29.1.15

Una Galina für ein Maultier...



Του Μανώλη Δημελλά
Ζωγραφική απόδοση: Δήμος Χατζηγεωργίου

-Η αγριοφωνάρα του στρατιώτη αναστάτωσε τη πάνω γειτονιά του Αφιάρτη,
φώναζε στη δύστροπη γλώσσα του και πάλευε να παραχώσει καμμιά ιταλική λέξη, μήπως και  καταλάβουν ετούτοι οι αγρότες τη...
σπουδαία ανταλλαγή.
-Μια κότα για ένα μουλάρι, αλλάζω για μια κότα ένα μουλάρι...
Όσοι τον άκουγαν έκλειναν πόρτες και παραθύρια, δυσπιστούσαν, αφού αναγνώριζαν το Ιταλικό βλέμμα, μέσα στα μάτια ετούτου του μεγάλου ζώου!
Ένα τόσο νεαρό μουλάρι είναι το πιο δυνατό εργαλείο, έλα όμως που ήταν από κείνα που παράτησαν βιαστικά οι Ιταλοί. Ήταν Σεπτέμβρης 1943 και με τη συνθηκολόγηση οι φρατέλλοι εγκατέλειψαν όπως-όπως τις θέσεις τους, άφησαν πίσω σάτζαλα-μάτζαλα, παράτησαν και τα μουλάρια διψασμένα και κείνα έτσι πεινασμένα επήραν δρόμο από τη καζάρμα του Αφιάρτη.
Μόλις είχαν πατήσει το νησί 800 Γερμανοί, έψαχναν και κείνοι τρόπους, για να ψωμοχορτάσουν την πείνα τους. Έτουτο ζώο ήταν μια καλή ευκαιρία, θα βρισκόταν κάποιος να θυσιάσει μια αλανιάρα κότα για έναν τέτοιο, τετράποδο εργάτη.
Δεν το έβαζε κάτω ο Γερμαναράς, ίδρωνε από το ποδαρόδρομο, αλλά κάθε τόσο παίνευε το ζώο, μια έδειχνε τα πόδια του και μια χάϊδευε τη κεφαλή του, και κάτι φώναζε στη γλώσσα του.
Τζίφος, είχε πολύ κόσμο να συμμαζεύει τα χωράφια του ποταμού, ακριβώς κάτω από στον Αή Γιάννη, όμως κανένας δεν έδειχνε πρόθυμος για μια τόσο ύποπτη αγορά.
Πέρασε από τη πηγή, ήπιε μια στάλα νερό και πότισε το ζώο, έπειτα ανέβηκε από δρομάκι και κοντοστάθηκε μισοαπογοητευμένος μπροστά στο σπιτάκι του Αγγέλου. Μονάχα ο μικρός  Χριστόφορος, θάμαξε με το ήσυχο θεριό και έτρεξε κατά πάνω του, έδωσε μια να πιάσει τη καφετιά χαίτη του μουλαριού που πετούσε από το αεράκι, όμως ήταν τόσο ψηλά, που έκαμε τον μικρό να γουρλώσει όσο δεν έπαιρνε τα μάτια του.
Δεν άργησε να ζητήσει από τον πατέρα του να το κρατήσουν, έτσι θα γίνουν όλες οι δουλειές στα γρήγορα, άσε που αυτός ο γίγαντα θα γινόταν ο καλύτερος φίλος του παιδιού. Όμως εκείνος ήταν ανένδοτος, έβλεπε μπλεξίματα, αφού όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα τον ετρώνε οι κότες, και το μουλάρι ήταν των κατακτητών, που τα όπλα τους δεν ήταν ποτέ αδειανά και παραπόδας!
Ο Γερμανός στρατιώτης έφυγε κι από εκεί απογοητευμένος, μια κότα ζήτησε και θα έδινε ολόκληρο μουλάρι, αλλά δεν έβρισκε πελάτες να τσιμπήσουν.
Περπάτησε προς τα πίσω και ενώ είχε σταματήσει να διαλαλεί τη πραμάτεια του, έπεσε πάνω στον Μιχαλάκη Φρέσκο.  Εκείνος κατέβαινε βιαστικός από το μονοπατάκι της ρεματιάς, είδε το ήρεμο ζώο και έκανε ένα βήμα πίσω, πάτησε πάνω στους ασπαλάθους, μαθημένος δεν έδωσε σημασία στ΄αγκαθάκια.
Ο Φρέσκος έπεσε στη παγίδα, του άρεσε το ζώο, θα γινόταν ο καλύτερος σύντροφος μέσα στο χωράφι! Κι έτσι έτρεξε γραμμή στο κοτέτσι και έπιασε μια κότα από τα πόδια, την έφερε του πεινασμένου στρατιώτη και έπειτα χάϊδεψε στο μέτωπο το μεγάλο ζώο και γύρισαν στο σπίτι παρέα.
Πέρασαν δυό-τρεις ήσυχοι χειμωνικοί μήνες,  έπιασε γερά η άνοιξη, ακόμη μια καρπερή χρονιά για τον επάνω Αφιάρτη. Μα ήταν εκείνος ο ποταμός, το νερό, που στο πέρασμα του έδινε ζωή και στη πιο άγρια πέτρα.
Ο Φρέσκος είχε δεθεί με το μουλάρι, εκείνο δούλευε σαν τρεις γεροί άντρες και δεν παραπονέθηκε ούτε μια στιγμή. Όμως η ανταλλαγή φαίνεται πως κάπου στράβωσε, κάποιος το σφύριξε στους Γερμανούς, έτσι βγήκαν στη γύρα, αναζητούσαν τα Ιταλικά ζώα που άνηκαν στο στρατό και είχαν εξαφανιστεί!
Πέρασαν από το σπίτι του Μιχάλη Φρέσκου, είδαν τον τετράποδο Ιταλό. Και δεν άργησαν, πήραν το μουλάρι μαζί με το αφεντικό του για ανακρίσεις στην περιοχή Αγριοπυλάς, στον ανατολικό Αφιάρτη. Και εκεί άρχισαν τα όργανα. Ο Φρέσκος δεν αρνήθηκε την αγορά από τον Γερμανό στρατιώτη, μίλησε, περιέγραψε τις λεπτομέρειες της ανταλλαγής. Είπε για τη κότα που κόστισε όσο το μουλάρι, έτσι έγινε το ζώο δικό του. Οι αξιωματικοί ζήτησαν να τους υποδείξει ποιος ήταν ο πωλήτης, και εκείνος δεν δυσκολεύτηκε, αναγνώρισε αμέσως τον στρατιώτη που έστεκε κοντά.
Εκείνος ένιωσε σαν χαμένος, αρνήθηκε κάθε δική του ανάμιξη στην υπόθεση του μουλαριού και έβγαλε ψεύτη τον Μιχάλη.
Κι εκείνος αναψοκοκκίνισε, δεν χασομέρησε, με τα μάτια κάρφωσε πρώτα τον ανακριτή του, και έπειτα έφτυσε στο πρόσωπο τον Γερμανό, που αρνιόταν με πείσμα την αλήθεια.
Αυτή ήταν η αρχή του τέλους, ο Γερμανός άνοιξε τη δερμάτινη θήκη και άρπαξε το πιστόλι. Χωρίς κανένα δισταγμό πυροβόλησε εξ επαφής το πρόσωπο του Μιχάλη Φρέσκου.
Η επίσημη πληροφορία που έφτασε στις Μενετές και έκαμε το γύρο της Καρπάθου έλεγε πως ο νεκρός "ασέβησε, γιατί έφτυσε τον αγκυλωτό σταυρό"!
Από την αφήγηση ζωής του
Χριστόφορου Αγγέλου.
"verena"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου