατισμένη από την παγκοσμιοποίηση ανεξάρτητα από το εθνικό νόμισμα–, όλο το πολιτικό έναυσμα καταρρέει.
Ακόμα χειρότερα, το Grexit τελικά τροφοδοτεί τη φαντασίωση των εναλλακτικών λύσεων στον νεοφιλελευθερισμό χωρίς να δίνει την ευκαιρία στα κοινωνικά κινήματα να δουλέψουν πραγματικά και να φανταστούν αληθινές εναλλακτικές λύσεις. Υπ’ αυτή την έννοια, με παράδοξο τρόπο ενισχύει το κύρος του Τ.Ι.Ν.Α. – της διάσημης θατσερικής διαταγής «There Is No Alternative» («Δεν υπάρχει εναλλακτική λύση»)– επειδή αυτό που το ορίζει, αυτό που του δίνει υπόσταση ως σκέψη και σχέδιο, είναι η ίδια η οντότητα που προσπαθεί να αποφύγει, η ίδια η ευρωπαϊκή Νομισματική Ένωση.
Σίγουρα, η αναμέτρηση ενάντια στο υπαρκτό πρόβλημα της ευρωπαϊκής Νομισματικής Ένωσης συνολικά και ο επαναπροσδιορισμός της μοίρας ενός μέλους μπορεί το ίδιο εύκολα να συμβεί και εντός της: από τη σκοπιά δημοκρατικών κινημάτων που ξεπερνούν τα εθνικά σύνορα και που προέρχονται από και ενάντια στις παρεκτροπές της, κινήματα που προκαλούν και ανατρέπουν τις λειτουργίες της.
Ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. είναι ένα τέτοιο κίνημα –και παραμένει κίνημα–, ενώ τώρα αποτελεί και πολιτικό συμβάν, ένα κυβερνητικό συμβάν. Η διεθνής σημασία αυτού του συμβάντος και το σθένος με το οποίο έχει αμφισβητηθεί οφείλεται στο ότι η Ελλάδα είναι κομμάτι της Ευρωζώνης. Ποιος θα νοιαζόταν πραγματικά, τώρα που δεν υπάρχει πια Ψυχρός Πόλεμος, αν μια κυβέρνηση της Αριστεράς είχε έρθει στην εξουσία σε μια μικρή χώρα που έχει τη δραχμή ως νόμισμα;
Σίγουρα δεν αποτελεί θεωρητικό προαπαιτούμενο η μάχη ενάντια στην Ε.Ε. να λάβει χώρα εκτός της, βασιζόμενη στην αποχώρηση από το πολιτικοοικονομικό της πεδίο. Προφανώς και μπορεί να υιοθετήσει κανείς αυτή τη θέση, αλλά δεν παύει να αποτελεί κατασκεύασμα πολιτικής φαντασίας όσο ενδελεχής και αν είναι η οικονομική ανάλυση.

Μια αξιολόγηση του δημοψηφίσματος

Το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου ήταν ενδεικτικό του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ως ταραχοποιού οργανισμού, κινητοποιώντας μεν τον ριζοσπαστικό δημοκρατικό πόθο ενάντια στους θεσμούς αλλά ταυτόχρονα υπηρετώντας μια θεσμική μάχη.
Αντιμετωπίζοντας ένα τελεσίγραφο από τους θεσμούς της ευρωγραφειοκρατίας, το οποίο υπερέβαινε τη δημοκρατική εντολή του να διαπραγματευθεί με βάση την κυρίαρχη απόφαση, η κυβέρνηση έθεσε το ερώτημα στον λαό. Οι συνθήκες ενός εξωτερικά και εσωτερικά καθοδηγούμενου πολέμου που σηματοδότησαν αυτό το μνημειώδες γεγονός είναι ευρέως γνωστές – δεν θα τις επαναλάβω εδώ. Θα κάνω απλώς κάποιες σχηματικές εκτιμήσεις σχετικά με το τι απελευθέρωσε το δημοψήφισμα στο ιστορικό πεδίο, ειδικά λαμβάνοντας υπόψη τη μετέπειτα δράση της κυβέρνησης αναφορικά με το αποτέλεσμα, το οποίο μετά τις 12 Ιουλίου αποτελεί σημείο σχεδόν βίαιης εσωτερικής αντιπαράθεσης στην Αριστερά, τόσο στην Ελλάδα όσο και αλλού.
Πρώτα απ’ όλα, ας ξεκαθαρίσουμε το γεγονός ότι η ιστορική σημασία του δημοψηφίσματος δεν έχει ολοκληρωθεί αλλά παράγεται ακόμα. Δεν μπορεί απλώς να περιοριστεί στο συμβάν του δημοψηφίσματος. Όπως όλα τα συμβάντα, το δημοψήφισμα είναι μεταβατικό και η σημασία του μπορεί εύκολα να αποσιωπηθεί μέσα στις εικασίες που το ίδιο πυροδότησε. Η σημερινή σημασία του αποκρύπτει τη μελλοντική του σημασία. Αυτό που ακόμα αισθανόμαστε είναι η συνεχώς παλλόμενη ραδιενέργειά του. Οι μετέπειτα εξελίξεις, οι οποίες εκλαμβάνονται ως ανατροπή του, επεκτείνουν αυτή την ενεστωτικά ενεργή ατέλειά του. Πράγματι, σε αυτή την περίπτωση, η ολότητα που αποδίδεται σε κάθε συμβάν φέρνει εντός του οπτικού μας πεδίου –του ιστορικού πεδίου– το γεγονός ότι αυτό που τώρα φαίνεται να ήταν κάτι άλλο (μια ανατροπή, μια εξάλειψη) ήταν ανέκαθεν παρόν καθώς το συμβάν εκτυλισσόταν.
Δεύτερον, σε αντίθεση με την προπαγάνδα εντός και εκτός Ελλάδας, το ερώτημα που τέθηκε στο δημοψήφισμα ήταν ξεκάθαρο: «θέλετε να συνεχιστεί αυτή η κατάσταση ή όχι;». Αλλά το περίεργο είναι ότι αυτή η αδιαμφισβήτητη καθαρότητα δημιούργησε ένα τεράστιο φάσμα ερμηνειών. Το δίλημμα που τέθηκε ως «ναι ή όχι στο ευρώ» ήταν κυρίως η ερμηνεία του αντιπάλου. Με άνευ προηγουμένου παρεμβάσεις και προπαγανδιστικές επιθέσεις, οι ευρωγραφειοκράτες ξεκαθάρισαν ότι για εκείνους αυτή ήταν και η μοναδική σημασία του δημοψηφίσματος, όποιο κι αν ήταν το επιχείρημα της ελληνικής κυβέρνησης. Έτσι, όταν ανακοινώθηκε το αποτέλεσμα, η μονοσήμαντη ερμηνεία των ευρωγραφειοκρατών ήρθε σε αντίθεση με στοιχεία που δείχνουν ότι 75% των Ελλήνων προτιμούν ρητά να παραμείνουν στο ευρώ. Υποθέτοντας μια απλή επαγωγή σε ένα αμφιλεγόμενο πλέγμα κινήτρων, το 62% ΟΧΙ στο τελεσίγραφο της Ευρωζώνης περιλαμβάνει ένα 37% ΝΑΙ στο ευρώ. Ένα πράγμα είναι σίγουρο: η πλειοψηφία των Ελλήνων δημιούργησε ένα ρήγμα στη λογική που ταυτίζει τις πολιτικές επιβαλλόμενης λιτότητας με την κυρίαρχη ύπαρξη του λαού εντός του ευρώ.
Τρίτον, ανασύροντας ένα ολόκληρο αρχείο με εικόνες και μνήμες εμφύλιας διαμάχης ακόμα και από τη δεκαετία του 1920, τα Μ.Μ.Ε. της εγχώριας ολιγαρχίας εξαπέλυαν κατηγορίες ότι το δημοψήφισμα ήταν διχαστικό, ότι έστρεφε τους Έλληνες τον έναν εναντίον του άλλου. Προσωπικά θα υποστήριζα το ακριβώς αντίθετο. Το δημοψήφισμα ήταν ενωτικό, αφού έφερε τους Έλληνες στη δημόσια σφαίρα για το σπάνιο και πολύτιμο γεγονός της λήψης συλλογικής απόφασης για το παρόν και το μέλλον τους. Αντιθέτως, τίποτα δεν είναι πιο διχαστικό από την κομματική πολιτική, τη μεγάλη παρακαταθήκη του φιλελευθερισμού που χωρίζει το πολιτικό σώμα σε πολλαπλά συγκρουόμενα κομμάτια τα οποία σπανίως κατανοούν ότι λειτουργούν μαζί εντός ενός κοινού πλαισίου λήψης αποφάσεων στο οποίο ο ανταγωνισμός είναι εγγενώς μέρος του μετέχειν.
Τέταρτον, το δημοψήφισμα διέλυσε τους κομματικούς διαχωρισμούς. Παρά τις υπερπροσπάθειες του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και των αλληλέγγυων δικτύων να πρωτοστατήσουν εκ μέρους του ΟΧΙ, το οποίο εντέλει έκρινε το αποτέλεσμα, δεν ήταν όλοι οι ψηφοφόροι του ΟΧΙ ψηφοφόροι του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., και ακόμα περισσότερο, μερικές ψήφοι για το ΝΑΙ (φαντάζομαι λίγες, αλλά σίγουρα υπήρξαν) προήλθαν από ψηφοφόρους του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Η διμερής δομή του δημοψηφίσματος χαρακτηρίστηκε, αν μη τι άλλο, από φοβερή ετερογένεια, όχι μόνο ιδεολογική. Το πολιτικό-ιδεολογικό φάσμα της ψήφου του ΟΧΙ ήταν ιδιαίτερα ευρύ (από τον ακραίο εθνικισμό μέχρι τις ψήφους ορισμένων κομμουνιστών), ενώ ακόμα και το στρατόπεδο του ΝΑΙ, αν και πιο συμπαγές ιδεολογικά, δεν εξαντλήθηκε στην απροκάλυπτη φιλελεύθερη ευρωφιλία.
Επιπροσθέτως, γνωρίζω ότι μεγάλη σημασία έχει δοθεί στο γεγονός ότι η διμερής δομή ήταν ταξικά διαιρεμένη. Αυτό παραείναι απλοϊκό, όπως αποδείχτηκε από πρόχειρες δημογραφικές μελέτες που ήδη πραγματοποιήθηκαν. Σίγουρα, η διαίρεση βασίστηκε σε μισθολογικές διαφορές και σε διαφοροποιήσεις εργασίας-ανεργίας (που δεν μπορούν να απλοποιηθούν με ταξικές διαιρέσεις)· σε διαφορές γενεών (οι οποίες συνδέονται με τον παράγοντα της ανεργίας, αλλά φανερώνουν και μια οργή ενάντια στο πολιτικό κατεστημένο εν γένει)· ενώ αποφασιστικοί ήταν επίσης γεωγραφικοί παράγοντες (τα νησιά και οι παραμεθόριες περιοχές, για παράδειγμα, αν και αυτό ακόμα συνδέεται με τα χρηματοοικονομικά της φορολόγησης κτλ).
Αυτή η πολυδιάσπαση της ψήφου και η ετερομορφία των ομάδων των ψηφοφόρων δυσκολεύει μια πολιτική εκτίμηση του δημοψηφίσματος με αυστηρά κομματικά κριτήρια. Επιπλέον, ένας παράγοντας που εμπλέκεται πέρα από τον ιδεολογικό, είναι η λεγόμενη λογική των συναισθημάτων: μια εξεγερτική διάθεση ενάντια στη χειραγώγηση των Μ.Μ.Ε. και αντίθεση στα απροκάλυπτα πραξικοπηματικά στοιχεία της ξένης παρεμβολής. Η ίδια συναισθηματική λογική τίθεται σε λειτουργία όταν, στον απόηχο της συνθηκολόγησης του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., γίνεται αναφορά στη νίκη του ΟΧΙ στο δημοψήφισμα ως μια νίκη του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. την οποία η κυβέρνηση ξεπούλησε. Ακόμα κι αν το αίσθημα είναι ειλικρινές, και άρα δεν μπορεί να ασκηθεί κριτική ως προς αυτό, η πολιτική που απορρέει από αυτό είναι άδικη ως προς την περιπλοκότητα του συμβάντος και του απόηχού του, που ακόμα εκτυλίσσονται.
Η προφανής νίκη για τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ως αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος είναι η εξουδετέρωση της κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης, η οποία τώρα προσφέρει στην κυβέρνηση μια νεκρή ζώνη μη παρέμβασης στο κοινωνικό μέτωπο ενάντια στα ολιγαρχικά και πελατειακά δίκτυα. Εκτός αυτού, το μόνο που μπορούμε να αποδώσουμε σε αυτό το υψίστης σημασίας συμβάν είναι ότι κινητοποίησε δυνάμεις που μεταμόρφωσαν το πολιτικό τοπίο, τις συνέπειες των οποίων θα δούμε στο μέλλον, συμπεριλαμβανομένου του αν και πώς αυτές οι δυνάμεις θα ανασυνταχθούν σε κοινοβουλευτικό επίπεδο, ή αν θα αποκηρύξουν μονομιάς τους κατεστημένους πολιτικούς θεσμούς. Σε κάθε περίπτωση, με τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. απελευθέρωσε μια σειρά νέων δυνάμεων στο πολιτικό σώμα και θα πρέπει να βρεθούν τρόποι προσαρμογής σε αυτή την ανακατάταξη.
Όμως η κύρια πολιτική σημασία του δημοψηφίσματος ήταν διεθνής, πράγμα που αποτελεί αντίφαση, αφού τα δημοψηφίσματα είναι κατεξοχήν εθνικά ζητήματα. Το συμβάν έλαβε χώρα υπό συνθήκες διεθνούς πολέμου (οικονομικού στραγγαλισμού, μιντιακής τρομοκρατίας, παρεμβάσεων στην εθνική κυριαρχία) και κινητοποίησε ένα διεθνές κύμα στήριξης για την κυρίαρχη δημοκρατική δράση των Ελλήνων πέρα από κάθε προσδοκία.
Αυτό το συγκεκριμένο κομμάτι διμερούς αντιπαράθεσης μεταξύ της νεοφιλελεύθερης γραφειοκρατικής τάξης πραγμάτων και της λαϊκής αλληλέγγυας κινητοποίησης εκτυλίσσεται πλέον σε πλήρη ισχύ στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης. Εκεί βρίσκεται μια μεγάλη νίκη για την κυβέρνηση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και για το κίνημα, η οποία δεν θα πρέπει να υποτιμηθεί και η οποία πρέπει να γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης μελλοντικά, καθώς οι πολιτικοί ανταγωνισμοί στο ευρωπαϊκό τοπίο σίγουρα θα αλλάξουν δραστικά.
Συνολικά, το δημοψήφισμα επέτρεψε στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. επιτέλους να κυβερνήσει: να επιδιώξει δηλαδή τη δημιουργία μιας νέας κυβερνησιμότητας. Οι αναμφίβολα επαχθείς όροι της μεταδημοψηφισματικής συμφωνίας είχαν ως στόχο την αποδυνάμωση των κυβερνητικών ικανοτήτων του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., και υπάρχουν άνθρωποι, εντός και εκτός του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., που πιστεύουν ότι αυτό όντως ισχύει.
Αλλά προκειμένου ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. πραγματικά να χάσει τη διακυβερνητική του ικανότητα θα έπρεπε πρώτα να χάσει τη λαϊκή στήριξη, να υπάρξει διχασμός στις τάξεις του, και πράγματι να καταρρεύσει, να επιστρέψει στο πολιτικό περιθώριο με το στίγμα της «αριστερής παρένθεσης». Εξάλλου, αυτό ήταν ανέκαθεν το επιθυμητό αποτέλεσμα των ευρωγραφειοκρατών. Αλλά τούτο δεν έχει συμβεί και, δεδομένης της συντριπτικής απαξίωσης της αντιπολίτευσης στο δημοψήφισμα και τη σταθερή διαφορά εκλογικών ποσοστών στις δημοσκοπήσεις, είναι μάλλον απίθανο να συμβεί άμεσα.
Η διατάραξη της ιδεολογικής συνοχής του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. (όσο χαλαρή και ανταγωνιστική κι αν ήταν αυτή) δεν αποδυναμώνει τη δυνατότητα κυβερνησιμότητας του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. αλλά, αντίθετα, την τοποθετεί στο προσκήνιο ως το πιο επείγον έργο του. Υπ’ αυτή την έννοια, οι αντίπαλοι του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στην Ε.Ε. όντως έχασαν τη μάχη, για να μην αναφερθούμε στην επιβολή μιας συμφωνίας η οποία εντέλει, όπως και οι ίδιοι παραδέχονται, δεν μπορεί πραγματικά να εφαρμοστεί.

Κυβέρνηση και κίνημα 

Η μεγαλύτερη πληγή σε αυτή τη διαδικασία τακτικής υποχώρησης, η οποία βιώθηκε ως ήττα, ακόμα και ως αυτοκαταστροφή, σίγουρα δημιουργήθηκε στις τάξεις του κινήματος. Η εμπειρία ήταν και είναι ακόμα τραυματική, και η συνθήκη ανταπόκρισης σε αυτό το τραύμα αποτελεί προς το παρόν ανοιχτό ερώτημα. Το γιατί είναι απολύτως κατανοητό, αν επιστρέψουμε σε αυτά που ανέφερα στην αρχή. Το κίνημα ζει στο τώρα. Δεν είναι φτιαγμένο για, ούτε το απασχολούν, οι τακτικές κινήσεις οπισθοχώρησης. Η αμεσότητα της κοινωνικής του βάσης, σε σύγκριση με τη διαμεσολάβηση επειγουσών αναγκών που η διακυβέρνηση απαιτεί, διατηρεί το κίνημα ελεύθερο από κάθε ευθύνη προς την κυριαρχία, προς το σύνολο της πολιτείας εντός της οποίας όλο το κίνημα αγωνίζεται, όπου ο χρόνος είναι συνεχώς ρευστός και όπου οι παράμετροι αλλάζουν από λεπτό σε λεπτό προς κατευθύνσεις που ίσως αντιτίθενται στα σχέδια και τις επιθυμίες του, ακόμα και στις αρχές του.
Εδώ η δημοκρατία σίγουρα δοκιμάζεται. Η αντίληψη –αλλά και ακόμα πιο έντονα, το συναίσθημα, η βαθιά επίδραση– ότι το δημοψήφισμα απελευθέρωσε τη δύναμη του δήμου-εν-δράσει, και το οποίο μετά ανακλήθηκε με τη συμφωνία της κυβέρνησης με τον αντίπαλο, έχει συσσωρεύσει εκρηκτικές εκφράσεις δυσαρέσκειας, θλίψης και οργής, καθώς και κατηγορίες για δειλία, συνθηκολόγηση, ξεπούλημα, ακόμα και προδοσία των αρχών του κινήματος. Όμως, αυτός ο εγγενής κανιβαλισμός είναι και ανόητος και ανεδαφικός.
Το δημοψήφισμα αποφασίστηκε από την κυβέρνηση και κερδήθηκε από το κίνημα ώστε να μπορέσει η κυβέρνηση να δράσει επί του αποτελέσματος. Τίποτα σε αυτή την εξίσωση δεν είναι γραμμικό ή αυταπόδεικτο, ή ακόμα και αιτιολογικό. Τα στοιχεία συνδέονται μεταξύ τους, αλλά το ένα δεν απορροφά το άλλο.
Ούτε η κυβέρνηση ούτε το κίνημα υπηρετούν το ένα το άλλο και ωστόσο, ταυτόχρονα, και η κυβέρνηση και το κίνημα φέρουν ευθύνη το ένα απέναντι στο άλλο. Μπορούν να υπάρχουν τόσο συμπτωματικά όσο και ανταγωνιστικά, και πράγματι οφείλουν να το κάνουν, αν πρόκειται να διατηρηθεί η ριζοσπαστική δημοκρατική ιδιότητά τους. Αλλά αυτό μπορεί να συμβεί μόνο εάν ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. δεν φοβηθεί την ετερογένειά του, και κυρίως αν δεν ξεχάσει το συλλογικό ιστορικό του φορτίο: να έχει κερδίσει την εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού προκειμένου να αλλάξει τα πράγματα – όχι μόνο τις παρούσες συνθήκες λιτότητας αλλά και τον μακροχρόνιο ολιγαρχικό στραγγαλισμό της ελληνικής κοινωνίας από θεσμικές δομές διαφθοράς, ανομίας και αδικίας.
Η δύναμη που η κυβέρνηση άντλησε από το δημοψήφισμα εισήχθη στην αρένα της διεθνούς αντιπαράθεσης, και θα έλεγα ότι βοήθησε την κυβέρνηση να προστατεύσει τη χώρα από τις καταστροφικές συνέπειες της άτακτης χρεοκοπίας, η οποία και θα επέφερε ανείπωτη ζημιά για τον ελληνικό λαό, σε συνδυασμό με τις υπάρχουσες βασανιστικές συνθήκες καταστροφής, και θα άφηνε την ελληνική κυριαρχία (οικονομική αλλά και πολιτική) βορά στα γεράκια των ελίτ τόσο του εξωτερικού όσο και του εσωτερικού.
Η ιδέα ότι το κίνημα θα μπορούσε να βοηθήσει στην πάλη ενάντια σε αυτή την καταστροφή της χρεοκοπίας είναι αδιέξοδη, όσο μεγάλες και αν είναι οι ικανότητες το κινήματος, μια και η κυβέρνηση που τροφοδοτεί το κίνημα θα είχε πέσει (όπως έχουν πέσει και όλες οι κυβερνήσεις στην ιστορία που έχουν ηγηθεί εθνικών χρεοκοπιών), ενώ οι αντίπαλοι θα είχαν επιτύχει πλήρη εξουδετέρωση: όχι μόνο το Grexit αυτό καθαυτό, το οποίο, δεν πρέπει να το ξεχνάμε, αποτελούσε επίσης σχέδιο στο μυαλό του αντιπάλου, αλλά την εξουδετέρωση του ίδιου του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και άρα την πρόκληση ανείπωτης ζημιάς για το κίνημα διεθνώς.
Φυσικά λέγεται –και σωστά λέγεται– ότι ο συμβιβασμός της κυβέρνησης ΣΥ.ΡΙΖ.Α. προκάλεσε ακριβώς αυτού του είδους τη ζημιά εξευτελίζοντας συνολικά το πείραμα. Ειλικρινά, μόνο ο χρόνος θα το κρίνει αυτό. Και ο χρόνος είναι το πιο πολύτιμο πράγμα που κερδήθηκε με τη συμφωνία, χρόνος για να εφαρμοστεί η αριστερή κυβερνησιμότητα στην πράξη. Με βάση την (πολιτικά) λογική παραδοχή ότι όλες οι συμφωνίες υπό ασύμμετρη εξουσία είναι επονείδιστες, αλλά ότι η μη συμφωνία υπό ασύμμετρη εξουσία είναι καταστροφική –η περιγραφή του διαλόγου Αθηναίων-Μηλίων από τον Θουκυδίδη είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική ως προς αυτό–, η κυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α. εξακολουθεί να είναι επιφορτισμένη με το έργο της ριζοσπαστικής αναδιοργάνωσης των κοινωνικών θεσμών και της κατατρόπωσης των συμφερόντων των διεφθαρμένων ελίτ.
Θα κριθεί με βάση αυτό το έργο, και θα κριθεί εντονότερα και αλύπητα από το κίνημα. Αλλά στο σημείο που ο κόσμος του κινήματος είναι τρομερά δυσαρεστημένος, ακόμα και οργισμένος, είναι σημαντικό να αναλογιστούμε τι βρίσκεται εμπρός μας και τι δεν έχει εφαρμοστεί ακόμα, αφού η μάχη να διατηρηθεί η ρευστότητα των τραπεζών σε μια χρεοκοπημένη χώρα ενάντια σε όλες τις προσδοκίες απέτρεψε κάθε προσπάθεια πραγματικής διακυβέρνησης. Και η διακυβέρνηση εδώ συμπεριλαμβάνει το κίνημα, του οποίου τα μεταρρυθμιστικά σχέδια δεν είχαν την ευκαιρία να υλοποιηθούν ακόμα. Τα δίκτυα αλληλεγγύης τώρα χρειάζονται περισσότερο από ποτέ, μια και η ανθρωπιστική κρίση εντείνεται και υπερβαίνει τις πολιτικές διαφορές μεταξύ κυβέρνησης και κινήματος που εμφανίστηκαν ως αποτέλεσμα του συμβιβασμού. Σχεδόν αυτόνομο από την κυβέρνηση, το κίνημα έχει το δικό του έργο να επιτελέσει: ένα απαραίτητο έργο που καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να διαχειριστεί.
Η ανάπτυξη μιας αριστερής κυβερνησιμότητας προαπαιτεί ακριβώς το ότι η εσωτερική διαφωνία θα καταγραφεί ως κριτική δύναμη, ως μέρος της κυβερνητικής ικανότητας, όχι ως τροχοπέδη. Επαναλαμβάνω: ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. είναι ένας ετερογενής συνασπισμός, όχι ένα κόμμα με την αυστηρή έννοια του όρου. Άρα η έννοια ότι «ψηφίζοντας Όχι στη Βουλή ενάντια στα μέτρα στηρίζουμε την κυβέρνηση», όπως δήλωσαν διάφοροι βουλευτές του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στο πρώτο ψήφισμα των μέτρων, προκάλεσε παντελή σύγχυση στους κύκλους τεχνοκρατών των μίντια και των φιλελεύθερων κομμάτων, οι οποίοι μπορούν να κατανοήσουν μόνο μια κομματική πολιτική ιεραρχική, μονοφωνική και ερμητικά συρραμμένη ιδεολογικά.
