5.10.15

Το τέλος της ελληνικής νεωτερικότητας;

Σουρέ


[..] Δύο ήταν τα νεωτερικά κινήματα που στον αιώνα μας προσπάθησαν, σε ανελέητη σύγκρουση μεταξύ τους, να λύσουν τα προβλήματα του Ελληνισμού, χρησιμοποιώντας νεωτερικές συνταγές και λύσεις. Το ένα ήταν ο εθνοφυλετικός ευσεβισμός που αντιστοιχούσε σε μια εκτεταμένη προσαρμογή της παραδοσιακής ορθόδοξης θρησκευτικότητας στις ευρωπαϊκές προδιαγραφές. Το άλλο ήταν ο διεθνιστικός κομμουνισμός -κρατιστική μετάλλαξη του νεοελληνικού πολιτειακού κοινοτισμού και συγχρόνως «εσχατολογική αίρεση της Ορθοδοξίας». Το πρώτο λειτουργούσε σαν στυλοβάτης του καθεστώτος της Προστασίας και το δεύτερο ως ανατροπέας του, σε ακραία όμως (και μέχρι πλήρους εξαρτήσεως) ιδεολογική και πολιτική διαπλοκή με τη «μεγάλη πατρίδα του σοσιαλισμού».

Τα δύο αυτά κινήματα λειτούργησαν στον αιώνα μας ως δυνάμεις ανανοηματοδότησης της ελληνικής ταυτότητας (που συγκροτείται ως σχέση με κάποιους τύπους παραδειγματικής κοινότητας). Η σχετικά πρόσφατη κατάρρευση τους είναι τελικά αυτό που βρίσκεται πίσω από το συζητούμενο τέλος. Η κατάρρευση του ευσεβιστικού εθνοφυλετισμού ολοκληρώθηκε, ως γνωστόν, με τη χούντα (Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών). Του δε κομμουνισμού με το ’89 (χρονιά του «τέλους» για τον διεθνή, αλλά και τον ελληνικό, σοσιαλισμό). Την απαξίωση της εθνοφυλετικής-ευσεβιστικής νοηματοδότησης της εθνικής ταυτότητας τη διαδέχθηκε η απαξίωση της ομόλογης της σοσιαλ-κρατιστικής και διεθνιστικής.
Από την αποτυχία των δύο ρευμάτων ξεπήδησε, σε διάφορες στιγμές, μια ευάριθμη αλλά δυνατή διανόηση: η μετα-ευσεβιστική και η μετα-μαρξιστική. Στην κορυφή της πρώτης θα έβαζα τον Χρ. Γιανναρά και της δεύτερης τον Κ. Παπαϊωάννου.
[..] Kαι οι δύο «πόλοι» έχουν πάνω τους ανεξίτηλο το στίγμα της ιστορικής χρεωκοπίας, πράγμα που τους κάνει ταπεινότερους. Υπάρχει διάλογος, αν και σιωπηρός, που έχει ήδη δώσει «υβρίδια» ικανά να σταθούν στο κέντρο και να στηρίξουν μια κοινή αναζήτηση. Δεν συζητάμε επομένως στον αέρα. Ούτε από το μηδέν. Αλλά με βάση συγκεκριμένο και πλούσιο έργο.
Οι αποβλέψεις των δύο πλευρών συγκλίνουν στην αναζήτηση της μετανεωτερικής διεξόδου. Η διαφορά ορολογίας και εμπειριών δημιουργεί βεβαίως προβλήματα επικοινωνίας. Η μετα-ευσεβιστική διανόηση πηγαίνει πίσω από το ευσεβιστικό παρελθόν της και ανανοηματοδοτεί την ορθόδοξη ταυτότητα, επισημαίνοντας τις νεωτερικές στρεβλώσεις που υπέστη στη διαδρομή της ελληνικής ιστορίας. Έρχεται από μεγαλύτερο ιστορικό βάθος κι εδώ βρίσκεται η υπεροχή της. Η μετα-μαρξιστική εγκαταλείπει τη χιλιαστική αταξική-αεθνική Πολιτεία. Γυρίζει πίσω στη θεμελίωση του Διαφωτισμού. Για να «απο-εργαλειοποιήσει» τον νεωτερικό λόγο και να βάλει ένα «επικοινωνιακό» βάθρο κάτω από την οντολογικά μετέωρη ατομικότητα και συλλογικότητα του νεωτερικού υποκειμένου. Έρχεται από μεγαλύτερο ιστορικό πλάτος και σ’ αυτό υπερέχει. Καθώς στρέφονται κι οι δυο προς τα «πίσω» δεν είναι παράξενη η αμοιβαία καχυποψία τους για φονταμενταλισμό (θεϊστικό – αθεϊστικό).
ΑθηνάΜπορεί να ελπίσει κανείς ότι «θα τα βρουν»; Δεν πιστεύω ότι είναι αυτό το ζητούμενο. Το ζητούμενο είναι, κατά την (διόλου) ταπεινή μου γνώμη, ο σοβαρός διάλογος, που έχει σαν αποκλειστικό αντικείμενο την αντιμετώπιση των μεγάλων προβλημάτων της νεωτερικότητας: της εθνικής και της κοινωνικής ανισότητας, της οικολογικής ανατροπής και της εξάρθρωσης της (αυθυπερβατικής) ικανότητας του υποκειμένου να τις αντιμετωπίσει. Μόνο από το διάλογο τους υπάρχει κάποια πιθανότητα διεξόδου, γιατί οι δυο πλευρές συμπυκνώνουν δημιουργικά τις δύο μεγάλες παραδόσεις που συνθέτουν τον νεοελληνικό εθνικό σχηματισμό: την ορθόδοξη και τη δυτική. Κι αυτό, τη στιγμή που βγαίνουμε από μια σχέση ηγεμονίας της δεύτερης πάνω στην πρώτη, τέτοιας που καταδίκαζε την πρώτη σε αφασία και τη δεύτερη σε αποκλεισμό από τα εσώτερα της λαϊκής ψυχής, με συνολικό αποτέλεσμα τον ανίατο διχασμό της εθνικής μας προσωπικότητας.
Σαν βασικό εμπόδιο στον διάλογο, αλλά και την εν γένει εξέλιξη της προβληματικής, θα εντόπιζα τις επικρατούσες και στις δυο πλευρές αντιλήψεις για την «ιδεολογία» και τον ρόλο της. Προτείνω για συζήτηση την εξής θέση: Για να φτάσουμε σε κάποια λύση, η στήριξη σε μια ιδεολογία (ή παράδοση) είναι απολύτως αναγκαία. Η ποιότητα όμως της λύσης και η ιδεολογία (ή παράδοση), που χρησίμευσε σαν στήριγμα, δεν βρίσκονται καθόλου σε μια γραμμική σχέση. Η ποιότητα της λύσης εξαρτάται πρωτίστως από την ικανότητα (την αγάπη και το δημιουργικό πνεύμα) αυτών που την επέτυχαν. Είναι ιδιόμορφη η λειτουργία του ιδεολογικού παράγοντα στις στιγμές της «αλλαγής παραδείγματος«. Οι αποκλεισμοί προτάσεων, όσο παράδοξες κι αν φαίνονται, είναι, ιδιαίτερα στις στιγμές αυτές, το πιο θανάσιμο από τα ενδεχόμενα αμαρτήματα.
Το θέμα «
κρίση της νεωτερικότητας και ελληνική παράδοση» είναι απέραντο για να καλυφθεί σε ένα άρθρο. Επιφυλάσσομαι για πιο διεξοδική διαπραγμάτευση. Όμως, από τις επισημάνσεις που μπόρεσα να κάνω, φάνηκε πιστεύω πώς όταν μιλάμε για το ελλαδικό τέλος, τα «ελλαδικά προτελεύτια» κ.λπ. πρέπει να εννοούμε το τέλος της πολιτισμικής ηγεμονίας της νεωτερικότητας. Το τέλος της νεωτερικής Ελλάδας.
Θεόδωρος Ζιάκας
Πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου