Powered By Blogger

19.7.19

Τι ακριβώς σηματοδοτεί ο διορισμός του Vicar General στην Αρχιεπισκοπή Αμερικής



Παρακολουθήσαμε με ενδιαφέρον και πολλές φορές λεπτομερειακά τις εκκλησιαστικές εξελίξεις σχετικές με την εκλογή και την ενθρόνιση του νέου Αρχιεπισκόπου Αμερικής Ελπιδοφόρου. Τώρα παρακολουθούμε --όσο μας το επιτρέπουν οι μέχρι τώρα δηλώσεις του νέου αρχιεπίσκοπου, οι επίσημες ανακοινώσεις της Αρχιεπισκοπής Αμερικής και τα δημοσιεύματα του Τύπου--  τις πρώτες κινήσεις του κ. Ελπιδοφόρου προκειμένου να αντιληφθούμε, έστω και σε περιορισμένο βαθμό, την κατεύθυνση που θα ακολουθήσει η ποιμαντορία του.

Δεν πρέπει, βέβαια, να ξεχνιέται ότι ο κ. Ελπιδοφόρος αναλαμβάνει τη διοίκηση της Αρχιεπισκοπής διαδεχόμενος τον Δημήτριο του οποίου η ποιμαντορία διάρκεσε ολόκληρη εικοσαετία. Κατά την περίοδο αυτή συνεχίσθηκε --ως αποτελέσμα των διαρκών παρεμβάσεων του Πατριάρχη Βαρθολομαίου στη ζωή της Εκκλησίας της Αμερικής-- η κατηφορική πορεία της Αρχιεπισκοπής σε όλους σχεδόν τους τομείς. Τα κυριότερα σημεία  αυτού του παρακμιακού τοπίου συνοψίζονται στα εξής:

-- Κλείσιμο ελληνικών σχολείων,

-- Υπολειτουργία της Θεολογικής Σχόλης στη Βοστόνη

(με αμφίβολο ακαδημαϊκό επίπεδο, με απόφοιτους ακατάλληλους, ένα χρέος 18,5 εκατ. δολ. και  με αμφισβητούμενο το ακαδημαϊκό  στάτους της από πολιτειακές και παναμερικανικές ακαδημαϊκές αρχές ),

-- χρεοκοπία της Αρχιεπισκοπής με υποθηκευμένη αρχιεπισκοπή έδρα, και

 -- διακοπή, λόγω τεράστιων οικονομικών σκανδάλων, των εργασιών ανέγερσης του Αγίου Νικολάου στο "Σημείο Μηδέν" του Μανχάτταν που θεωρείται "εθνικό μνημείο".

Ο κ. Ελπιδοφόρος επομένως αναλαμβάνει μια αρχιεπισκοπική διοίκηση με σοβαρότατα προβλήματα και επιπλέον μ' ένα λαό του οποίου έχει κλονιστεί η εμπιστοσύνη τόσο στην ικανότητα όσο και στην τιμιότητα των εκκλησιαστικών του αρχών.

Θα μπορούσε κανείς να σχολιάσει τις λιγοστές δηλώσεις που έκανε ο νέος αρχιεπίσκοπος μέχρι σήμερα, κυρίως κατά την πρώτη επίσημη συνέντευξη τύπου (21 Ιουνίου 2019), σχετικά

-- με το ρόλο της ελληνικής γλώσσας στην ελληνικο-αμερικάνικη ομογένεια και το μέλλον της ελληνικής παιδείας στις ΗΠΑ,

-- τα εθνικά μας θέματα (Κυπριακό, Αιγαίο, Θράκη, μειονότητα Κωνσταντινούπολης κτλ) και

-- τη διαφάνεια που θα επιδιωχθεί στα οικονομικά της Αρχιεπισκοπής.

Η ασάφεια και οι παραλείψεις που χαρακτηρίζουν τις παραπάνω δηλώσεις οδηγούν αναγκαστικά στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει ξεκάθαρη γραμμή στα παραπάνω θέματα ή --και δεν θέλουμε να το πιστέψουμε αυτό-- ότι τα θέματα αυτά θεωρούνται δευτερεύουσας σημασίας για την νέα αρχιεπισκοπική διοίκηση.



Εκείνο όμως που δεν αφήνει περιθώρια για αμφιβολίες ως προς τους στόχους της νέας εκκλησιαστικής διοίκησης στην Αμερική είναι η πρώτη διοικητική πράξη του νέου αρχιεπίσκοπου, μόλις δυο μέρες μετά την ενθρόνιση του. Ο νέος Αρχιεπίσκοπος άρχισε την ποιμαντορία του στις ΗΠΑ με τον διορισμό του πρωτοπρεσβύτερου Αλέξανδρου (Άλεξ) Καρλούτσου ως  Vicar General (Γενικού Βικάριου)  της Αρχιεπισκοπής, και όχι του Αρχιεπίσκοπου, όπως θα περίμενε κάθε ειδικός στα εκκλησιαστικά (1).

Τον διορισμό αυτό η μεγάλη μερίδα του Τύπου τον ξεπέρασε  χωρίς σχόλια στην Ελλάδα και την Αμερική αναπαράγοντας απλώς την σχετική ανακοίνωση της Αρχιεπισκοπής (2), ενώ στο διαδίκτυο εκφράστηκαν ευθύς εξαρχής, με πρωτοπόρο το γνωστό "ΚΑΛΑΜΙ", σοβαρές κριτικές και γενική "απογοήτευση" (3).




Ποιός είναι ο Αλεξ Καρλούτσος;

Ο πρωτοπρεσβύτερος Αλεξ Καρλούτσος είναι γνωστός στην Αμερική και Ελλάδα, ακόμη και στα Ιεροσόλυμα και τη Ρωσία, για τους διάφορους ρόλους που παίζει κατά καιρούς με την ιδιότητα του "Πατριαρχικού Λεγάτου" (Patriarchal Delegate). Οι περισσότεροι τον ξέρουν σαν "κολλητό" του Πατριάρχη Βαρθολομαίου και βαθειά ανακατωμένο στα οικονομικά της ελληνικής ομογένειας της Αμερικής. Αλλοι τον εκθειάζουν  υπερτιμώντας προφανώς την "προσφορά" του λόγω ορισμένων διασυνδέσεων του με πολιτικούς της Ουάσιγκτον, αλλά κυρίως  λόγω των διαφημιζόμενων συντονιστικών προσπαθειών του για οικονομική ενίσχυση  του Πατριαρχείου. Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν αυτοί που  προτιμούν να τονίζουν την ευπάθεια του πρωτοπρεσβύτερου για το χρήμα, την πολυτέλεια και την εξουσία. Σε κάθε περίπτωση, αναγνωρίζεται γενικά ότι ο Καρλούστος είναι αυτός που καθορίζει τις τύχες της Αρχιεπισκοπής Αμερικής, αν όχι και του ίδιου του Πατριαρχείου μέχρις ενός σημείου (4).

Στο επίπεδο του απλού και ανώνυμου κόσμου, του πλήθους των πιστών, το όνομα Καρλούτσος ταυτίζεται κατά κανόνα με το χρήμα και την εκκλησιαστική σκευωρία. Οι ομογενείς χαρακτηρίζουν συχνά τον ενιγματώδη πρωτοπρεβύτερο ως "Ρασπούτιν" και "εισπράκτορα του Πατριάρχη". Η γενική αυτή τάση ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο τα τελευταία χρόνια καθώς ο πρωτοπρεσβύτερος είχε το γενικό πρόσταγμα για την συγκέντρωση εκατομύριων δολ. για την ανέγερση του Αγίου Νικολάου στο "Σημείο Μηδέν" του Μανχάτταν, από τα οποία τελικά ένα μεγάλο απροσδιόριστο μέρος "εξανεμίστηκε" --υπόθεση με την οποία ασχολείται τώρα και η αμερικάνικη δικαιοσύνη.

Τα μηνύματα του διορισμού

Να σημειωθεί καταρχή ότι ο διορισμός του Καρλούτσου --η πρώτη, όπως σημειώνεται παραπάνω, επίσημη πράξη της αρχιεπισκοπείας του Ελπιδοφόρου-- πρέπει νάταν καρπός αναγκαστικής συμφωνίας με τον Βαρθολομαίο, δηλαδή πρέπει να επιβλήθηκε στο νέο αρχιεπίσκοπο διότι --όπως επιμένουν αρκετές  λογικοφανείς φωνές από τον εκκλησιαστικό αλλά και τον δημοσιογραφικό κόσμο-- "μόνο ένας μελλοντικός αυτόχειρας θα ήθελε να έχει, όχι απλώς δίπλα του,  αλλά κυριολεκτικά πάνω από το κεφάλι του, ένα επικίνδυνο δολοπλόκο στον οποίο χρεώνονται οι παραιτήσεις τριών αρχιεπισκόπων" (Ιακώβου, Σπυρίδωνα, Δημητρίου) που σήμερα κατηγορούνται από το πατριαρχικό περιβάλλον ως "αδιάλλακτοι" διότι δεν μπόρεσαν "να βρούν τρόπο συνεργασίας" με τον πρωτοπρεσβύτερο!

Πάντως, άσχετα με την προϊστορία του θέματος, με το διορισμό του πρωτοπρεσβύτερου ως Vicar General της Αρχιεπισκοπής ο κ. Ελπιδοφόρος, εκούσια ή ακούσια έστειλε  προς όλες τις κατευθύνσεις ένα μήνυμα σαφές και ξεκάθαρο:

1) αναγνωρίζεται και επιβραβεύεται ο Καρλούτσος για τις μέχρι τώρα οικονομικές πρωτοβουλίες του για το καλό της "Μητέρας Εκκλησίας" (όπως τονίζεται στη σχετική αρχιεπισκοπική ανακοίνωση) και, επομένως, ο πρωτοπρεσβύτερος απαλλάσσεται αυτόματα από κάθε υποψία και κατηγορία για το ρόλο του στην εξαφάνιση εκατομύριων δολ. από τα ταμεία ανέγερσης του Αγίου Νικολάου.

2) τις αλλαγές στη διοίκηση της Αρχιεπισκοπής θα τις  προαποφασίζει το δίδυμο Καρλούτσου-Βαρθολομαίου και, επομένως, η Αρχιεπισκοπή θα συνεχίσει να διοικείται από τον Βαρθολομαίο μέσω του "πατριαρχικού  λεγάτου" του, ενώ ο κανονικός  αρχιεπίσκοπος θα είναι παροπλισμένος και ο ρόλος του θα είναι απλώς αυτός ενός ενοχλητικού πλην απαραίτητου διακοσμητικού κομπάρσου.

Και πράγματι, αν παρακολουθήσει ο αναγνώστης τις μέχρι τώρα κινήσεις του κ. Ελπιδοφόρου, θα διαπιστώσει ότι όλες  έχουν σχέση με εθιμοτυπικές συναντήσεις και επισκέψεις, καθώς και διάφορες πανηγυρτζίδικες εκδηλώσεις ομογενειακού ή καθαρά εκκλησιαστικού χαρακτήρα.

Με βάση ένα υπερφορτωμένο πρόγραμμα που του ετοιμάζει ο Vicar General, τρέχει ο κ. Ελπιδοφόρος σαν ασυγκράτητος  και ταυτόχρονα απροσανατόλιστος δρομέας από τη Νέα Υόρκη στην Ουάσιγκτον και από την Ατλάντα στην Καλιφόρνια και δεν προφθαίνει..., αφήνοντας  τελικά την άσκηση της αρχιεπισκοπικής διοίκησης  στα χέρια του "Γενικού Βικάριου".

Σε περίπτωση που ο κ. Ελπιδοφόρος συνεχίσει ακολουθώντας την ίδια γραμμή και στομέλλον, τότε και αυτή ακόμη η ποικιλότροπα σχολιαζόμενη "συμβασιλεία" του με τον "αντι-αρχιεπίσκοπο" Καρλούτσο δεν θα αποτελεί απλώς μια παραπλανητική υποβάθμιση της  σκληρής και διαφορετικής πραγματικότητας, αλλά δυστυχώς και ενσυνείδητη και εκούσια σύμπραξη στην εξευτέλιση, για μια ακόμη φορά,  των εκκλησιαστικών θεσμών και του αρχιεπισκοπικού αξιώματος.

Αν συνεχίσει ο κ. Ελπιδοφόρος όπως άρχισε, περιφερόμενος και μη συμμαζευόμενος, όλοι σύντομα θα συνειδητοποιήσουν την ολοκληρωτική αντιστροφή που θάχει συντελεσθεί στους ρόλους αρχιεπίσκοπου και αντι-αρχιεπίσκοπου…

-----------------------------------------------------

1) Ο αξίωμα του "Vicar General" της Καθολικής Εκκλησίας αποδόθηκε στα ελληνικά με το "Γενικός Αρχιερατικός Επίτροπος" (Βλ. https://www.goarch.org/news/releases/-/asset_publisher/rlvS19snJYAk/content/archbishop-elpidophoros-of-america-appoints-father-alexander-karloutsos-as-vicar-general-of-the-archdiocese?p_r_p_564233524_resetCur=false&_101_INSTANCE_rlvS19snJYAk_languageId=el_GR ).  Είναι προφανώς  ανακριβής και σκόπιμη η απόδοση αυτή, όπως μας διαβεβαιώνουν θεολόγοι εξοικειωμένοι με την Καθολική θεολογία και πράξη.

2) Βλ. https://www.goarch.org/-/archbishop-elpidophoros-of-america-appoints-father-alexander-karloutsos-as-vicar-general-of-the-archdiocese. και  https://www.goarch.org/news/releases/-/asset_publisher/rlvS19snJYAk/content/archbishop-elpidophoros-of-america-appoints-father-alexander-karloutsos-as-vicar-general-of-the-archdiocese?p_r_p_564233524_resetCur=false&_101_INSTANCE_rlvS19snJYAk_languageId=el_GR .  Εξαίρεση αποτελεί ο μητσοτακικός "Εθνικός Κήρυξ" της Νέας Υόρκης, ο οποίος μια βδομάδα μετά τον συζητούμενο διορισμό άρχισε δειλά-δειλά να επαινεί τη σοφία της πρώτης επίσημης πράξης του κ. Ελπιδοφόρου, χαρακτηρίζοντας την "καλή και έξυπνη κίνηση"  ("Καλή κίνηση" - 29-30 Ιουνίου 2019).


3)  Αρκετές λεπτομέρειες για την εξέλιξη του αμφιλεγόμενου πρωτοπρεσβύτερου κατά τα τελευταία τριάντα χρόνια μπορεί ο αναγνώστης να βρεί στο  "Όταν ο δεύτερος γίνεται πρώτος και ο Πρώτος ως έσχατος εκπαραθυρώνεται…" ( https://pnemorem1.blogspot.com/2018/09/blog-post_12.html - 12 Σεπτεμβρίου 2018 )

10.7.19

Με το πρόταγμα μιας "αποτελεσματικής" διακυβέρνησης δοκιμάζεται το μοντέλο μιας πολυεθνικής...

-Πλήρης απογοήτευση από μια κοινωνία που παθαίνει και δεν μαθαίνει... 


-Κοινωνία με ιστορική μνήμη χρυσόψαρου...

γενικά οι λαοί δεν μαθαίνουν...

-Έχει γίνει πια κοινωνική συνείδηση το "νυν υπέρ πάντων το κέρδος" και μόνο η τσέπη μου... "Το μυστήριο της Εξουσίας" διατρέχει οριζόντια και κάθετα όλη την κοινωνική πυραμίδα... 

-Ο Νεοφιλελευθερισμός βρήκε πρόσφορο έδαφος από τους προηγούμενους, να εφαρμόσει ένα "νέο" πείραμα...

-Εισροή λοιπόν, τεχνοκρατών σε μια αμφίβολης κατεύθυνσης "διακυβέρνηση"...

-Οι "τεχνοκράτες" που άφησαν την καριέρα τους στο "εξωτερικό" θα υπηρετήσουν την ελληνική κοινωνία ή τα πρώην αφεντικά τους;...

-Επίπλαστο το αφήγημα της κυβέρνησης περί μιας "αποτελεσματικής νέας διακυβέρνησης"... 

-Αυτό αποδεικνύεται από το συγκεντρωτικό μοντέλο πρωθυπουργικο-κεντρικής διοίκησης ως επί μάνατζερ πολυεθνικής εταιρείας... 

Η Γερμανική προπαγάνδα 1941-44

...και οι ντόπιοι συνεργάτες της.

Από την έναρξη της Κατοχής οι Γερμανοί κινήθηκαν αποφασιστικά για να θέσουν υπό τον έλεγχό τους τα μέσα ενημέρωσης, ώστε να κατευθύνουν την προπαγάνδα τους.



Αρχικά επεδίωξαν να μην ανατρέψουν το καθεστώς που ίσχυε στον χώρο του Τύπου και οι παρεμβάσεις τους ήταν διακριτικές, ενώ προσπάθησαν μάλιστα να δώσουν την εικόνα ότι δεν τους ενδιαφέρει η άσκηση προληπτικής λογοκρισίας, όπως συνέβαινε μέχρι τότε με τις ελληνικές υπηρεσίες λογοκρισίας.
Τελικά κατέληξαν στη διευθέτηση να αναθέσουν τον τομέα αυτόν στη δικαιοδοσία της  κυβέρνησης Τσολάκογλου, η οποία χωρίς δυσκολία συνέχισε τις δομές που είχε κληρονομήσει από την κυβέρνηση Κοριζή. Έτσι οι ημερήσιες αθηναϊκές εφημερίδες συνέχισαν κανονικά την έκδοσή τους, σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις οι εκδότες πιέστηκαν να συνεχίσουν την έκδοσή τους.



Η μόνη εφημερίδα που πραγματικά παύθηκε με άνωθεν γερμανική εντολή ήταν ο «Ασύρματος». Η απόφαση ανήκε στον στρατάρχη Βίλχελμ Λιστ, ανώτατο διοικητή της περιοχής Βαλκανίων και μέχρι σήμερα δεν έχει διευκρινιστεί το ακριβές αιτιολογικό που τον ώθησε να λάβει αυτή την απόφαση. Ίσως κάποια προσωπική αναφορά για τον ίδιο, που την εξέλαβε ως αιχμή, να τον ώθησε σ’ αυτό. Το εντελώς παράδοξο είναι ότι ο ιδιοκτήτης αυτής της εφημερίδας, ο Γεώργιος Τζιρακόπουλος, ήταν σύγγαμβρος του στρατηγού Τσολάκογλου, ο οποίος μερικούς μήνες  αργότερα θα τον τοποθετήσει, πλην άλλων διορισμών σε διάφορα διοικητικά συμβούλια, ως πρόσωπο εμπιστοσύνης στη θέση του κυβερνητικού επιτρόπου της Αγροτικής Τράπεζας.
Επίσης με την έναρξη της Κατοχής διέκοψε την έκδοσή της η εφημερίδα «Έθνος», όχι όμως για πολιτικούς λόγους, αλλά μάλλον για πρακτικούς. Οι τυπογραφικές εγκαταστάσεις της, από τις πιο σύγχρονες τότε, δεσμεύθηκαν για να φιλοξενήσουν τις δύο νέες εφημερίδες των κατακτητών που χρειάζονταν για εσωτερική τους χρήση: την ιταλόγλωσση «Giornale d’Italia» και τη γερμανόγλωσση «Deutsche Nachrichten für Griechenland».
Ταυτόχρονα οι Γερμανοί δεν αδιαφόρησαν, πέραν του πολιτικού, και για τον οικονομικό έλεγχο των μεγάλων εκδοτικών συγκροτημάτων. Ο σχεδιασμός έγινε από το Βερολίνο, απ’ όπου στάλθηκαν στην Αθήνα ειδικοί εκπρόσωποι της ειδικής ημικρατικής εταιρίας «Mundus», που είχαν από νωρίτερα συστήσει τα γερμανικά υπουργεία Εξωτερικών και Προπαγάνδας, με συμμετοχή 50% το καθένα τους. Η εταιρία αυτή, που είχε ως στόχο ακριβώς τη διάδοση της γερμανικής προπαγάνδας στις κατεχόμενες χώρες, είχε εμφανιστεί στο Παρίσι, μόλις ολοκληρώθηκε η  κατάληψή του, και μεταξύ άλλων εξαγόρασε μερίδια γαλλικών εταιριών που εξέδιδαν εφημερίδες και περιοδικά[1].
Οι εκπρόσωποι αυτής της εταιρίας εμφανίστηκαν και στην Αθήνα τον Μάιο του 1941 και μελέτησαν πώς θα κινηθούν για να αποκτήσουν αποφασιστικού μεγέθους θεσμική συμμετοχή στην παραγωγή και τη διακίνηση του ελληνικού και ξένου Τύπου. Πραγματοποίησαν πολλές επαφές πριν καταλήξουν σε οριστικές αποφάσεις, ενώ έλαβαν υπόψη τους τις αναφορές και την εμπειρία των αρμοδίων της γερμανικής πρεσβείας, κυρίως του γραφείου Τύπου και του συμβούλου μορφωτικών υποθέσεων.



Το κύριο βάρος των διαπραγματεύσεων είχε ο Maurach, που έφερε τον βαθμό του Rittmeister και χρησιμοποιούσε για έδρα του ένα γραφείο στον τρίτο όροφο της γερμανικής πρεσβείας, είχε όμως στη διάθεσή του πλούσιο υλικό για την αξιοπιστία όσων θα μπορούσαν να «τιμηθούν» με την εμπιστοσύνη του Ράιχ κατά την Κατοχή.
Ιδρύθηκαν έτσι τρεις βασικές εταιρίες για τον κάθετο έλεγχο του ελληνικού Τύπου, στις οποίες περισσότερο με προθυμία παρά υπό καθεστώς βίας έλαβαν μέρος οι Έλληνες επιχειρηματίες που δέχθηκαν να συνυπογράψουν τα ιδρυτικά καταστατικά με τους απεσταλμένους του Γκαίμπελς και του Ρίμπεντροπ, στους οποίους (ως επικεφαλής των δύο γερμανικών υπουργείων Προπαγάνδας και Εξωτερικών) ανήκε η εταιρία «Mundus». Το θλιβερό γεγονός της εκούσιας αυτής συμμετοχής καταδικάστηκε μετά την Απελευθέρωση από το επίσημο κράτος με τον βαρύτατο  χαρακτηρισμό των εν λόγω εταιριών ως εχθρικών περιουσιών και τέθηκαν υπό μεσεγγύηση, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι τα πρόσωπα που έλαβαν μέρος δεν αντιμετώπισαν ποινικές κυρώσεις, απλώς μόνον ηθικές.
Ωστόσο οι εφημερίδες, που μέχρι την Απελευθέρωση ανήκαν στο ελληνογερμανικό αυτό συγκρότημα δεν μπόρεσαν να επανεκδοθούν ποτέ, οπότε ο ευφυής Δημ. Λαμπράκης άλλαξε τους τίτλους (από «Αθηναϊκά Νέα» σε «Νέα» και από «Ελεύθερον Βήμα» σε «Βήμα»), ο επανελθών στον κομμουνισμό Γιάννης Πετσόπουλος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει πολλά περιουσιακά στοιχεία για να παραμείνει με άλλες πηγές εισαγωγής χαρτιού στην αγορά, όσο δε για την πρακτόρευση εφημερίδων ο Όθων Πικραμένος αναγκάστηκε πρόσκαιρα να αποσυρθεί και να αρκεστεί στη  διαχείριση του εργοστασίου γραφικών τεχνών «Πυρσός», ενός από τα μεγαλύτερα στην Αθήνα, που είχε βρεθεί στα χέρια του[2].
Θα ήταν ειρωνικό να συνεχίζει να διακινεί τις εφημερίδες και τα περιοδικά όταν η χώρα απελευθερώθηκε, αφού μέχρι τότε διακινούσε τις νομότυπα εκδιδόμενες υπό γερμανικό έλεγχο εφημερίδες και τις λοιπές προπαγανδιστικές εκδόσεις, ελληνόγλωσσες και γερμανόγλωσσες.



Οι εταιρίες που ίδρυσαν οι Γερμανοί εκπρόσωποι του Γκαίμπελς και του Ρίμπεντροπ μόλις κατέλαβαν την Αθήνα:

Α.Ε. «Βίβλος».

Όπως αναγραφόταν στο καταστατικό της, είχε τους εξής σκοπούς: εισαγωγή ξένων βιβλίων, μουσικών έργων (νότες), έργων εικαστικής τέχνης, εποπτικών μέσων διδασκαλίας, ως και η διεξαγωγή πασών των εργασιών ομοίας ή συγγενούς φύσεως και σχετικών επιχειρήσεων[3].
Στην εταιρία αυτή έλαβαν μέρος ως μέτοχοι, καταβάλλοντας και το αντίστοιχο κεφάλαιο, δύο από τους μεγαλύτερους Αθηναίους βιβλιοπώλες της εποχής εκείνης. Στο πρώτο διοικητικό συμβούλιο συμμετείχαν οι:
Έριχ Μπέρινγκερ[4], Κωνστ. Γ. Ελευθερουδάκης, Χέρμαν Θ. Κάουφμαν, Νικ. Λούβαρις, Βάλτερ Βρέντε, Σάββας Κέντρος, Σίγκφριντ Φατ. Ο πρώτος, πολύ γνωστή προσωπικότητα στους κύκλους των διανοουμένων, ήταν πρόεδρος της εταιρίας και παράλληλα μορφωτικός σύμβουλος της γερμανικής πρεσβείας, θέση που κατείχε από προπολεμικά. Ο Κώστας  Ελευθερουδάκης ήταν ο γνωστός ιδρυτής του ομώνυμου βιβλιοπωλείου και ο Κάουφμαν επίσης, ο οποίος σημειωτέον ήταν Ρώσος πρόσφυγας γερμανικής καταγωγής και όχι Εβραίος όπως νομιζόταν μέχρι τότε στην Αθήνα, πρόσφυγας από το 1917 εγκαταστημένος στην Ελλάδα[5].
Ο Νικόλαος Λούβαρις ήταν ο γνωστός γερμανόφιλος καθηγητής φιλοσοφίας, άλλοτε διακεκριμένο μέλος του Ελληνογερμανικού Συνδέσμου, όπως και ο τότε μεγαλοδικηγόρος Σάββας Κέντρος. Ως προς δε τον Βάλτερ Βρέντε[6], διευθυντή του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Αθηνών, θα πρέπει να αναφερθεί ότι ήταν από τα προπολεμικά χρόνια ο επίσημος τοπάρχης του Γερμανικού Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος για τη γερμανική παροικία της Αθήνας.
«Ένωσις Ελληνικού και Ξένου Τύπου» Α.Ε.

Η εταιρία αυτή προέκυψε προκειμένου να επιτύχουν οι Γερμανοί τον απόλυτο έλεγχο κάθε διακινούμενου εντύπου και αποτελούσε μια κοινοπραξία των μέχρι τότε ελληνικών πρακτορείων μαζί με την περίφημη εταιρία «Μούντους». Σύμφωνα με το καταστατικό της σκοπός ήταν: η κυκλοφορία και η διά του οργανισμού της εταιρίας διάθεσις είτε εν τω εξωτερικώ, είτε εν τω εσωτερικώ των εκδιδομένων ενταύθα ή αλλαχού εφημερίδων, περιοδικών και λοιπών εντύπων ημεδαπής και αλλοδαπής, ημεροδεικτών και παντός  εν γένει προϊόντος διανοίας ή τέχνης. Είχε κατά την ίδρυσή της κεφάλαιο 5.000.000 δρχ. διαιρεμένο σε 5.000 μετοχές[7].
Μέτοχοι: Εταιρία «Mundus» 2550 μετοχές, Εταιρία Ελληνικού Τύπου «Τ. Α. Πικραμένος» 850, Κεντρικόν Πρακτορείον Εφημερίδων Σπύρος Τσαγγάρης, Αναγνωστοπούλου και Σία[8] 1050, Ελισάβετ Τσιβόγλου 550.

Δημ. Λαμπράκης

Στη σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου έλαβαν μέρος οι: Herbert Schwoerbel[9], πρόεδρος, επικεφαλής του γραφείου Τύπου της γερμανικής πρεσβείας (οιονεί εκπρόσωπος του γερμανικού υπουργείου Προπαγάνδας), Ferdinand Vorauer, στέλεχος επίσης της γερμανικής πρεσβείας (οιονεί εκπρόσωπος του γερμανικού υπουργείου Εξωτερικών), Όθων Π. Πικραμένος (εκπρόσωπος του  ομώνυμου πρακτορείου εφημερίδων και γενικός διευθυντής της νέας εταιρίας που συστάθηκε)[10], Κωνσταντίνος Ν. Νικολετόπουλος (δικηγόρος), Ιωάννης Χ. Αναγνωστόπουλος (μέλος της οικογένειας Τσαγγάρη, ο οποίος αργότερα διαρκούσης της Κατοχής θα αναλάβει την προεδρία του Δ.Σ.). Η μέτοχος Ελισάβετ Τσιβόγλου[11], ιδιοκτήτρια του ομώνυμου μικρού πρακτορείου ξένων εφημερίδων και περιοδικών, καθώς και διακίνησης τουριστικών εντύπων (καρτ-ποστάλ και πολύγλωσσων οδηγών), που λειτουργούσε από ετών και είχε περιέλθει στην ιδιοκτησία της έπειτα από τον θάνατο του συζύγου της ήδη πριν από τον πόλεμο, δεν συμμετείχε αυτοπροσώπως στο συμβούλιο, αφού άλλωστε ως από ετών συνεργάτης του Ο. Πικραμένου την εκπροσωπούσε ο τελευταίος.
«Ελεύθερον Βήμα – Εταιρία Δημοσιογραφικών Εκδόσεων» Α.Ε.

Η εταιρία αυτή υποκατέστησε το δημοσιογραφικό συγκρότημα Λαμπράκη με τη συμμετοχή της γερμανικής «Μούντους», η οποία κατείχε το 51% των μετοχών, ενώ το υπόλοιπο 49% των μετοχών ανήκε στους δημοσιογράφους Γεώργιο Συριώτη και Αλκ. Ζαφειρόπουλο, παλαιά στελέχη του συγκροτήματος Λαμπράκη, καθώς και στον διαχειριστή του, πριν και μετά την Κατοχή, Ιορδάνη Τσαρτίλη. Οι Γερμανοί κατέβαλαν μετρητά για την απόκτηση του ποσοστού αυτού [12], ώστε μεταπολεμικά η εταιρία θεωρήθηκε ως  εχθρική περιουσία και τέθηκε υπό μεσεγγύηση ως ανήκουσα στο γερμανικό δημόσιο. Η εταιρία κατείχε εις χείρας της όχι μόνο τους τίτλους του συγκροτήματος («Ελεύθερον Βήμα», «Αθηναϊκά Νέα» και «Οικονομικός Ταχυδρόμος»), αλλά και τις τυπογραφικές εγκαταστάσεις του, καθώς βεβαίως και την εν γένει δημοσιογραφική επιχείρηση.
Σύμφωνα με το καταστατικό, σκοπός της ήταν η έκδοση εφημερίδων, περιοδικών και παντός ετέρου εντύπου, καθώς και κάθε συναφής εργασία. Τα τυπογραφεία του συγκροτήματος χρησιμοποιήθηκαν τόσο για  ελληνόγλωσσες εκδόσεις, όσο και ξενόγλωσσες, ακόμη και αραβόγλωσσες προπαγανδιστικές εκδόσεις που αποστέλλονταν στις στρατιές του Ρόμελ ή προς χρήση των μελών της αραβικής παροικίας που είχε δημιουργηθεί εκτάκτως στο Λαύριο[13].
Στο διοικητικό συμβούλιο πρόεδρος ήταν ο Νικόλαος Λούβαρις[14], ο οποίος σημειωτέον δεν είχε γίνει ακόμη υπουργός, και αντιπρόεδρος ο ιατρός Γεώργιος Βλαβιανός, ο ιδρυτής της γνωστής και τόσο κακοφημισμένης οργάνωσης ΕΣΠΟ, που έδρασε επί Κατοχής. Συμμετείχαν επίσης τα στελέχη της γερμανικής πρεσβείας στην Αθήνα Φερδινάνδος Φοράουερ και Ερβέρτος Σβαίρμπελ, οι εκπρόσωποι του συγκροτήματος Γεώργ. Α. Συριώτης, Αλκ. Π. Ζαφειρόπουλος και Ιορδάνης Ε. Τσαρτίλης, καθώς και ο μεγαλοδικηγόρος Σάββας Χ. Κέντρος[15].
Εκτός από τις προαναφερθείσες τρεις εταιρίες, που ιδρύθηκαν με τη συμμετοχή και τον απόλυτο έλεγχο της γερμανικής προπαγανδιστικής εταιρίας «Μούντους», στην πορεία προέκυψε ζήτημα με τις εισαγωγές χάρτου. Όσο και αν φανεί περίεργο, το χαρτί και κυρίως το δημοσιογραφικό, που δεν παραγόταν στην Ελλάδα, ήταν χαρακτηρισμένο ως
είδος πρώτης ανάγκης και υπό την έννοια αυτή η Γερμανία ως κατέχουσα δύναμη όφειλε να μεριμνά για την επαρκή κάλυψη της χώρας.
Επί Κατοχής εισαγόταν δημοσιογραφικό και κοινό χαρτί, καθώς και χαρτί για  την εκτύπωση χαρτονομισμάτων από τη Γερμανία, κυρίως φινλανδικής και ελάχιστα γερμανικής προέλευσης. Μέχρι ενός χρονικού σημείου, οι Γερμανοί αδιαφορούσαν για την επακριβή διοχέτευση του εισαγόμενου χαρτιού, αφού καλύπτονταν οι βασικές ανάγκες των εφημερίδων, η δε διαχείριση του χαρτιού γινόταν μέσω της Α.Ε. «Τύπος», η οποία ανήκε στον Γιάννη Πετσόπουλο και την οικογένειά του. Η εν λόγω εταιρία ήταν ο αποκλειστικός αντιπρόσωπος γερμανικού χαρτιού στην Ελλάδα από την προπολεμική περίοδο, αλλά όταν εισέβαλαν οι Γερμανοί  στη χώρα ανέθεσαν στην εταιρία του, προφανώς από λόγους εμπιστοσύνης, τη διαχείριση όχι μόνο των δικών τους χαρτιών, αλλά και των ποσοτήτων που βρήκαν και που είχαν κατασχεθεί κατά την έναρξη της Κατοχής.
Στη συνέχεια όμως έκαναν μια άλλη διαπίστωση που τους ανησύχησε. Ένα μέρος από τις εισαγόμενες ποσότητες περνούσε στη μαύρη αγορά και κάποιοι κερδοσκοπούσαν υπερβολικά. Έτσι πήραν την απόφαση να θέσουν υπό αυστηρότερο έλεγχο τη διανομή του χαρτιού, κλείνοντας τις στρόφιγγες προς την ελεύθερη αγορά. Τους ενδιέφερε πρωταρχικά η χρήση του για την προπαγάνδα και δεν ήθελαν το χαρτί που εισήγαγαν να καταλήγει σε τρίτους, όπως για παράδειγμα στο εμπόριο για συσκευασία ή σε εκδότες για να εκδίδονται ποιητικές συλλογές. Η διαρροή  ποσοτήτων χαρτιού γινόταν κυρίως με πρόσχημα τη φύρα και την υγρασία, ενώ οι επιτήδειοι προωθούσαν κρυφά τις ποσότητες που εξοικονομούσαν στη μαύρη αγορά. Αίφνης όμως οι Γερμανοί έκαναν και μια δεύτερη διαπίστωση: Ένα μέρος αυτού του χαρτιού έφτανε στα χέρια των αντιστασιακών οργανώσεων για την εκτύπωση παράνομων εφημερίδων.
Για κάποιους βασικά ανεξήγητους και απροσδιόριστους λόγους, τον Πετσόπουλο τον είχαν σε εκτίμηση οι χιτλερικοί συνδικαλιστές! Ακόμα πιο μυστηριώδης ήταν η στάση του στις παραμονές του πολέμου, όταν για μεγάλο διάστημα παρέμεινε στη Γερμανία. Η αλήθεια όμως είναι ότι ξαφνικά απέκτησε έναν απροσδόκητο ανταγωνιστή στις προτιμήσεις των Γερμανών ως προς τους εισαγωγείς χαρτιού στην κατεχόμενη Ελλάδα: Επρόκειτο για τον δικηγόρο και άλλοτε φανατικό βενιζελικό πολιτικό Ευστράτιο Κουλουμβάκη, ο οποίος τέθηκε επικεφαλής μιας  άλλης «προνομιακής» χαρτεμπορικής εταιρίας.
Επρόκειτο για την Α.Ε.Ε. «Εμπορίου και Βιομηχανίας Χάρτου» (Χαρτέξ)[16], που ιδρύθηκε στα τέλη του 1941 με αντικείμενο: Εμπόριο και βιομηχανία χάρτου, αντιπροσωπείες οίκων εξωτερικού και εσωτερικού. Οι τέσσερις συνιδρυτές της εταιρίας, οι Ευστράτιος Γ. Κουλουμβάκης, Νικόλαος Σ. Καστρινός, Γαβριήλ Παρουσιάδης και Ιωάννης Κ. Βελλίδης) αποτέλεσαν το πρώτο διοικητικό της συμβούλιο.
Οι δύο προνομιούχες χαρτεμπορικές εταιρίες βρέθηκαν σε μεγάλη διάσταση μεταξύ τους, καθώς – πέραν του οικονομικού αντικειμένου – υπήρχε προϊστορία για τις προσωπικές σχέσεις Κουλουμβάκη-Πετσόπουλου από 25ετίας. Ο ανταγωνισμός αυτός είχε απήχηση και στη μαύρη αγορά του χαρτιού, όχι μόνο του δημοσιογραφικού, αλλά και του εμπορικού. Ήδη από γερμανικής πλευράς είχε πραγματοποιηθεί μια παρέμβαση στην ελεύθερη αγορά με την ίδρυση μιας εταιρίας για παραγωγή χαρτιών συσκευασίας.
Συγκεκριμένα είχε ιδρυθεί στην Αθήνα η Ελληνική  Βιομηχανία Χαρτοσάκκων «Ασπίς» από τους Βάλτερ Ντίρμπεκ και Νικόλαο Νικολόπουλο[17].
Με αφορμή τον ανταγωνισμό των δύο βασικών εισαγωγέων χαρτιού, του Πετσόπουλου και των Κουλουμβάκη και λοιπών Βορειοελλαδιτών πρώην εκδοτών, οι αρμόδιοι Γερμανοί της πρεσβείας πληροφορήθηκαν ότι και από τις δύο εταιρίες διέρρεε το χαρτί που κατέληγε στα τυπογραφεία των παράνομων αντιστασιακών εφημερίδων.
Τότε αποφασίστηκε να λάβουν αυστηρά μέτρα για να εμποδίσουν αυτή τη διαρροή του χαρτιού. Τον Δεκέμβριο του 1942 ιδρύθηκε μια νέα εταιρία, στην οποία περιερχόταν ο έλεγχος των εισαγωγών χαρτιού. Επρόκειτο για την Α.Ε. «Ανώνυμος Ελληνική Εμπορική Εταιρία»[18].
Πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου ο πρώην κομμουνιστής και άλλοτε εκδότης του «Ριζοσπάστη» Γιάννης Πετσόπουλος, ο οποίος είχε από παλαιά περίεργες προνομιακές σχέσεις με τα συνδικάτα των εργαζομένων στις γερμανικές χαρτοβιομηχανίες, τα οποία σημειωτέον ανήκαν με φανατισμό στο εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα. Ο Πετσόπουλος[19] στα προπολεμικά χρόνια είχε αποκτήσει τεράστια περιουσία ως χαρτέμπορος και αντιπρόσωπος γερμανικού χαρτιού με την Α.Ε. «Τύπος», ενώ γύρω στα χρόνια της Κατοχής καθετοποίησε τις υπηρεσίες που πρόσφερε  στους πελάτες του, οργανώνοντας στην οδό Αναξαγόρα[20] ένα μεγάλο τυπογραφικό συγκρότημα για εκτύπωση εφημερίδων και περιοδικών για λογαριασμό των πελατών του. Στη νέα εταιρία, που λειτούργησε παράλληλα με την εταιρία «Τύπος», συμμετείχε και η περιώνυμη γερμανική εταιρία «Μούντους» του Γκαίμπελς[21].

Παραπομπές:
[1]. Η εταιρία «Μούντους» αποτέλεσε μεταπολεμικά αντικείμενο στις μεγάλες δίκες της Νυρεμβέργης, αλλά ελάχιστες αναφορές έγιναν για τη δράση της στην Ελλάδα. Για τη δράση της στη Γαλλία, βλ. την κατάθεση του Γάλλου πολιτικού Εντγκάρ Φωρ στη Δίκη της Νυρεμβέργης στις 5 Φεβρουαρίου 1946.
[2]. Τη θέση του γενικού διευθυντή (είχε κάνει ειδικές σπουδές στη Γερμανία) είχε και για ένα μικρό διάστημα μέχρι το 1928. Η εταιρία «Πυρσός», που στο παρελθόν είχε εκδώσει τη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεία, όπως και η κατασκευαστική εταιρία «Προμηθεύς», ανήκαν βασικά στον Παυσανία Μακρή (κεντρικό πρόσωπο στα σκάνδαλα της οδοποιίας στα χρόνια του μεσοπολέμου, με χρηματοδότες τους Άγγλους τραπεζίτες Χάμπρο και Σάμιουελ), στενό συγγενή της οικογένειας Πικραμένου. Και οι δύο αυτές εταιρίες συνεργάστηκαν οικονομικά με τους  Γερμανούς κατά την Κατοχή, η μεν μία σε εκτυπωτικές εργασίες η δε άλλη σε κατασκευαστικές.
Τελικά ο Όθων Πικραμένος θα επανέλθει αργότερα, αφού θα αποφύγει τη δίωξη για δοσιλογισμό, όπως και όλοι όσοι συνεταιρίστηκαν με τους εκπροσώπους της εταιρίας «Μούντους», στην πρακτόρευση εφημερίδων και περιοδικών, δημιουργώντας το λεγόμενο «Νέο Πρακτορείο», συνέχεια του οποίου – ύστερα από διάφορες μεταβιβάσεις μετά τον θάνατό του στα χρόνια της δικτατορίας και αφού ο μεγαλύτερος υιός του, αν και για ένα διάστημα το διαχειρίστηκε, αποφάσισε να το εγκαταλείψει για να σταδιοδρομήσει στο δικαστικό σώμα – είναι σήμερα το πρακτορείο εφημερίδων «Ευρώπη».
Από τα τέλη του 1944 (τυπικά τον Ιανουάριο 1945) όμως είχε συγκροτηθεί το «Πρακτορείο Αθηναϊκού Τύπου», που αμέσως πήρε το μεγαλύτερο μερίδιο της αγοράς και διάδοχος του οποίου – ύστερα από την εξαγορά του από το συγκρότημα Λαμπράκη μετά τον θάνατο του Παρασκευά Χριστοδουλόπουλου – είναι σήμερα το πρακτορείο «Άργος». Τον Μάιο 2012 ο υιός του Όθωνος, Παναγιώτης Πικραμένος ανέλαβε υπηρεσιακός πρωθυπουργός.

[3]. Εφημερίδα Οικονομολόγος 26.7.1941.
[4]. Ο καθηγητής Erich Boehringer (1897-1971) υπήρξε αρχαιολόγος και νομισματολόγος. Το 1937 έγινε μέλος του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος και τον Μάρτιο 1940 έφτασε στην Αθήνα ως μορφωτικός ακόλουθος, θέση που διατήρησε μέχρι τον Απρίλιο 1943. Μεταπολεμικά έγινε πρόεδρος του κεντρικού Γερμανικού Αρχαολογικού Ινστιτούτου.
[5]. Περί των κινήσεων του Χέρμαν Κάουφμαν (1897-1965) όταν του προτάθηκε η συνεργασία με τους Γερμανούς, έχουμε πληροφορίες από τον τότε δικηγόρο του που χειριζόταν τις υποθέσεις του (Χρ. Χρηστίδη, Χρόνια Κατοχής 1941-1944, Μαρτυρίες Ημερολογίου, Αθήνα 1971, σελ. 28, 46 κ.α.). Από τις εγγραφές προκύπτει ότι όχι μόνον ενδιαφερόταν να συμμετάσχει ο Κάουφμαν, αλλά έτρεφε και ανησυχίες μήπως αποκλειστεί
από τη συμφωνία με τη «Μούντους».
[6]. Καθοριστικής σημασίας ήταν στην Ελλάδα η παρουσία του Walther Wrede (1893-1990) ως διευθυντή της Γερμανικής Αρχαιολογικής Σχολής στην Αθήνα (1937-43), ενώ στη χώρα μας έζησε πολλά χρόνια από το 1921. Φανατικός εθνικοσοσιαλιστής, το 1935 τοποθετήθηκε ως επικεφαλής του κόμματος για τη σχετικά πολυάριθμη γερμανική παροικία στην Αθήνα. Εγκατέλειψε την Αθήνα μαζί με τα γερμανικά στρατεύματα που αποχωρούσαν
τον Οκτώβριο 1944. Η έντονη κομματική δραστηριότητά του τον εμπόδισε μεταπολεμικά να συνεχίσει τη σταδιοδρομία του, ούτως ή άλλως  αμαυρωμένη από καταγγελίες για παράνομες ανασκαφές, και έστρεψε το ενδιαφέρον του στη βοτανική.
[7]. Εφημερίδες Οικονομικός Ταχυδρόμος 2.6.1941, Οικονομολόγος 26.7.1941.
[8]. Το Κεντρικό Πρακτορείο Εφημερίδων είχε ιδρυθεί από τον δραστήριο Σπύρο Τσαγγάρη (1852-1931), που θεωρείται ως ένας από τους πρώτους στυλοβάτες του ελληνικού Τύπου. Οι διάδοχοι του Τσαγγάρη συνέχισαν την επιχείρηση και στην Κατοχή συνεταιρίστηκαν με τους Γερμανούς.
[9]. Ο Ερβέρτος Σβαίρμπελ (1881-1969) μετά τις πανεπιστημιακές σπουδές του εισήλθε στη γερμανική διπλωματική υπηρεσία και κατά τη διάρκεια των βαλκανικών πολέμων υπηρετούσε στο προξενείο Θεσσαλονίκης, ενώ ένα κείμενό του το 1916 αποτελεί μια από τις χαρακτηριστικές μαρτυρίες για τη γενοκτονία των Αρμενίων από τους Τούρκους. Αργότερα υπηρέτησε σε προξενικές θέσεις στη Βυρητό και την Καμπούλ.
Κατά τη διάρκεια του χιτλερικού καθεστώτος χρησιμοποιήθηκε στο υπουργείο Εξωτερικών σε θέματα προπαγάνδας και μεταξύ άλλων υπήρξε συντάκτης λευκών βίβλων και εκδότης της προπαγανδιστικής αξονικής επιθεώρησης Illustrierten Berlin Rom Tokyo.
Το 1940 επιλέχθηκε ως ελληνομαθής να αναλάβει διευθυντής του γραφείου Τύπου στη γερμανική πρεσβεία Αθηνών, αλλά σύντομα ανέλαβε ευρύτερες αρμοδιότητες στην έδρα του γερμανικού υπουργείου Εξωτερικών με αντικείμενο ολόκληρη την περιοχή των Βαλκανίων. Μεταπολεμικά δεν μπόρεσε να επανέλθει στη διπλωματία και έγινε
δημοσιογράφος στο Πασάου.
Στην Ελλάδα, λόγω και της παλαιάς θητείας του, είχε εκτεταμένες επαφές με Έλληνες δημοσιογράφους και πολιτικούς και μετά τη γερμανική εισβολή επανήλθε για μικρό διάστημα και ασχολήθηκε με τη δημιουργία των μικτών ελληνικών επιχειρήσεων στον χώρο της προπαγάνδας με τη συμμετοχή της «Μούντους». Το 1942 τοποθετήθηκε ως ακόλουθος Τύπου στην πρεσβεία Αθηνών ο συνονόματος υιός του, ο οποίος επανειλημμένα δημοσίευσε άρθρα στον κατοχικό Τύπο.
Συχνά γίνεται σύγχυση ανάμεσα στον πατέρα (1881-1969) και στον υιό (1911-), ενώ ο δεύτερος υιός Edgar (1918-) υπηρέτησε μεταπολεμικά και αυτός στη γερμανική διπλωματία και μεταξύ άλλων στην κεντρική υπηρεσία της Βόννης ως υπεύθυνος για την Ελλάδα και την Κύπρο.
[10]. Το ωραίο τετραόροφο ακίνητο της οδού Σωκράτους 43, σήμερα διατηρητέο κτίριο, που ανήκε στον Όθωνα Πικραμένο και σ’ ένα τμήμα του οποίου μέχρι τότε κατοικούσε, πωλήθηκε – ως απόρροια της συμφωνίας με τη γερμανική «Μούντους» – στην ελεγχόμενη και εξαγορασμένη πλέον από τους Γερμανούς Εταιρία Βωξιτών Παρνασσού με ονομαστική τιμή 22 εκατ. δρχ. Με τα χρήματα αυτά αγοράστηκε από την οικογένεια Πικραμένου αυθημερόν ένας όροφος 18 δωματίων στην εντυπωσιακή πολυκατοικία της οδού Ακαδημίας 52, όπου μετεγκαταστάθηκε και όπου έζησε  όλες τις επόμενες δεκαετίες, ενώ δύο ακόμη όροφοι από την οικογένεια Πιζάνη. Το κτίριο της οδού Σωκράτους 43 μεταπολεμικά περιήλθε στην ιδιοκτησία του ανταγωνιστικού Πρακτορείου Εφημερίδων Αθηναϊκού Τύπου.
Ο αρχικός ιδρυτής το 1917 της Εταιρείας Ελληνικού Τύπου Τάκης Πικραμένος (1876-1935) ήταν δικηγόρος και σταφιδέμπορος από την Πάτρα.
[11]. Η οικογένεια Τσιβόγλου προερχόταν από την Κωνσταντινούπολη και κατά τη διάρκεια της Κατοχής μεταξύ άλλων περιουσιακών στοιχείων κατείχε το ακίνητο, στο οποίο διαδραματίστηκε το 1944 το «μπλόκο της Κοκκινιάς» και που ο χώρος αυτός απαλλοτριώθηκε το 1982 για να γίνει εκεί το Μουσείο Εθνικής Αντίστασης (βλ. εφημερίδα Ριζοσπάστης 5.3.2005). Η αναφερόμενη Ελισάβετ Τσιβόγλου, που πέθανε στις αρχές του 1945, ήταν από τον πρώτο γάμο της με τον θεατρικό συγγραφέα Μιλτιάδη Ιωσήφ μητέρα του δημοσιογράφου και πολιτικού Ανδρέα Ιωσήφ, του  οποίου η εβραϊκής καταγωγής σύζυγος Μαρία Ρεζάν την διαδέχθηκε μεταπολεμικά στο πρακτορείο ξένου Τύπου, που το μετέφερε στην οδό Αμερικής, εμπλουτίζοντάς το με γαλλικά, αγγλικά και αμερικανικά περιοδικά και εφημερίδες – αφού φυσικά πλέον δεν υπήρχαν γερμανικά και ιταλικά προπαγανδιστικά έντυπα προς διανομή. Βλ. Μαρίας Ρεζάν, Με νοσταλγία… για μια ζωή έτσι, χωρίς πρόγραμμα, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2000, σελ. 84 κ.α. Μέχρι την Κατοχή το πρακτορείο Τσιβόγλου διατηρούσε τη στενότατη συνεργασία του με το πρακτορείο Πικραμένου, στο  κτίριο του οποίου από πολλών ετών στεγαζόταν.
[12]. Αξιοσημείωτο είναι ότι αμέσως μετά την εξαγορά του 51% του ομώνυμου συγκροτήματος από τους Γερμανούς τον Σεπτέμβριο 1941, η σύζυγος του αρχικού ιδιοκτήτη Έλζα Λαμπράκη (απεβίωσε τον Απρίλιο 2012 σε ηλικία 104 ετών) αγόρασε στις 27 Οκτωβρίου 1941 μια μονοκατοικία στο Κολωνάκι, στην οδό Αναγνωστοπούλου 5, στο οικόπεδο της οποίας αργότερα η οικογένεια ανήγειρε πολυκατοικία. Η τιμή που αναφερόταν στο συμβόλαιο ήταν 4 εκ. δρχ., ποσόν που αντιστοιχούσε σε 220 χρυσές λίρες
(Βλ. εφημερίδα Οικονομολόγος 8.11.1941). Η Έλζα Λαμπράκη, όπως και ο  δεκάχρονος τότε γιος του ζεύγους Χρήστος, αργότερα διέφυγε στη Μέση Ανατολή, αφού είχε προηγηθεί ο σύζυγός της, ο οποίος μάλιστα αντιμετώπισε την αντίδραση των αγγλικών αρχών και – παρά τις έντονες διαμαρτυρίες του Ε. Τσουδερού και του Β. Καραπαναγιώτη – παρέμεινε φυλακισμένος από τους Άγγλους ως ύποπτος για γερμανοφιλία, ακριβώς λόγω της μεταβίβασης του συγκροτήματος.
[13]. Ο συγγραφέας του παρόντος έχει ασχοληθεί και σε άλλα δημοσιεύματά του με την περίπτωση Λαμπράκη κατά την Κατοχή. Μεταξύ άλλων βλ. Δ. Κούκουνα, Η γερμανική και η ιταλική προπαγάνδα πριν και κατά την Κατοχή 1941-1944, Πάτρα 1981, ιστορική επιθεώρηση Τότε, αριθ. 51-53, Σεπ.-Νοέμ. 2008, περιοδικό Λαβύρινθος, αριθ. 2, Αύγ. 2003, σελ. 40-46 κ.ά.
[14]. Ο καθηγητής Νικόλαος Λούβαρις ανέλαβε, όπως είπε κατά τη δίκη του τον Μάιο του 1945, τη θέση αυτή ύστερα από έντονες πιέσεις του Δ. Λαμπράκη, με τον οποίο σημειωτέον συνδεόταν με προσωπική φιλία, και των δημοσιογραφικών στελεχών του συγκροτήματος. Επί λέξει είπε ότι ανέλαβε την προεδρία «κατά συμφωνίαν του κ. Λαμπράκη και των συντακτών του, οι οποίοι ήλθαν εις εμέ είκοσι και πλέον φοράς και δεν ήθελαν να με αφήσουν…»
[15]. Εφημερίδα Οικονομολόγος 27.9.1941.
[16]. Εφημερίδες Οικονομολόγος 20.12.1941 και Οικονομικός Ταχυδρόμος 22.12.1941. Πλην του πρώτου, οι άλλοι τρεις προέρχονταν από τον εκδοτικό χώρο της Θεσσαλονίκης, τον οποίο είχαν υποχρεωθεί να εγκαταλείψουν με τη γερμανική κατοχή, διότι οι κατακτητές απαγόρευσαν – σε αντίθεση με ό,τι έγινε στην Αθήνα και άλλες πόλεις – τη συνέχιση της έκδοσής τους. Ορισμένοι από τους πρώην εκδότες εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα και ασχολήθηκαν με το χαρτεμπόριο, εισάγοντας δημοσιογραφικό χαρτί από τη Γερμανία και τις άλλες χώρες του Άξονα.
Ίσως αυτό να  αποτελούσε μια αντιπαροχή εν είδει αποζημίωσης για το κλείσιμο των εφημερίδων. Ο Ιωάννης Βελλίδης ήταν ο εκδότης της εφημερίδας Μακεδονία, ενώ ο Νικόλαος Καστρινός είχε γαμπρό τον μυστηριώδη Βασίλειο Λαμψάκη, φανατικό γερμανόφιλο, ο οποίος παρέμεινε στη Θεσσαλονίκη και εξαφανίστηκε λίγο πριν αποχωρήσουν οι Γερμανοί και μεταπολεμικά καταδικάστηκε σε θάνατο ως δοσίλογος. Μοναδική και εξαντλητική κάλυψη των ζητημάτων που σχετίζονται με τις εφημερίδες και τους δημοσιογράφους της Θεσσαλονίκης γίνεται από τον εκλεκτό συγγραφέα Μανώλη Κανδυλάκη στο εμπεριστατωμένο βιβλίο του Εφημεριδογραφία της Θεσσαλονίκης (δ΄ τόμος, Από τον πόλεμο στη δικτατορία, 1941-1967), Εκδόσεις University Studio Press - Έκφραση, Θεσσαλονίκη 2008.
[17]. Εφημερίδα Οικονομικός Ταχυδρόμος 27.1.1942. Ο Ντίρμπεκ ήταν ένας από τους Γερμανούς «επενδυτές» που εμφανίστηκαν στην Ελλάδα από τις πρώτες μέρες της Κατοχής, αναζητώντας ευκαιρίες πλουτισμού. Ο Νικόλαος Νικολόπουλος ήταν αδελφός και συνεταίρος του περίφημου Χρήστου Νικολόπουλου, αντιπροσώπου της «Λουφτχάνσα» στην προπολεμική και κατοχική Ελλάδα, ο οποίος ταυτόχρονα υπήρξε ένας από τους βασικούς πράκτορες της Άμπβερ στην Αθήνα.
[18]. Εφημερίδα Οικονομολόγος 19.12.1942.
[19]. Ο Γιάννης Πετσόπουλος, παλαίμαχος κομμουνιστής, εμφανίστηκε και στα τέλη της Κατοχής ως δραστήριος αριστερός με παρασκηνιακή δράση, ενώ τον Ιούνιο 1944 έφυγε και αυτός για το βουνό, αλλά μετά την επιστροφή του Νίκου Ζαχαριάδη την άνοιξη του 1945 διεγράφη από το Κ.Κ.Ε., εξ ου και τον Ιούνιο 1946 εξέδωσε το βιβλίο Τα πραγματικά
αίτια της διαγραφής μου από το ΚΚΕ. Σ’ αυτό επιχειρεί να ανατρέψει τις σε βάρος του κατηγορίες για δοσιλογισμό, που οδήγησαν στη διαγραφή του από το κόμμα.
[20]. Αργότερα οι τυπογραφικές εγκαταστάσεις περιήλθαν στην ιδιοκτησία
του εκδότη του περιοδικού Ρομάντσο Νικ. Θεοφανίδη.
[21]. Στον Γιάννη Πετσόπουλο είχε γίνει πρόταση από τους εκπροσώπους της «Μούντους», που ενέσκηψαν στην Αθήνα τον Μάιο 1941, προκειμένου να οικειοποιηθούν όλο το σύστημα παραγωγής και κυκλοφορίας εντύπων, για να συμμετάσχουν στο μετοχικό κεφάλαιο της Α.Ε. «Τύπος» και να λάβουν την πλειοψηφία.
Ο Πετσόπουλος δεν θέλησε να γίνει αυτός ο συνεταιρισμός, ώστε να μην χάσει την αυτοτέλειά του. Και τότε ήλθε σε σύγκρουση με τον Σβαίρμπελ, ο οποίος του το είχε προτείνει, και έσπευσε να χρησιμοποιήσει τις ισχυρές γνωριμίες του στο Βερολίνο  (μεταξύ των οποίων και ο Δρ Robert Ley, επικεφαλής του Εργατικού Μετώπου, δηλαδή των εθνικοσοσιαλιστικών συνδικάτων). Η πρόταση ανακλήθηκε, αλλά τον Δεκέμβριο 1942 πήρε τη μορφή της εταιρίας που προαναφέρεται. Στη νέα εταιρία ο Σβαίρμπελ εκπροσώπησε τους Γερμανούς
μαζί με τον Φραγκίσκο Έλσνερ, ενώ στο διοικητικό συμβούλιο συμμετείχε και ο αδελφός του Γεώργιος Πετσόπουλος, καθώς και ο γερμανόφιλος μεγαλοδικηγόρος Σάββας Κέντρος.

πηγή

https://www.novafm106.gr/articles/politic-history/2444-german-propaganda-1941-44.html

9.7.19

Ο ''εθνικός'' και...''φιλανθρωπικός'' μας ''Κήρυξ'' απέκτησε Υπουργό...

H αποθέωση παραπληροφόρησης από την ημερήσια εφημερίδα, ''παραμάγαζο οικογένειας Μητσοτάκη''






''Ξέπλυμα χρήματος'' με την άγνοια των δωρητών;;;
Με τι λογιστικές αλχημείες και που, μεταφέρονται τα χρήματα των δωρητών με φοροαπαλλαγή; Χρήματα που μαζεύει η εφημερίδα, υποτίθεται γιά να βοηθά...αναξιοπαθούντες.
Το...''φιλανθρωπικό 'Ιδρυμα Εθνικού Κήρυκα'' που δίνει δάνεια στον...''Εθνικό Κήρυκα'', με λογιστικά έξοδα 10.267 δολ. κ.ά.
Επειδή ο Ελληνισμός πρέπει να γνωρίζει ποιοί τον χρησιμοποιούν γιά κέρδος, ευτελίζοντας κάθε έννοια δημοσιογραφίας.
Λεπτομέρειες, σύντομα.
......
Aδικείται χωρίς ''Βραβείο Πούλιτζερ'' η εφημερίδα ''Εθνικός Κήρυξ''
Τρία χρόνια μετά το δημοσίευμα του εκδότη της εφημερίδας ότι ''αξίζει το βραβείο Πούλιτζερ'', επιτέλους αυτό πρέπει να της απονεμηθεί, γιά να πει και ο Κούλης Μητσοτάκης «ήταν δίκαιο και έγινε πράξη». Η επιτροπή αξιολόγησης ''Πούλιτζερ'' οφείλει να λάβει υπόψην τα ακόλουθα σημαντικά γεγονότα-δημοσιεύματα της εφημερίδας:
- Τον ''θάνατο'' Ελληνοαμερικανού καθηγητή, την περασμένη δεκαετία, που παρουσιάστηκε ως είδηση από την εφημερίδα και το τηλεφώνημα του ''αποθανόντα'' την επόμενη ημέρα, γιά να παραπονεθεί γιά τον ''θάνατό'' του.
- Το ιστορικό δημοσίευμα (1983) «συνεδρίασε η ιερά επαρχιακή Σύνοδος της Αρχιεπισκοπής Βορείου και Νοτίου Αμερικής, με αισθητή την παρουσία του αγίου Πνεύματος».
- Την αντικειμενικότητα της εφημερίδας, αφού τον προηγούμενο χρόνο 2018, σε 3 εκδόσεις της, δεν είχε φωτογραφία του Κούλη Mητσοτάκη.
- Την κάλυψη της υπόθεσης ''η απάτη με τον έρανο γιά Μυρτώ'' (Βοστώνη), με κορυφαίο το γεγονός ότι αγνόησε την δικαστική απόφαση εις βάρος της ''ημέτερης'' τοπικής Ομοσπονδίας που έκανε τον έρανο.
- Την ανύψωσή της ''σε επίπεδο Γαλάτουλα'', με το δημοσίευμα του εκδότη της ''ευτυχώς που υπάρχει και ο Γαλάτουλας''
- Το ιστορικό δημοσίευμα της εφημερίδας «έχουμε Κυριακή Ορθοδοξίας, Κυριακή ΑΧΕΠΑ, πρέπει να καθιερωθεί στις ΗΠΑ και Κυριακή ''Εθνικού Κήρυκα''».
- Την ιστορική γραφή του εκδότη της, «ότι είναι οι New York Times γιά τους Αμερικανούς, είναι ο ''Εθνικός Κήρυξ'' γιά τους Ελληνοαμερικανούς».
- Το δημοσίευμα της εφημερίδας με τον τίτλο, «Ιστορικών διαστάσεων κάλυψη της παρέλασης (Νέας Υόρκης, 2019) από τον ''Ε.Κ.''».
Πάρτε κα ένα δείγμα θρησκευτικού σκοταδισμού και νεο-ραγιαδισμού, από την γραφή Θεόδωρου Καλμούκου, στην μικρής κυκλοφορίας εφημερίδα ''Εθνικός Κήρυξ'' Αστόριας:
«...Ο Πατριάρχης και η Σύνοδος είναι πάνω και πέρα από συνταγμάτια, καταστατικά και Κανονισμούς, τα οποία το Πατριαρχείο χορηγεί ως η Πρωτουργός Αρχή ή αν προτιμάτε η χορηγούσα Αρχή... Αυτό σημαίνει ότι έχει το αναφαίρετο δικαίωμα και προνόμιο να αναστείλει την ισχύ τους, να τα ανακαλέσει ή κι ακόμα να τα καταργήσει ολοσχερώς ανά πάσα στιγμή, καθότι η Αρχιεπισκοπή Αμερικής είναι Εκκλησιαστική Επαρχία του Οικουμενικού Θρόνου, έχουσα την άμεση εκκλησιολογική και κανονική της εξάρτηση και αναφορά από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, από το οποίο εκπηγάζει η εκκλησιαστική της οντότητα... Και κάτι άλλο ακόμα, ο κατ' εξοχήν Αρχιεπίσκοπος της εν Αμερική Εκκλησίας είναι ο Οικουμενικός Πατριάρχης...».
Με λίγα λόγια, η -σε αντίθεση με τα συμφέροντα της Ομογένειας- εφημερίδα, μας λέγει -με εντυπωσιακή δουλικότητα- ότι το πατριαρχείο είναι ''ιδιοκτήτης'' της Αρχιεπισκοπής και ο πατριάρχης το αφεντικό που κάνει ''ότι γουστάρει''!!!
img_responsive












































































www.kalami.us