Αυτή η έννοια δεν είναι μια τρελή σοφιστεία αλλά απολύτως γνήσια και συνεπής με τον ταραχώδη και ταραχοποιό χαρακτήρα του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Το γεγονός ότι τα ολιγαρχικά Μ.Μ.Ε. έχουν παθιαστεί με τους διαφωνούντες του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και επιδίδονται σε κανιβαλικές προσωπικές επιθέσεις εναντίον συγκεκριμένων προσώπων αποτελεί και την απόδειξη. Η κριτική διαφωνία εντός του συνασπισμού πράγματι μπορεί να είναι έκφραση στήριξης· αυτό απαιτεί η ριζοσπαστική δημοκρατία και η αριστερή κυβερνησιμότητα, και ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. πρέπει να προστατεύσει τους δικούς του, ειδικά από τους άγριους χειρισμούς των Μ.Μ.Ε.
Με βάση όλα αυτά, ενδεχομένως να ήταν λάθος του πρωθυπουργού να καθυστερήσει ανοιχτές συζητήσεις στην ολομέλεια προκειμένου να εκφραστεί συλλογικά η πλήρης ισχύς της εσωτερικής διαφωνίας. Περιέργως, η μεγαλύτερη δύναμη του Τσίπρα είναι η διαφωνία στις τάξεις του κόμματός του. Ακόμα και αν κομμάτι της εσωκομματικής αντιπολίτευσης απέχει πολύ από την πραγματικότητα –η διαφωνία δεν είναι σε καμία περίπτωση συνεκτική και με τους ίδιους όρους για όλους–, η απόσταση από την πραγματικότητα λειτουργεί έτσι ώστε η κυβερνητική θέση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. να μην υποκύψει σε μια υπερβατική αυταρέσκεια της αλήθειας της, όσο εργαλειακή και αν είναι αυτή η αλήθεια. Οι ταραχές στις τάξεις του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. οφείλουν να παραμείνουν ρητές, ώστε η ταραχοποιός «φύση» του να μπορεί να συνεχίσει να αναστατώνει τις σταθερές κατηγορίες κυβερνησιμότητας τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ε.Ε.
Τίποτα δεν είναι πιο ριζοσπαστικό, πιο ταραχώδες και πιο ταραχοποιό από μια κυβέρνηση που αποδέχεται ότι διαφωνεί με τις πολιτικές τις οποίες συμφώνησε να εφαρμόσει, μια κυβέρνηση που αρνείται να ταυτιστεί με αυτές τις πολιτικές επειδή αναγνωρίζει ότι αυτές είναι επονείδιστες και μη πραγματοποιήσιμες.
Με αυτόν τον τρόπο αποκαλύπτει την πραγματική φύση αυτών των πολιτικών: παράλογες απαιτήσεις παράτολμης εξουσίας. Αλλά ακόμα περισσότερο, αποκαλύπτει αυτό που ανέκαθεν η φιλελεύθερη θεώρηση πολιτικής κρατούσε κρυφό: ότι τελικά η πολιτική είναι ένα πεδίο δραματικής ερμηνείας, ο μεγαλύτερος κίνδυνος του οποίου είναι η πίστη σε κάτι πραγματικά αληθινό, ωφελιμιστικό και υπερβατικό. Η απροκάλυπτη δυσπιστία του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στις πολιτικές της συμφωνίας κατ’ ουσίαν αποκαλύπτει τη βαθιά πολιτική φύση του πεδίου δυνάμεων μέσα στο οποίο υπάρχει, προσωρινά και αγωνιστικά (γιατί τίποτε στην δημοκρατική πολιτική δεν πρέπει να θεωρείται μόνιμο) και ενάντια στο οποίο μάχεται. Αποκαλύπτει το γεγονός ότι η υπόσταση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. είναι ακριβώς η πάλη, όχι μόνο ενάντια στον αντίπαλο αλλά ενάντια και στον ίδιο τον εαυτό του.

Η πραγματικότητα της ήττας

Φυσικά, υπάρχουν πραγματικότητες που επηρεάζονται από αυτή την τρομερά έντονη, ακόμα και βίαιη αντιπαράθεση πολιτικών δυνάμεων. Και υπάρχει και μια πραγματικότητα της ήττας στη συμφωνία που η κυβέρνηση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. υπέγραψε έπειτα από εκβιασμούς. Αλλά η αναφορά που έχει γίνει σε αυτή την πραγματικότητα από την εσωκομματική αντιπολίτευση χρησιμοποιεί τους πιο συμβατικούς φιλελεύθερους όρους της πολιτικής, μέχρι που έχει αναπτυχθεί το επιχείρημα ότι ο Τσίπρας ασκεί αντιπολιτική. Μια αξιόλογη και πραγματικά υπέροχη εξαίρεση είναι η έκκληση του Σλάβοϊ Ζίζεκ για ανάληψη της ευθύνης για τη συνέχιση της μάχης μετά την ήττα και μέσα από την ήττα. Ο Ζίζεκ ευφυέστατα αποδομεί την εμμονή με το επιχείρημα του Τ.Ι.Ν.Α.: «Η πραγματική γενναιότητα δεν είναι να φανταστούμε μια εναλλακτική λύση, αλλά να αποδεχτούμε τις συνέπειες του γεγονότος ότι δεν υπάρχει κάποια ευδιάκριτη εναλλακτική λύση: το όνειρο μιας εναλλακτικής λύσης είναι σημάδι θεωρητικής δειλίας, λειτουργεί ως φετίχ που μας αποτρέπει από το να σκεφτούμε πέραν του αδιεξόδου μας».
Το Τ.Ι.Ν.Α. έχει χρησιμοποιηθεί τον τελευταίο καιρό ως το μεγάλο στοιχειό που καταδεικνύει την ανικανότητα της Αριστεράς. Όμως το μεγαλύτερο σημάδι της ανικανότητας της Αριστεράς είναι το ότι σκέφτεται και μάχεται από τη θέση της πραγματικότητας αποστερημένης από εναλλακτικές λύσεις: ακριβώς αυτού που έκαναν οι ευρωγραφειοκράτες στην ελληνική αριστερή κυβέρνηση που τόσο εμμονικά θέλουν να την καταστρέψουν.
Η ριζοσπαστική δημοκρατία και η αριστερή κυβερνησιμότητα δεν έχουν να κάνουν με την πολιτική της μη πραγματικότητας: εναλλακτικών λύσεων που ανήκουν σε φαντασιώσεις του παρελθόντος, όπως τα εθνικιστικά και εθνικοαπομονωτικά σενάρια περί Grexit. Αντίθετα, έχουν να κάνουν με τη μετωπική σύγκρουση με πραγματικότητες, από την επισφαλή θέση μη θεμελίωσης σε ζητήματα αρχής και την προφανή δυσκολία υπολογισμού των αποφάσεων εν μέσω της μάχης, ακριβώς στο σημείο όπου όλες οι επιλογές έχουν αφαιρεθεί από το τραπέζι.
