30.3.16

Οι Έλληνες, εχθροί του βιβλίου



Βιβλία
Οι Ελληνες που «καταφέρνουν» να διαβάζουν ένα τουλάχιστον βιβλίο τον χρόνο -μου ’λεγαν φίλοι τις προάλλες και δεν το πίστευα- ανέρχονται μόλις στους οκτώ έως δέκα χιλιάδες. Εφερα αντιρρήσεις, αλλά οι φίλοι είχαν διαβάσει πρόσφατες έρευνες.
Ενα βιβλίο; Σε ένα χρόνο; Κάπως έτσι δεν πάνε καλά τα πράγματα. Καταργείται από τις κοινωνικές σχέσεις το αναγιγνώσκειν βιβλία. Παρ’ όλα αυτά ημείς άδομεν. Οχι θα κάτσουμε να σκάσουμε.
Κατανοώ ότι το διάβασμα δεν πολυταιριάζει στους Ελληνες, λόγω κλίματος κυρίως. Να λούζει τη χώρα, καθημερινά σχεδόν, ο ωραίος ήλιος και συ να μην εκθέτεις το σώμα σου (και το πνεύμα σου;) στην ευεργεσία των ακτίνων του; Ε, θα είναι ιεροσυλία, περιφρόνηση προς το φως.
Εντάξει. Αλλά το ηλιακό φως από μόνο του δεν εισχωρεί στα πνευματικά (και ψυχικά) σκοτάδια. Χρειάζεται κάποιο άλλο φως εκεί, κάποια δάδα που θα φωτίσει την άγνοια, την αμάθεια, την ανία, κάποιο λυχνάρι που θα προσδώσει στιλ, γούστο, συμπεριφορά, αυτοπεποίθηση, κάτι παραπάνω απ’ ό,τι προσδίδουν οι κοινωνικές σχέσεις και η καθημερινότητα· κάποια ιστορικότητα που δεν μεταφέρουν οι κινήσεις του σώματος και τα βλέμματα των διπλανών.
Αυτό φαίνεται να είναι η ανάγνωση ενός βιβλίου: ένα ταξίδι φωτός στο σκότος του πλαγκτού, στις νεφέλες του πνεύματος.
Υπάρχουν δικαιολογίες ή και επιχειρήματα σοβαρά εκ μέρους εκείνων οι οποίοι δεν ασχολούνται με την πράξη της ανάγνωσης, όπως είναι -το κυριότερο- η έλλειψη χρόνου, το ότι τρέχουν και δεν φτάνουν δηλαδή, η οικονομική στενότητα (ασφυξία), οι πολλοί παρλαπίπες συγγραφείς ή ακόμη η (λανθασμένη) πίστη ότι όλα έχουν ειπωθεί και τι να ψάχνουμε τώρα... κ.ά.
Τι να πεις. Λείπουν ίσως οι μεγάλοι ποιητές και συγγραφείς, οι οτρηροί δοκιμιογράφοι, οι έγκυροι ιστορικοί, οι μεγάλοι παραμυθάδες και οι εύθυμοι γραφιάδες, έχουν ατονήσει πιθανώς η αίγλη και η ένταση του κειμένου που αποτελούν όλον. Μας αρκούν μερικά αποσπάσματα και δυσφορούμε στο τρίπτυχο αρχή - μέση - τέλος. Πώς ν’ αρχίσεις και πότε (!) να τελειώσεις;
Οι φίλοι, τα ποτά, τα ταξίδια, ο έρωτας, το κολύμπι, η έκθεση στον ήλιο (και μάλιστα τον μεσογειακό), το συντρώγειν και συμπίειν δεν έχουν χρείαν την ανάγνωση. Καλά είμαστε, δεν θα σκοτιστούμε κιόλας με τις εμμονές του κάθε ένα που νομίζει ότι προσφέρει κοινωνικό έργο.
Και, όμως, το θέλουμε είτε όχι, κάπως έτσι έχουν τα πράγματα. Εδώ ο κόσμος χάνεται -σου λένε- η τέχνη του λόγου μας μάρανε; Και πώς να ερμηνεύσεις, με δεδομένο τη μικρή λέσχη των εν Ελλάδι αναγνωστών, τους περίπου δέκα χιλιάδες τίτλους που εκδίδονται ανά χρόνο; Δυσανάλογος αριθμός, ασύλληπτος και για κράτη οι υπήκοοι των οποίων είναι καλοί και σταθεροί αναγνώστες.
Εάν δεν μας πείθουν οι σύγχρονοι λογοτέχνες, υπάρχουν οι κλασικοί. Ούτε μ’ αυτούς επιθυμούμε να συνομιλήσουμε; Ετσι, για να πάρουμε μια ιδέα πώς φτάσαμε ώς εδώ, να μάθουμε τις καταβολές, τους προγόνους, τα άλματα από τον μύθο στον λόγο, τα «επιτεύγματα» της επιστήμης, πού στο διάολο μας οδηγούν τα πολιτικά συστήματα που επιλέγουμε μόνοι μας (!) και άλλα πολλά που δεν μπορείς να τα «ανακαλύψεις» στην TV και στο διαδίκτυο.
Καταλαβαίνω ότι υπάρχουν πολλοί άλλοι λόγοι που δεν μας επιτρέπουν την ανάγνωση βιβλίων. Μπορούν, όμως, να αφανιστούν (οι λόγοι) εάν αποφασίσουμε ότι είμαστε ακόμη ικανοί (ελεύθεροι εννοώ) να φιλιωθούμε με τα βιβλία.

http://gerontakos.blogspot.gr/

Πάλι μεγάλα λόγια κι υπερβολές, πάλι μεγάλα λόγια μου ξαναλές


Ο κόσμος σου να είμαι εγώ 

πρώτη εκτέλεση:Αλίκη Καγιαλόγλου
Μουσική: Μ.Χατζιδάκις
Στίχοι: Ν. Γκάτσος


Πάλι μεγάλα λόγια κι υπερβολές
πάλι μεγάλα λόγια μου ξαναλές.

Όποιος χωρίς δαιμόνους δαιμονίζεται
πάει μια δεξιά, μια αριστερά,
ποτέ δεν πάει μπροστά.

Λόγια γνωστά και ίδια λόγια αδειανά
ατέλειωτα ταξίδια στο πουθενά.

Όποιος χωρίς ανέμους ανεμίζεται
πάει μια ψηλά, μια χαμηλά,
ποτέ δεν πάει σωστά.

Αν μ’ αγαπάς κι αν θες να σ’ αγαπώ
σταμάτα να σκορπάς το άνθος σου και τον καρπό.

Μαζί μου θέλω σεμνά να περπατάς
αλλού να μην κοιτάς
ο κόσμος σου να είμαι εγώ.

Πάλι μεγάλα λόγια κι υπερβολές
πάλι μεγάλα λόγια μην ξαναλές.

Όποιος χωρίς φεγγάρια φεγγαριάζεται
πάει μια κρυφά, μια φανερά
ποτέ δεν πάει στρωτά.

Αν μ’ αγαπάς κι αν θες να σ’ αγαπώ
σταμάτα να σκορπάς το άνθος σου και τον καρπό.

Μαζί μου θέλω σεμνά να περπατάς
αλλού να μην κοιτάς
ο κόσμος σου να είμαι εγώ.

19.3.16

Λούπινο, το «κρέας του φτωχού»: Η καλλιέργειά του δίνει 400 ευρώ το στρέμμα -Τι είναι ο καρπός αυτός [εικόνες]

Λούπινο, το «κρέας του φτωχού»: Η καλλιέργειά του δίνει 400 ευρώ το στρέμμα -Τι είναι ο καρπός αυτός [εικόνες]



Το αποκαλούν «κρέας του φτωχού», επειδή οι παλαιότεροι το έτρωγαν λόγω της υψηλής περιεκτικότητας των καρπών του σε πρωτεΐνη -φτάνει μέχρι και 44%- ενώ σήμερα το λούπινο (περί ου ο λόγος) έρχεται να δώσει λύση στα αυξημένα έξοδα των κτηνοτρόφων σε ζωοτροφές.
Το λούπινο αποτελεί μια πολλά υποσχόμενη καλλιέργεια κτηνοτροφικού ψυχανθούς για την ελληνική ύπαιθρο και την ελληνική κτηνοτροφία, συγκαταλέγεται στις εύκολες καλλιέργειες με χαμηλό κόστος παραγωγής, ενώ αποτελεί και μια κερδοφόρα καλλιέργεια για τον παραγωγό, όπως εξήγησε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο γεωπόνος-συγγραφέας, Κάσσανδρος Γάτσιος.
Μπορεί, σήμερα, να είναι ελάχιστα τα στρέμματα που καλλιεργούνται στη χώρα μας, αλλά η οικονομική κρίση, σε συνδυασμό με τα προωθούμενα μέτρα στον αγροτικό χώρο, αυξάνουν την ανάγκη για μείωση του κόστους παραγωγής και την καλλιέργεια προϊόντων που θα απορροφηθούν άμεσα στην εσωτερική αγορά.
"Οι δυνατότητες του πρωτογενούς τομέα είναι τεράστιες" επανέλαβε ο κ. Γάτσιος, προσθέτοντας ωστόσο ότι "ο μικρός γεωργικός κλήρος στη χώρα μας, η έλλειψη στρατηγικού σχεδιασμού σε βάθος 10ετίας τουλάχιστον, αλλά και ισχυρών ομάδων παραγωγών, όπως και η μη επαρκής λειτουργία υπηρεσιών σε επίπεδο πολιτείας, που θα μπορούσαν να πιάσουν από το χέρι τον αγρότη και να τον καθοδηγήσουν, φρενάρουν σημαντικά τον κλάδο".

Καθαρό εισόδημα 400 ευρώ/στρέμμα και ...αποδόσεις
Το λούπινο είναι ένα φυτό γνωστό από την αρχαιότητα, που επανέρχεται και πάλι δυναμικά στο διατροφικό προσκήνιο, και η καλλιέργειά του κερδίζει έδαφος πανευρωπαϊκά. Από τον καρπό του μπορεί να παραχθεί αλεύρι αλλά και λάδι, ενώ πολλές είναι και οι θεραπευτικές του ιδιότητες. Το φυτό είναι γνωστό εδώ και 3.000 χρόνια στην περιοχή της Μεσογείου. Στην Ελλάδα θεωρείται κυρίως κτηνοτροφικό φυτό και πολύ ευτελές και φτωχικό φαγητό, το οποίο εγκαταλείφθηκε με την πάροδο των χρόνων και αντικαταστάθηκε από την εισαγόμενη σόγια, η οποία στο μεγαλύτερο ποσοστό της είναι μεταλλαγμένη.
Η ζήτηση για λούπινο αυξάνεται, κυρίως στην Ευρώπη, και η καλλιέργειά του μπορεί να αποφέρει ένα σημαντικό εισόδημα και συγκεκριμένα ακαθάριστο ετήσιο εισόδημα ύψους 300-500 ευρώ/στρέμμα, με το καθαρό εισόδημα να υπολογίζεται σε 200-400 ευρώ/στρέμμα.
Η παραγωγή του λούπινου εξαρτάται από την ποικιλία, τις εδαφοκλιματικές συνθήκες, την εποχή σποράς, την πυκνότητα φύτευσης κ.λπ. Η όψιμη φθινοπωρινή σπορά, όπως επίσης και η έλλειψη εδαφικής υγρασίας από την άνθιση και μετά, επηρεάζουν αρνητικά τις αποδόσεις. Οι ποικιλίες του λευκού λούπινου αποδίδουν από 240 έως και 450 κιλά/στρέμμα, με τις αποδόσεις της ποικιλίςας Multitalia για τα ελληνικά δεδομένα να κυμαίνονται από 130 μέχρι και 300 κιλά.στρέμμα, ανάλογα τις εδαφοκλιματικές συνθήκες.
Το λούπινο είναι ένα ποώδες φυτό, ετήσιο, ορθόκλαδο. Έχει ριζικό σύστημα που αναπτύσσει διακλαδώσεις και μία κεντρική κατακόρυφη ρίζα. Τα φύλλα των λούπινων είναι σύνθετα παλαμοειδή, τα δε φυλλάριά τους εκπτύσσονται κυκλικά γύρω από την άκρη του μίσχου. Τα άνθη του μπορεί να έχουν λευκό, κίτρινο, κυανό, μαργαριτώδες χρώμα και εκπτύσσονται επάκρια σε βότρεις. Τα άνθη του φέρουν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των ανθέων των ψυχανθών. Τα λούπινα είναι φυτά αυτογόνιμα, αλλά μπορούν να σταυρογονιμοποιηθούν, με τη βοήθεια των εντόμων.

Οι "γλυκές" και "ημίγλυκες" ποικιλίες λούπινου καλλιεργούνται σε Αυστραλία, Γαλλία, Πολωνία και τη Χιλή σαν βασική πηγή πρωτεΐνης στις ζωοτροφές, καθώς ο καρπός περιέχει μέχρι και 44% πρωτεΐνη ανάλογα με το είδος, την ποικιλία και τις εδαφοκλιματικές συνθήκες.
Στην Ελλάδα, παλαιότερα, καλλιεργούνταν κυρίως το λευκό, ντόπιο, πικρό λούπινο όπου ύστερα από την κατάλληλη αποπίκρινση καταναλωνόταν από ανθρώπους και ζώα. Η καλλιέργεια, όπως εξήγησε ο κ. Γάτσιος, γινόταν κυρίως σε Πελοπόννησο, Κρήτη και Αιτωλοακαρνανία.
Σήμερα, η καλλιέργειά του επανέρχεται με εισαγόμενες (κυρίως από Ιταλία) και λιγότερο πικρές ποικιλίες ιδιαίτερα στη Βόρεια Ελλάδα.
Εύκολη καλλιέργεια με χαμηλό κόστος
"Το λούπινο είναι εύκολη καλλιέργεια χαμηλού κόστους, με τέτοια περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη που

μπορεί επάξια να αντικαταστήσει τη σόγια στο σιτηρέσιο των ζώων και να εξασφαλίσει αυτάρκεια

στην ελληνική κτηνοτροφία" είπε ο κ. Γάτσιος.



Το χαρακτηριστικό των λούπινων είναι ότι είναι ευαίσθητα στην υψηλή περιεκτικότητα του εδάφους σε ασβέστιο. Σε εδάφη με περιεκτικότητα σε ασβέστιο μεγαλύτερη του 5%, η καλλιέργειά τους είναι προβληματική. Τα εδάφη που είναι κατάλληλα είναι αυτά που έχουν ρΗ 5-7.
Τα λούπινα δεν απαιτούν πολύ γόνιμα εδάφη, αλλά μπορούν να καλλιεργηθούν σε φτωχά, αμμώδη. Τις καλύτερες αποδόσεις τις δίνουν σε αμμοπηλώδη εδάφη.
Σε περιοχές που καλλιεργούνται για πρώτη φορά τα λούπινα, θα πρέπει να γίνεται ο εμβολιασμός του εδάφους με τα κατάλληλα αζωτοβακτήρια, ώστε τα φυτά να προσλαμβάνουν τις απαραίτητες ποσότητες αζώτου που έχουν ανάγκη.
Για την καλλιέργειά τους ακολουθείται η εξής διαδικασία: γίνεται η ίδια κατεργασία του εδάφους που γίνεται και για τα άλλα ετήσια φυτά, δηλαδή ένα όργωμα και ένα φρεζάρισμα. Στη συνέχεια γίνεται η σπορά του σπόρου και μία ελαφρά επικάλυψη του σπόρου με μία σβάρνα. Η λίπανση που απαιτείται στην καλλιέργεια των λούπινων, επειδή είναι φυτά που ανήκουν στα ψυχανθή, αφορά τη λίπανση με φωσφόρο και κάλιο, επειδή το φυτό αυτό έχει μεγάλες ανάγκες στα στοιχεία αυτά. Επειδή όμως το ριζικό του σύστημα είναι εκτεταμένο, μπορεί να προμηθεύεται τον φωσφόρο και το κάλιο από βαθύτερα σημεία του εδάφους, με αποτέλεσμα η λίπανσή του με λιπάσματα να γίνεται με μέτριες ποσότητες φωσφόρου και καλίου. Γενικά θα πρέπει να αποφεύγονται τα λιπάσματα που περιέχουν ασβέστιο. Τα λούπινα είναι επίσης ευαίσθητα στην έλλειψη μαγγανίου.

Η πικράδα του καρπού οφείλεται σε ορισμένες αλκαλοειδείς ουσίες, οι οποίες είναι τοξικές για τον άνθρωπο και τα ζώα και για αυτό συνιστάται ξεπίκρισμα πριν τη χρήση. Παλαιότερα, ξεπίκριζαν το λούπινο με εμβάπτιση στη θάλασσα ή με καβούρδισμα. Ο καρπός του λούπινου αποτελεί επίσης πλούσια πηγή ασβεστίου, σιδήρου, μαγνησίου και φωσφόρου.
Ιστορικά στοιχεία
Σύμφωνα με εκτιμήσεις, η καλλιέργεια του λούπινου στην αρχαιότητα ξεκίνησε από την Αίγυπτο (Zoukovsky 1923). Όμως πιθανότερο είναι το λευκό λούπινο να καλλιεργήθηκε στην αρχαία Ελλάδα (Kurlovich, 2002), όπου υπάρχουν οι περισσότερες ποικιλίες του φυτού σε άγρια μορφή μέχρι σήμερα. Ένα άλλο είδος λευκού λούπινου που αυτοφύεται στη Βαλκανική χερσόνησο είναι το ssp. termis (Θέρμος ο ήμερος).
Οι αρχαίοι χρησιμοποιούσαν τα λούπινα ως τροφή όπως γίνεται ακόμη και σήμερα σε διάφορες χώρες. Ο Θεόφραστος ονόμασε το βότανο θέρμος. Ο Διοσκουρίδης το αποκαλούσε θέρμος ο ήμερος και ξεχώριζε δύο είδη λούπινα. Το γλυκό και το πικρό στα οποία απέδιδε θρεπτικές ιδιότητες.
Οι ωχροκίτρινοι καρποί σύμφωνα με τον Λουκιανό, ήταν απαραίτητο μέρος των δείπνων της Εκάτης, της θεάς "των νυκτίων φαντασμάτων", ενώ ταυτόχρονα αποτέλεσαν και την ειδική τροφή των επισκεπτών του Νεκρομαντείου του Αχέρωνα, σαν προετοιμασία για την επικοινωνία τους με τους νεκρούς. Τα σπέρματά τους ήταν ακόμη γνωστή τροφή των Κυνικών Φιλοσόφων και δίνοντας ως τράγημα (επιδόρπια) στα συμπόσια. Ο Φλωρεντίνος αναφέρει ότι είναι ωφέλιμα γιατί περιέχουν άζωτο και καθιστούν τα χωράφια γόνιμα. Και αυτό είναι σωστό, γιατί το λούπινο τραβά άζωτο από την ατμόσφαιρα το οποία χρησιμοποιεί αλλά και αποθηκεύει στις ρίζες του.
Εδώ και χιλιάδες χρόνια το βότανο έχει χρησιμοποιηθεί εσωτερικώς χωρίς να αφαιρεθεί η πικρότητά του ως ελμινθοκτόνο. Το άλευρό τους χρησιμοποιήθηκε σαν διαλυτικό, μαλακτικό και καταπραϋντικό, σε τοπικά καταπλάσματα. Το αφέψημα τους χρησιμοποιήθηκε σε καταπλάσματα, πλύσεις, πυριάματα (θερμικά επιθέματα). Χρησιμοποιήθηκε με μεγάλη επιτυχία κατά χρόνιων δερματικών παθήσεων όπως εκζέματα , λειχήνες κ.α. Τα καβούρδιζαν όπως τον καφέ και τα έπιναν με νερό γιατί πίστευαν ότι θεράπευαν στομαχικά και αρθριτικά νοσήματα. Επίσης τα έπαιρναν για προβλήματα λευκωματουρίας και διαβήτη.
Στα Χανιά λούπινα φύονται πολλά στην περιοχή του Αποκόρωνα. Παλαιότερα τα θεωρούσαν πολύ καλό μεζέ για τη ρακί. Τους καρπούς τους αποκαλούσαν στη Δυτική Κρήτη λιμπίνους, στην κεντρική Κρήτη λουμπούνους ή λουμπούνια. Τα λούπινα βέβαια είναι πικρά και η διαδικασία για το ξεπίκρισμα τους ήταν απαραίτητη. Αυτό γινόταν ως εξής. Τα έβαζαν από βραδύς στο νερό και φούσκωναν. Το πρωί τα ζεμάτιζαν σε μεγάλες χύτρες 2 με 3 φορές. Τα άφηναν να κρυώσουν και μετά τα έβαζαν σε κρύο νερό που το άλλαζαν μέχρι και τρεις φορές την ημέρα για μία βδομάδα τουλάχιστον.
Στην περιοχή της Μεσσαράς φυτρώνουν και αγριολουμπούνια τα οποία δεν τρώγονται ούτε από τα ζώα. Στην Κρήτη απέδιδαν στα λούπινα ιδιότητες ελμινθοκτόνες και αντιδιαβητικές. Παλαιότερα κατά την περίοδο των δύο πολέμων καβουρδισμένα με σιτάρι ή κριθάρι αντικατέστησαν τον καφέ όταν υπήρχε έλλειψη.

18.3.16

Σύντομη Ιστορία της Φυματίωσης στην Ελλάδα τον 20ο αιώνα



Περίπτερο της Σωτηρίας μη ανακαινισθέν όπως είναι σήμερα
Το βράδυ της 24ης Μαρτίου 1882 σε συνέδριο της Φυσιολογικής Εταιρείας του Βερολίνου ένα άρθρο με τίτλο «DIE AETIOLOGIE DER TUBERCOLOSE» «Η αιτιολογία της φυματίωσης» ανήγγειλε στο κόσμο την ανακάλυψη του βακίλου της φυματίωσης. Ο συγγραφέας αυτού του άρθρου, που δούλεψε επίπονα επί 16 χρόνια βάζοντας τα θεμέλια των βακτηριολογικών τεχνικών και της έρευνας, ήταν ο Ροβέρτος Κωχ που ανήγγειλε στο κοινό μια καμπή στον τομέα της πιο καταστρεπτικής ανθρώπινης λοιμώδους νόσου γνωστής από την εποχή του Ιπποκράτη.
Η ανακάλυψη του Κωχ ότι η φυματίωση είναι νόσος μεταδοτική και όχι κληρονομική όπως ευρέως υποστηρίζονταν μέχρι τότε και το ότι οφείλεται σε ένα βάκιλο, σηματοδότησε μια νέα στάση του βιο-ιατρικού μοντέλου[1] απέναντι στη νόσο και καθόρισε τα θεραπευτικά μέσα αντιμετώπισής της που ίσχυσαν μέχρι και τη δεκαετία του 1950.
Από το 1890[2] περίπου που η  ιατρική κοινότητα στην Ευρώπη υιοθέτησε την άποψη του Κωχ, η φυματίωση αναγορεύτηκε σε κοινωνική μάστιγα,[3] με ισχυρά μαχητικό και διαπρέποντα τον δημόσιο ιατροκοινωνικό λόγο,[4] συσχετίζοντας τη στενή σχέση μεταξύ αριθμού μικροβίων και «κοινωνικής ιεραρχίας».
Στις αρχές του 20ου αιώνα παρατηρήθηκε αύξηση της φυματίωσης ανάλογη με την πυκνότητα του πληθυσμού στις πόλεις της Ευρώπης, αύξηση που συσχετίσθηκε με την αστυφιλία, τη βιομηχανοποίηση των πόλεων, τις κακές συνθήκες εργασίας, τους άθλιους χώρους διαβίωσης, την ανάπτυξη των μέσων συγκοινωνίας, τη κακή διατροφή, την έλλειψη σωματικής υγιεινής και τις κακές υγιεινοκλιματικές συνθήκες των δημόσιων χώρων.[5]
Η υπερβολική και ανθυγιεινή εργασία παιδιών, εφήβων, γυναικών και νέων ανθρώπων της παραγωγικής ηλικίας, ευνοούσε την ανάπτυξη της φυματίωσης έτσι ώστε αναγνωρίσθηκε σαν κοινωνική μάστιγα και από τους Έλληνες γιατρούς Κοινωνιστές([6])([7]) Υγιεινολόγους,  που  μόνο τα κοινωνικά αντίδοτα θα ήταν αποτελεσματικά.
Οι μεγάλες επιδημίες θα εγκαταστήσουν τους υγιεινολόγους στη δημόσια σφαίρα.
Η πρόοδος που συντελείται στον τομέα της χειρουργικής, η χρήση των αντισηπτικών και η ανακάλυψη των εμβολίων θα τους κάνουν διάσημους.
Οι θεωρίες τους δημοσιεύονται εκλαϊκευμένες στον τύπο και γνωρίζουν μεγάλη διάδοση. Χρησιμοποιώντας την ιατρική τοπογραφία και τη στατιστική της νοσηρότητας του πληθυσμού, επιχειρούν να πείσουν το κοινό και τους πολιτικούς για την έκταση του κακού. Από περιθωριακός κλάδος της ιατρικής, η υγιεινή, αναδεικνύεται στο κλάδο που επιχειρεί να επηρεάσει την πολιτική υγείας, μέσα από την ψήφιση νομοθετικών μέτρων για τη δημιουργία μιας υποδομής υγειονομικών θεσμών.[8]
Την Ελλάδα, στις αρχές του 20ου αιώνα μάστιζε η φυματίωση,[9]  πέθαιναν 35.000 έως 40.000 ασθενείς μεταξύ 15 έως 35 ετών κάθε χρόνο.([10]) ([11]) Στα πρώτα 30 χρόνια του 20ου αιώνα η Ελλάδα έχασε περίπου 1.000.000 του πληθυσμού της και υλικές ζημιές 7.500.000 χρυσών λιρών το χρόνο. Η θνησιμότητα από φυματίωση στην Αθήνα το 1905 ήταν 500 θάνατοι ανά 100.000 κατοίκους και 200 θάνατοι σε κάθε πόλη των 20.000 κατοίκων.[12]
Έπαψε να θεωρείται κληρονομική αλλά ασθένεια μεταδοτική που μπορεί
να αποφευχθεί, εάν βελτιωθούν οι άθλιες οικονομικές, κοινωνικές συνθήκες και εφαρμοσθούν ανάλογες υγιεινοδιαιτητικές συνθήκες διαβίωσης.[13]

Ο «δεκάλογος κατά της φθίσεως»[1] που εκδόθηκε από τον «Πανελλήνιο Σύνδεσμο κατά της φυματιώσεως»[2] το 1901 με πρωταγωνιστή και πρωτοπόρο το γιατρό υγιεινολόγο Β. Πατρίκιο, προέτρεπε τους φυματικούς να μην παντρεύονται, να κοιμούνται σε χωριστό δωμάτιο, καλά σκεπασμένοι με ανοιχτά παράθυρα, να έχουν ιδιαίτερα ποτήρια, σερβίτσια φαγητού, κλινοσκεπάσματα και να σιτίζονται καλά. 

Ο Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός συμβούλευε τους ασθενείς με φυματίωση  με παρόμοιου τύπου υγιεινιστικά προστάγματα με εκείνα του Πανελληνίου Συνδέσμου,  ακόμη να είναι εύθυμοι, να έχουν θάρρος,[1] να μην φιλούν ποτέ κανένα, να μην πίνουν οινοπνευματώδη, να μην ρέπουν σε ερωτικές ακολασίες  και μεταξύ των άλλων: «Οι φρόνιμοι δύσκολα γίνονται φθισικοί και δύσκολα αποθνήσκουν από φθίσιν. Η θεραπεία της φθίσεως είναι ζήτημα υπομονής και θελήσεως».[2]
Η Σύφιλις και ο αλκοολισμός καταβάλλοντας το οργανισμό και την αντίστασή του στα μικρόβια, ευνοούσαν την μόλυνση[3] ή και τη νόσηση από το βάκιλο του Κωχ.

Παρ’ όλες αυτές τις διαπιστώσεις, η Ελλάδα στις αρχές του 20ου αιώνα περνούσε περίοδο χωρίς καμία οργανωμένη αντιφυματική προστασία, ιδίως μετά το πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο.([1])([2])
Ο τύπος της εποχής, πολιτικός και ιατρικός, επέρριπτε ευθύνες στην πολιτεία για την οργάνωση του αντιφυματικού αγώνα και προέτρεπε την ιδιωτική πρωτοβουλία να αναλάβει προφυλακτικά μέτρα κατά της φυματίωσης.[3]
Ήδη άρχισαν να έρχονται μηνύματα από τα αποτελέσματα του οργανωμένου αντιφυματικού αγώνα στη Νορβηγία, Δανία και Ελβετία, που γινόταν απομόνωση των πασχόντων και δωρεάν νοσηλεία των απόρων στα Σανατόρια. Σε 100 ασθενείς αναλογούσαν 130 κρεβάτια, ενώ στην Ελλάδα σε 100 ασθενείς μόνο 20. Η ίδρυση Σανατορίων στην Δανία μείωσε τους θανάτους από φυματίωση κατά 93%.
Οι γιατροί δεν μοιάζει  να περίμεναν τη λύση τόσο από τη πρόοδο της επιστήμης όσο από την αλλαγή της κοινωνικής συμπεριφοράς.
Το τρίπτυχο: ανίχνευση, προφύλαξη, απομόνωση, επεκράτησε προκειμένου να αναχαιτισθεί η εξάπλωση της νόσου και να προφυλαχθεί το κοινωνικό σύνολο.
Η απομόνωση του φυματικού και ο εγκλεισμός[4] του στο φθισιατρείο, είχε κυρίως διαπαιδαγωγικό χαρακτήρα, σε μια υγιεινοδιαιτητική συμπεριφορά με σκοπό τον περιορισμό της νόσου και τη δυνατότητα ίασης στο αρχικό της στάδιο. Υγιεινή χώρων, δίαιτα με αυξημένες θερμίδες, αεροθεραπεία, απολύμανση, ανάπαυση και ηθική ζωή, αποτέλεσαν τα θεραπευτικά προστάγματα θεραπείας για την αντιμετώπιση της φθίσης στην προ των αντιβιοτικών εποχή.[5]
Γιατροί, κρατικοί φορείς και ιδιώτες ρίχτηκαν στη μάχη.
Από τις αρχές ήδη του 20ου αιώνα είχε επισημανθεί από τον ιατρικό κόσμο της χώρας η ανησυχητική αύξηση των κρουσμάτων φυματίωσης στο πληθυσμό.
Στο Πανελλήνιο Συνέδριο του 1901 αφιερώθηκε ολόκληρη σειρά συνεδριάσεων για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Οι εισηγητές και διακεκριμένοι γιατροί της εποχής, Ν. Μακκάς,[6] Β. Πατρίκιος, Α. Παπαδάκης, Μ. Καλαποθάκη,[7] Μ. Καίρης,[8] Σ. Κανέλλης, ακόμη και 25 γιατροί της Σμύρνης και της Ιωνίας,[9] τόνισαν την ολοένα και μεγαλύτερη αύξηση της θνητότητας από τη νόσο, την έλλειψη ειδικών Νοσοκομείων και Σανατορίων, την ανυπαρξία διαφώτισης του λαού και την απουσία κρατικής μέριμνας, μεταφέροντας την εμπειρία που οι περισσότεροι απέκτησαν από τις χώρες της Ευρώπης που επισκέπτονταν για σπουδές, συνέδρια ή μετεκπαιδεύσεις.
Το Συνέδριο αποδέχτηκε την εισήγηση του Ν. Μακκά να ιδρυθεί Πανελλήνιος Σύλλογος κατά της νόσου προς «την περιστολήν της φυματιώσεως δια της εφαρμογής προφυλακτικών μέτρων και ανεγέρσεως εξοχικών θεραπευτηρίων».
Το 1901 ιδρύθηκε και λειτούργησε έως το 1926, ο «Πανελλήνιος Σύνδεσμος κατά της Φυματιώσεως»,[10] τη διοίκηση του οποίου αποτελούσαν 50 μέλη, γιατροί, αρχιτέκτονες, δικηγόροι, χημικοί, με σκοπό τη καταπολέμηση της φυματίωσης πιέζοντας το πολιτικό κόσμο υπέρ της νομοθέτησης για τη δημιουργία Σανατορίων, ορεινών αναρρωτηρίων και αντιφυματικών  ιατρείων, με σκοπό την ανίχνευση, πρόληψη, νοσηλεία και θεραπεία των φυματικών ασθενών. Ιδρυτές του οι Μ. Χατζημιχάλης,[11] Β. Πατρίκιος, Ν. Μακκάς, Ν. Πασπάτης, Α. Δαμβέργης, Μ. Γερουλάνος, Κ. Σάββας,([12])([13]) Α. Κούζης, Μ. Μαγκάκης, Π. Μανούσος,[14] Σ. Λιβιεράτος, Βλ. Μπένσης, είναι αυτοί που εναλλάσσονται επί σειρά ετών στο διοικητικό συμβούλιο.
Δωρεές γαιών από τη Μονή Πετράκη, κληροδοτήματα και έρανοι οδήγησαν στη συγκρότηση Ομίλου κυριών, που με πρωτοβουλία της Σοφίας Σλήμαν, ίδρυσαν το φθισιατρείο «Σωτηρία»,[15] το οποίο άρχισε να λειτουργεί το 1905, επεκτάθηκε με τη δημιουργία αρκετών «Περιπτέρων» φερόντων τις ονομασίες των ευεργετών τους,  μέχρι δε το 1919 συντηρήθηκε αποκλειστικά από την ιδιωτική πρωτοβουλία.
Το 1919 το θεραπευτήριο «Σωτηρία» περιήλθε στο κράτος,[16] εξασφαλίζοντας τη μεγάλη πίστωση για την εποχή των 800.000 δραχμών. Επιτέλους η Ελλάδα απέκτησε το πρώτο κρατικό σανατόριο.
Το 1907, ο Πανελλήνιος σύνδεσμος κατά της φυματίωσης, ίδρυσε στην Αθήνα το πρώτο Αντιφυματικό Ιατρείο που λειτούργησε με εθελοντική προσφορά εργασίας των  γιατρών του.
Το 1909 στα Χάνια του Πηλίου ιδρύεται το πρώτο ορεινό σανατόριο στην Ελλάδα με την ονομασία «Ζωοδόχος Πηγή» και σε υψόμετρο 1200 μέτρων από το γιατρό Γ. Καραμάνη.[17]





Το 1909 οργανώθηκε στην Ελλάδα το πρώτο Πανελλήνιο ιατρικό συνέδριο κατά της φυματίωσης στην Αθήνα, στο οποίο τονίσθηκε η ανάγκη ίδρυσης Σανατορίων και για πρώτη φορά χορηγήθηκε από το κράτος πίστωση 5000 δραχμών στη «Σωτηρία» και 4000 στο Πανελλήνιο σύνδεσμο, για τις ανάγκες του αντιφυματικού αγώνα.
Το 1912 οργανώθηκε στο Βόλο το δεύτερο Πανελλήνιο συνέδριο κατά της φυματίωσης, που οργάνωσε ο γιατρός Δ. Σαράτσης,[1] πρωτοστάτησε ο Β. Πατρίκιος με προτρεπτικές ιατροκοινωνιολογικές εισηγήσεις και αιχμές για τη συμμετοχή του κράτους στον αντιφυματικό αγώνα, εισηγήσεις βασισμένες κυρίως σε στατιστικές αναλύσεις περί της νοσηρότητας και της θνητότητας των νέων από τη φθίση, κατέπληξαν δε  τους συνέδρους η προσωπικότητα και οι έρευνες του Γ. Καραμάνη.[2] Συμμετείχαν γιατροί, εκπρόσωποι του Κράτους, κοινωνιολόγοι, πολιτικοί αλλά και φιλάνθρωποι, που συνέβαλαν ουσιαστικά στον αντιφυματικό αγώνα.
Τα συμπεράσματα του συνεδρίου επέδρασαν καταλυτικά στο επίσημο κράτος, ιδιαίτερα στις φιλελεύθερες κυβερνήσεις του Ε. Βενιζέλου αλλά και στη κοινωνία, με αποτέλεσμα την ανάπτυξη του εργατικού διεκδικητικού κινήματος με σοσιαλιστικές ιδέες του Παπαναστασίου και μαρξιστικές τάσεις όπως τα καπνεργατικά σωματεία του Βόλου,  ώστε να ψηφισθούν νόμοι περί δημόσιας υγείας, να επιβληθεί η διδασκαλία της υγιεινής σε όλα τα σχολεία, η υπαίθρια διδασκαλία και υπερσιτισμός[3] σε όλους τους μαθητές και να δημιουργηθούν «πρεβαντόρια» για «χοιραδικά παιδιά»[4]  κατά τα Ευρωπαϊκά πρότυπα.
Επίσης Μοναστήρια να μετατραπούν σε φθισιατρεία και να γίνεται έλεγχος των μεταναστών που επέστρεφαν πριν εγκατασταθούν στην Ελλάδα στα ήδη λειτουργούντα Λοιμοκαθαρτήρια.[5]
Νοικοκυρές, παιδιά, μαθητές, εργάτες, καπνεργάτες,[6] υπηρέτες, δημόσιοι υπάλληλοι αλλά και υπάλληλοι καταστημάτων, δάσκαλοι, ξυλουργοί, υποδηματοποιοί έπασχαν συχνότερα από φυματίωση. Από «πάθος αρχοντικό» η φθίση έγινε «πάθος κυρίως λαϊκό»,[7] λόγω της αρχόμενης βιομηχανοποίησης της χώρας και της επακόλουθης αστικοποίησης των αγροτικών πληθυσμών.
Η έλλειψη κοινωνικής ασφάλισης των εργαζομένων και η έλλειψη ασφαλιστικών ταμείων για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη των πολιτών, όξυναν τη κατάσταση ώστε οι περισσότεροι ασθενείς από φυματίωση να είναι τόσο φτωχοί, που δεν κατόρθωναν να απολαμβάνουν ιατρικής περίθαλψης, λόγω ακριβώς της κακής οικονομικής τους κατάστασης ή να νοσηλευτούν σε κάποιο από τα ελάχιστα υπάρχοντα ειδικά  ιδρύματα.[8] Οι εύποροι από φυματίωση ασθενείς είχαν τα οικονομικά μέσα για νοσηλεία στα ιδιωτικά Σανατόρια της Ελλάδας ή της Ευρώπης









Οι φυματικοί δεν είχαν θέση στην κοινωνία εκείνης της εποχής. Ήταν ισόβια χαρακτηρισμένοι, ως να ήταν υπαίτιοι οι ίδιοι για την ασθένειά τους και όχι οι κάκιστες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που διαβίωναν, απομακρύνονταν ακόμη από τα σπίτια τους αυτοβούλως ή ακόμη αποδιοπομπαίοι και από την οικογένεια τους, οι άποροι δε, διαβιούσαν απομονωμένοι σε σκηνές ή καλύβες στην ύπαιθρο έξω από τις πόλεις.([1])([2])
Η από το γιατρό στον ασθενή γνωστοποίηση της νόσου, εκτός αν αποκρύβονταν,[3] η δυσοίωνη πρόγνωση στα προχωρημένα στάδια, καθώς και η επιβολή υγιειονοδιαιτητικών προσταγμάτων, είχε σαν συνέπεια την αποδιοργάνωση της προσωπικότητας του φυματικού, τη διάλυση του οικογενειακού ιστού και της κοινοτικής - κοινωνικής συνοχής.  
Η νοσοφοβία και η μικροβιοφοβία[4] είχαν φθάσει σε τέτοιο βαθμό ώστε οι άνθρωποι και ο οικογενειακός και συγγενικός περίγυρος απομακρύνονταν από τον πάσχοντα, οι γιατροί επισκέπτονταν το φυματικό τη νύχτα για να μην γίνει γνωστό ότι σε μια οικογένεια υπήρχε κάποιος πάσχων και οι ιερείς έψαλλαν τους νεκρούς πρόσφυγες φυματικούς έξω από τις σκηνές ή τα στημένα από τους ίδιους παραπήγματα που διέμεναν.
Στο τέλος της 2ης δεκαετίας του 20ου αιώνα διαφαίνεται η πρόθεση του κράτους για ενεργό συμμετοχή στον Αντιφυματικό αγώνα.
Ιδρύεται το Υπουργείο Περίθαλψης και τον Ιανουάριο του 1920 ψηφίζεται ο νόμος 1979 «Περί ιδρύσεως αντιφυματικών ιατρείων, νοσοκομείων, αναρρωτηρίων και ορεινών θεραπευτηρίων»,[5] που προβλέπει πλήρη κρατική μέριμνα για τον Αντιφυματικού αγώνα.
Από το 1922, μετά την έλευση των Μικρασιατών και εκ του Πόντου προσφύγων, σε μικρό χρονικό διάστημα ιδρύονται περισσότερα από 100 λαϊκά ιατρεία και φαρμακεία καθώς και 32 προσφυγικά Νοσοκομεία, ενώ από το 1930, με την αρχόμενη τη κοινωνική ασφάλιση ιδίως των εργατών[6] και απόρων, το κράτος αναλαμβάνει με δικά του έξοδα την κατασκευή Σανατορίων σε όλη την Ελλάδα.
Το 1925 ιδρύθηκε η «Ελληνική Αντιφθισική Εταιρεία»[1] που έδρασε μέχρι το 1940, με ιδρυτές τους Μ. Παμπούκη, Κ. Παπαχρήστο, Δ. Συμβουλίδη[2], Ε. Σκορδομβέκη, Γ. Βακαλούλη και άλλους γιατρούς μέλη της Ελληνικής Ιατρικής Εταιρείας, προσφέροντας εθελοντική εργασία σε αντιφυματικό ιατρείο με πλήρη εξέταση συμπεριλαμβανομένων του ακτινολογικού ελέγχου και της εξέτασης πτυέλων.
Κατά τη περίοδο του μεσοπολέμου οι κυρίαρχες απόψεις για τη πρόληψη, διαγνωστική και θεραπευτική της φυματίωσης ήταν οι ακόλουθες:

Στην πρόληψη, ο καθηγητής Μ. Σακοράφος[3] επαναλάμβανε σταθερά τις απόψεις περί της μεταδοτικότητας της νόσου διαφωτίζοντας τους πολίτες για την ανάγκη καθαριότητας στους δημόσιους κοινόχρηστους χώρους , «το μη πτύειν κατά γης», τη τοποθέτηση «πτυελιστρών» στους δημόσιους χώρους , να γίνεται η αντίδραση κατά Pirquet και Mantoux, ο εμβολιασμός με B.C.G,[4]  απόψεις επιστημονικής συνέχειας των υγιεινοδιαιτητικών μέτρων των Υγιεινολόγων Ιατρών των πρώτων Συνεδρίων για τη Φυματίωση. Για τη καλύτερη προστασία των παιδιών της σχολικής ηλικίας από τη Φυματίωση, προτεινόταν η καινοτόμα εφαρμογή και στην Ελλάδα των υπαίθριων σχολείων με διδασκαλία και αεροθεραπεία.
Η διαγνωστική βασίσθηκε εκτός της κλινικής εξέτασης στον ακτινολογικό και ακτινοσκοπικό έλεγχο, στη δοκιμασία κατά Pirquet και Mantoux και στην εξέταση πτυέλων για την ανεύρεση του βακίλου.
Στη συντηρητική θεραπευτική κυριαρχούσε η Σανατοριοθεραπεία σε υψόμετρο, με κατάλληλες κλιματολογικές και υγιεινοδιαιτητικές συνθήκες, όπως ξηρό κλίμα, ανάπαυση, ηθική ζωή, υγιεινή διατροφή πολλών θερμίδων, αεροθεραπεία, ηλιοθεραπεία, χρήση αλάτων ασβεστίου,[5] χρυσού, σανοχρυσίνης,[6] αποχρεμπτικών σιροπιών και βιολογικών παραγώγων ήπατος ζώων[7] για την αντιμετώπιση της αναιμίας χρόνιας νόσου.
Η χορήγηση ενδοφλεβίως κεκαθαρμένης Φυματίνης[8] «ως αντιδότου» της νόσου δεν απέδωσε τα αναμενόμενα.
Στην ανοιχτή-σπηλαιώδη μορφή, οι Χειρουργοί της εποχής χρησιμοποιούσαν τις μεθόδους του τεχνητού Πνευμοθώρακα, της Φρενικοτομής,[1] της Φρενικοεξαίρεσης,[2] της Θωρακοπλαστικής και του επιπωματισμού των φυματιωδών σπηλαίων «δια παραφίνης».


Στη βαθμιαία μεταβολή της ζοφερής εικόνας των αρχών του 20ου αιώνα, όσον αφορά στη φυματίωση στον τόπο μας, σημαντική ήταν η συμβολή της σταδιακής εφαρμογής των αντιφυματικών φαρμάκων από το τέλος της 4ης δεκαετίας.[1] Τα αντιφυματικά φάρμακα που άλλαξαν ριζικά την πρόγνωση της νόσου και βράχυναν εντυπωσιακά το χρόνο νοσηλείας των ασθενών,[2] η εισαγωγή νέων διαγνωστικών μεθόδων καθώς και η βελτίωση των κοινωνικο-οικονομικών συνθηκών, συνέβαλαν στη σταδιακή άμβλυνση του προβλήματος στη χώρα μας.
Σήμερα στις αρχές του 21ου αιώνα έχουμε 350.000 περίπου νέα θύματα στην Ευρώπη, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Αντιφυματικής Εταιρείας. Ο σύγχρονος τρόπος ζωής όπως η αύξηση του καπνίσματος, ο αλκοολισμός, η χρήση ναρκωτικών ουσιών, ο συγχρωτισμός σε κλειστούς χώρους εργασίας, η μετακίνηση «πολιτών τρίτων χωρών» σαν οικονομικοί μετανάστες ή πολιτικοί πρόσφυγες , οι πόλεμοι σε πολλές περιοχές του πλανήτη, οι άστεγοι, το AIDS, ο μη υποχρεωτικός εμβολιασμός σε Ευρωπαϊκές χώρες, η καταστροφή του περιβάλλοντος που επιδρά αρνητικά στο ανοσολογικό μας σύστημα και το πρόβλημα της πολυανθεκτικότητας στα υπάρχοντα αντιφυματικά φάρμακα, είναι οι αιτίες ενός ζητήματος που παραμένει μέχρι σήμερα. Όχι πλέον σαν μάστιγα αλλά, ο αντιφυματικός αγώνας δεν τελείωσε...










Η φυματίωση είναι πάντα εδώ. Τριγυρίζει με τους ξεριζωμένους του καιρού μας, τους εξαθλιωμένους, τη φτωχολογιά, θεριεύει μέσα στα κορμιά των αδυνάτων, μας συντροφεύει πιστά. Τα Σανατόρια καταργήθηκαν, τα ερείπια αν και ανακατασκευασμένα σε μουσεία, μπορούμε να τα παραδώσουμε στη λήθη… τις ψυχές των φθισιόντων όμως θα τις μετράμε και θα τις μνημονεύουμε στον αιώνα… όπως και Εκείνων που τις έσωζαν, ώστε να μη μπορούμε να κρυφτούμε απ’ αυτόν που μέσα στη νύχτα πονεμένος, νηστικός, άρρωστος και κατατρεγμένος χτυπάει την πόρτα μας...