Εδώ έγκειται και η μεγαλύτερη δύναμη της δημοκρατίας ενάντια στο status quo, εάν λάβουμε υπόψη ότι η δημοκρατία είναι μια πολιτική υψηλού ρίσκου. Δεν είναι εύκολη πολιτική, δεν είναι απαραίτητα καλή ή σοφή πολιτική, αλλά είναι μια πολιτική ελεύθερη, η μόνη αυτόνομη πολιτική που υπάρχει.

Υστερόγραφο επί του παρόντος

Κατανοώ την αμηχανία, ίσως και την άρνηση κάθε ανοχής, απέναντι στην έννοια του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ως ταραχοποιού οργανισμού, ως πηγή δημιουργίας προβλημάτων στις δεδομένες νοηματικές κατηγορίες της πολιτικής. Προηγουμένως υποστήριξα ρητά τη σημασία της ετερογένειας και της πολυφωνίας, ρισκάροντας μάλιστα τη διατύπωση ότι η συγκρουσιακή δημοκρατία απόψεων εντός του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. συνιστούσε και την ιδιαίτερη ισχύ του.
Δεν έχω αλλάξει γνώμη. Βέβαια, είπαμε, άλλο η κυβέρνηση και άλλο το κίνημα. Το κίνημα μπορεί να αντέξει θεμελιώδεις διαφωνίες, αν εξακολουθεί να υπάρχει κοινή αγωνιστική προοπτική και κοινό όραμα σε βάθος χρόνου. Όμως, στο πλαίσιο μιας κυβέρνησης, όχι κομματικής αλλά δημοκρατικής σε όλη την εμβέλεια της πολιτείας, όπου αποφάσεις επιβάλλονται στο πιο συμπιεσμένο πλαίσιο ενεστώτος χρόνου, διαφωνίες που χάνουν τον ορίζοντα της αμεσότητας πίσω από το νέφος της ιδεολογικής καθαρότητας συχνά προκαλούν την αυτοκαταστροφή.
Η εσωτερική διαφωνία πήρε τόσο μεγάλες διαστάσεις σε κυβερνητικό επίπεδο, με εκφράσεις σαφώς ενδοπολεμικές και ενδοανατρεπτικές στην κοινοβουλευτική ομάδα, που τέθηκε όντως το ερώτημα αν ήταν πλέον εφικτό ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. να κυβερνήσει όπως αρμόζει –και επιτάσσει– η μοναδική αυτή ευκαιρία του εγχειρήματος μιας αριστερής κυβερνησιμότητας.
Η παραίτηση του πρωθυπουργού στις 20 Αυγούστου, πέντε μέρες πριν κλείσει ο έβδομος μήνας της κυβέρνησης, έδωσε ήδη μια απάντηση στο ερώτημα. Ταυτόχρονα, απέδειξε ακριβώς την ταραχοποιό ιδιότητα του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., που δυσκολεύει, για άλλη μια φορά, τυπικές κατηγοριοποιήσεις και αναλύσεις του πολιτικού. Η ανεξαρτητοποίηση μιας μειοψηφίας του δεν αλλάζει την ασύμβατη σύστασή του – και είναι ενδιαφέρον ότι ο Κώστας Λαπαβίτσας, μιλώντας αμέσως μετά τη φυγόκεντρη κίνηση μερικών (όχι όλων) βουλευτών της Αριστερής Πλατφόρμας, ξεκαθάρισε το ότι η νεότευκτη Λαϊκή Ενότητα δεν είναι κόμμα, προσθέτοντας «εμείς δεν θέλουμε κόμμα αλλά μετωπικό σχηματισμό». Κατά πόσο αυτό όντως ισχύει ή θα ισχύσει στην πορεία, θα το δούμε· σημειώνω απλώς τις αναλογίες με την ασύμβατη αντικομματική λογική του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.
Βέβαια, η ίδρυση της Λαϊκής Ενότητας σηματοδοτεί, με προφανώς απερίσκεπτη ειρωνεία, άλλη μία διάσπαση στην ιστορία της ελληνικής Αριστεράς. Όποια λάθη και αν προσάψουμε στον κυβερνητικό χειρισμό, η συγκεκριμένη διάσπαση χρεώνεται στην αδυναμία της μειοψηφίας να αναλάβει την ευθύνη της κυβέρνησης της Αριστεράς, ή, με τους όρους που έχουμε θέσει, στην αδυναμία μερικών στελεχών να αντεπεξέλθουν στην πρόκληση μιας αριστερής κυβερνησιμότητας. Προτίμησαν τη γνώριμη οδό της αντίθεσης, τη γοητεία της αντίστασης, αλλά εναντίον τίνος; Η ρητορική τους δηλώνει αντίσταση στους ευρωγραφειοκράτες και την προσταγή των μνημονίων, αφού ο λόγος τους παραμένει στο πλαίσιο ενός καλέσματος σε αντιαποικιακό αγώνα εθνικής ανεξαρτησίας. Αλλά στην ουσία, πέρα από αντιπαραθέσεις ιδεών, η αντίσταση στην πράξη δεν καταφέρεται εναντίον των ευρωγραφειοκρατών, τους οποίους ουδόλως ταράζει, αλλά εναντίον του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., την κυβέρνηση του οποίου, τουλάχιστον, διακόπτει.
Εδώ επιστρέφουμε στην αρχή του κειμένου. Η ιστορία των ρήξεων και των διασπάσεων στην Αριστερά είναι τόσο πλούσια όσο είναι η ιστορία των αποτυχιών της στην πράξη. Προφανώς και συνδέονται, δεν χωρεί αμφιβολία. Όσο και να ωρύονται οι διασπαστές ότι για τη διάσπαση ευθύνεται η κυβέρνηση, το τέλος αυτής της συγκεκριμένης κυβέρνησης το έφεραν αυτοί, αρνούμενοι να μοιραστούν την κοινή ευθύνη των αποφάσεων, έστω και διαφωνώντας. Κινήθηκαν, δηλαδή, προς την κατεύθυνση της συμπαγούς και μονοφωνικής στάσης σε ένα πολιτικό πεδίο, που αν μη τι άλλο είναι ρευστό και ευμετάβλητο και στο οποίο καθαρότητα σημαίνει πολιτική στασιμότητα, αμυντική θωράκιση πίσω από την ιδεολογία και υπεκφυγή έναντι των επιτακτικών απαιτήσεων της πραγματικότητας. Με την κίνησή τους δεν διέκοψαν απλώς το κυβερνητικό έργο de facto, αλλά αποδυνάμωσαν την πολυφωνική σταθερότητα του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και το εκτρέπουν και αυτό προς μια συμπαγή θέση, ώστε να διατρέχει τον κίνδυνο στην πορεία να βυθιστεί σε έναν πεισματάρη εγωισμό του δικού του δίκιου. Ευτυχώς, η εκλογική διαδικασία η ίδια, ως θεατρική αρένα όπου όλα δικάζονται, αφαιρεί την ευκολία μιας ομφαλοσκόπησης.
Σημειωτέον, για τη γενικότερη αυτή σύσφιξη σε πολωτικές θέσεις, η οποία επέφερε τη διάσπαση, έχει ευθύνη η πολιτική του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ως αντιπολίτευσης, που βαραίνει και τις δύο τώρα πλευρές. Γιατί ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. εναγκαλίστηκε και οικειοποιήθηκε την εξαπλούστευση της πολιτικής από τις προηγούμενες κυβερνήσεις να χωρίσουν το πολιτικό σώμα σε «μνημονιακούς» και «αντιμνημονιακούς» – το οποίο βέβαια στην πορεία πήρε πολλαπλές διπολικές εκφράσεις και προσωπεία, με κυριότερο το «ευρώ-δραχμή».
Εκ των υστέρων τουλάχιστον, οφείλουμε να παραδεχτούμε πόσο ολέθρια αποπροσανατολιστικός υπήρξε αυτός ο απλουστευτικός διχασμός του πολιτικού πεδίου. Κι όχι μόνο γιατί επισκίασε το ευρύτερο συγκρουσιακό πλέγμα κοινωνικών και ιδεολογικών διαφορών, αλλά και γιατί τελικά περιόρισε τη δύναμη (τη δυνατότητα αλλά και την ισχύ) του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., ως κυβέρνησης πλέον, να λειτουργήσει με την ευελιξία που επιβάλλει η σύγκρουση μιας αριστερής κυβερνησιμότητας με το νεοφιλελεύθερο οικονομικό και πολιτικό καθεστώς.
Έχοντας πάρει τη θέση προ πολλού ότι αριστερή κυβερνησιμότητα δεν σημαίνει απλώς κυβέρνηση που παίρνει αποφάσεις αλλά και αντιπολίτευση και εκλογική διαμάχη, όσο επίσης και διαρκής κινηματική αυτοκριτική, δεν θεωρώ ούτε την υπογραφή του μνημονίου ούτε την παραίτηση Τσίπρα ούτε τη διάσπαση ούτε την εκλογική διακοπή σηματοδότες μιας «αριστερής παρένθεσης». Η παρένθεση θα συντελεστεί μόνο αν ο λαός αποσύρει τη συγκατάθεσή του στο εγχείρημα. Αυτό μέλλει να το δούμε.
Στο μεταξύ, ενόψει εκλογών, κάποιες άλλες διαστάσεις γίνονται επιτακτικές. Το σώμα ψηφοφόρων του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. είναι πολύ ρευστό και ετερογενές για να προβλέψουμε πως θα συμπεριφερθεί ακριβώς. Ο άκριτος ενθουσιασμός και προσδοκία που έσπρωξε ψηφοφόρους εκτός Αριστεράς στους κόλπους του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. είναι δυστυχώς ανάλογος με την άκριτη απογοήτευσή τους κατά τις τελευταίες εβδομάδες. Το χειρότερο που θα μπορούσε να συμβεί πολιτικά θα ήταν ο κανιβαλισμός στις τάξεις του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. να συνεχιζόταν αορίστως, και οι λέξεις «ήττα», «ξεπούλημα», «προδοσία» κτλ. να συνέχιζαν να ηγούνται στο καθημερινό λεξιλόγιο.
Για να κρατήσει έστω κάποιους από αυτούς τους συναισθηματικά κινούμενους και αδοκίμαστους στις υψηλές διακυμάνσεις της Αριστεράς ψηφοφόρους, ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. θα πρέπει να αποδείξει το γεγονός ότι αποτελεί τη μόνη σοβαρή προοπτική για να μην επιστρέψει η χώρα στο παλιό πελατειακό κατεστημένο. Ότι μόνο μια κυβέρνηση που για πρώτη φορά πάλεψε με τους πανίσχυρους αντιπάλους για τα συμφέροντα του λαού, έστω και αν (βάσει των αρχικών της θέσεων) ηττήθηκε, μπορεί να συνεχίσει να παλεύει – πόσο μάλλον, τώρα που έχει κερδίσει μια σκληρή προοπτική εμπειρίας. Ότι μόνο μια κυβέρνηση που λειτούργησε υπεύθυνα απέναντι στην επιτασσόμενη καταστροφή της χώρας μπορεί να εγγυηθεί την κυβερνητική ευθύνη. Ταυτόχρονα όμως, για να ισχυροποιηθεί αυτή η θέση, πρέπει να έρθουν στην επιφάνεια όλα τα θετικά στοιχεία της κυβέρνησης μέχρι στιγμής στις άγνωστες σε πολλούς μικρολεπτομέρειές τους· εδώ, η επικοινωνιακή πολιτική της κυβέρνησης πραγματικά υστερεί.
Θα είναι πάντως εντελώς κοντόφθαλμο να αγνοηθούν τα στρώματα των ψηφοφόρων που δεν γνωρίζουν (από απειρία και διαφορετική ιδεολογική καταγωγή) τις ανησυχίες της Αριστεράς, αλλά, λόγω απλής κοινωνικής εμπειρίας και μόνον, τα συμμερίζονται – τα έχουν ζήσει. Με την ίδια έννοια, ψηφοφόροι που πραγματικά καταλαβαίνουν την ανάγκη μιας εκ βάθρων εξάρθρωσης του πελατειακού συστήματος διαφθοράς και διαπλοκής, που δεν αφορά μόνο τον δημόσιο τομέα, αλλά αντιθέτως τον συνυφαίνει με τον ιδιωτικό, είναι απαραίτητο να (ξανα)κερδηθούν μέσα από μια πρόταση και ένα όραμα ευθύνης και τόλμης απέναντι στο παλιό κατεστημένο.
Αλλά στο μεγάλο στοίχημα για την κυβερνησιμότητα της Αριστεράς εκείνο που μας ενδιαφέρει κυρίως είναι το κίνημα. Πέρα από την ήττα στο ευρωπαϊκό μέτωπο, η εξόντωση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. θα συντελεστεί πραγματικά αν το κίνημα –τα πρωτοφανή για τα ελληνικά δεδομένα δίκτυα αλληλεγγύης και εξωθεσμικής κοινωνικοπολιτικής πρακτικής, που προέρχονται από τα κινήματα των πλατειών και την εμπειρία της κρίσης– πάψει να λειτουργεί. Και δεν είναι μόνο θέμα ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Είναι πρωτίστως θέμα βαθιών κοινωνικών αναγκών, προφανώς λόγω της διάρκειας της ανέχειας σε μεγάλα στρώματα των πολιτών και, τώρα κυρίως, λόγω της έξαρσης του προσφυγικού και του μεταναστευτικού προβλήματος. Η οποιαδήποτε εξασθένηση, κόπωση ή υποχώρηση του κινήματος σε αυτή τη φάση δεν πλήττει απλώς τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α., αλλά κινδυνεύει να παραδώσει το κοινωνικοπολιτικό πεδίο συνολικά είτε στην αβεβαιότητα είτε, χειρότερα, σε ενσυνείδητα αντιδημοκρατικές δυνάμεις και, εντέλει, στο έλεος των διεθνώς κινούμενων οικονομικών και γεωπολιτικών συμφερόντων.
Εδώ πραγματικά χαιρετίζω εκείνους τους διαφωνούντες μέσα στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α., που απομακρύνονται μεν από το κυβερνητικό (και κοινοβουλευτικό) πεδίο, αλλά παραμένουν ενεργοί και προσηλωμένοι στο κίνημα. Η συνέντευξη της Μαρίας Κανελλοπούλου στο «Κόκκινο» αποτελεί υπόδειγμα αυτής της στάσης. Αν η υπογραφή του μνημονίου θεωρείται από ορισμένους συνθηκολόγηση και ήττα, η αποστράτευση συνιστά αυτοχειρία και πανωλεθρία.
Αν το «πρόβλημα ΣΥ.ΡΙΖ.Α.» τάραξε τα νερά των κοινωνικοπολιτικών δεδομένων στην Ευρώπη (και όχι μόνο) είναι επειδή ένας πολιτικός συνασπισμός κοινωνικής αλληλεγγύης με πολλαπλές απόψεις και προοπτικές κατάφερε, δημοκρατικά, να βρεθεί σε θέση να κυβερνήσει μια χώρα. Ο μοναδικός λόγος που το κατάφερε ήταν επειδή βασίστηκε σε ένα μεγάλης εμβέλειας κίνημα κοινωνικών πρακτικών, το οποίο έφερε ένα σημαντικό μέρος της ελληνικής νεολαίας στο πολιτικό προσκήνιο, έξω από τα παραδοσιακά κομματικά όργανα, και δημιούργησε διόδους επαφής, συνύπαρξης και συνεργασίας με λαϊκά στρώματα, που παραδοσιακά, ασχέτως των πραγματικών τους συμφερόντων, απέφευγαν ή απείχαν από οιαδήποτε αριστερή αντίληψη, εννοιολόγηση και πρακτική επί του κοινωνικοπολιτικού.
Η διαμόρφωση αυτών των νέων πεδίων επαφής και συνεργασίας δημιουργήθηκε ως αποτέλεσμα των κινημάτων των πλατειών, τα οποία προέταξαν νέα φαντασιακά αυτοοργάνωσης και αυτοδιαχείρισης της κοινωνίας στη μικρότερη δυνατή κλίμακα της καθημερινής ζωής. Η κρίση αυτά τα κινήματα τα ενδυνάμωσε, γιατί τους έδωσε ένα άμεσο αντικείμενο δράσης. Έτσι είδαμε τα πρωτοφανή επιτεύγματα των δικτύων αλληλεγγύης. Η σημασία του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. από εκεί διαχύθηκε στα ευρύτερα και μέχρι πρότινος μη προσεγγίσιμα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας, και από εκεί άντλησε ένα μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων που το ανέδειξαν σε νέα ριζοσπαστική πολιτική δύναμη.
Θα είναι τεράστιο λάθος να χαθούν αυτοί οι κόμβοι επαφής και συνεργασίας κάτω από τη νοηματική θολούρα του διπολικού «μνημονιακού-αντιμνημονιακού» σχήματος. Και θα είναι πραγματικά τεράστια ήττα –πανωλεθρία– εάν οι κινηματικές δυνάμεις αυτές εκφυλιστούν μέσα στα συγγενή διλήμματα περί αριστεροσύνης που συνεπάγεται η ανεύθυνα λαϊκιστική ρητορική εκείνων των στελεχών, τα οποία με ξεπερασμένη και δογματική ιδεοληψία, αλλά και με απαράδεκτη ευθυνοφοβία, επέλεξαν τη φυγή και επέφεραν τη διάσπαση και την πτώση της πρώτης κυβέρνησης ΣΥ.ΡΙΖ.Α. 
Ας ελπίσουμε –ή μάλλον, ας τολμήσουμε να κατοχυρώσουμε– ότι βρισκόμαστε μπροστά μόνο στο τέλος μιας φάσης, σε μια πιο μεγάλη και πιο τολμηρή πορεία όπου η κάθε φάση ανοίγει ένα ξέφωτο και μας απελευθερώνει από τα νοηματικά και ιδεοληπτικά καθεστώτα του παρελθόντος. Γιατί τα δύο μέτωπα που μόνο ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. μπορεί να αντιμετωπίσει υπεύθυνα –1) τις συνέπειες της τρέχουσας πραγματικότητας της παγκοσμιοποιημένης πολιτικής οικονομίας, που έχει φέρει την Ελλάδα σε τέτοια δεινή κατάσταση, και 2) το εγχώριο πελατειακό καθεστώς διαφθοράς και διαπλοκής– απαιτούν ακριβώς τέτοια απελευθερωμένα ανοίγματα, προκειμένου να αναχαιτιστούν και να ξεπεραστούν με γνώμονα την ευρύτερη κοινωνική δικαιοσύνη και αυτονομία. Το μεγάλο στοίχημα της επόμενης κυβέρνησης της Αριστεράς είναι πώς θα τα βγάλει πέρα σε αυτή τη διμέτωπη μάχη: εναντίον των εξωτερικώς προερχομένων πολιτικών του νεοφιλελευθερισμού και των εσωτερικώς κατοχυρωμένων πελατειακών συμφερόντων σε όλα τα επίπεδα της ελληνικής κοινωνίας.

Δείτε επίσης το άρθρο στα αγγλικά:




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου