24.2.19

Νίκος Κοεμτζής: Όταν το έγκλημα συνάντησε τη μυθοπλασία, γεννήθηκε η "Παραγγελιά"


© Παρέχεται από: 24 Media Digital S.A.

Παναγιώτα Κλεάνθους

Ήμουν 18 χρονών. Ήταν μια Κυριακή του Δεκεμβρίου, έξω είχε καλή μέρα και κατηφόρισα στο Μοναστηράκι. Είχα περίπου τρεις μήνες που βρισκόμουν στην Αθήνα και ένα από τα πράγματα που ήθελα να κάνω στη νέα πόλη που θα γινόταν το σπίτι μου για τα επόμενα χρόνια, ήταν να τον συναντήσω. Κατέβηκα στην πλατεία, έψαχνα με το βλέμμα μου τη μορφή του, τον εντόπισα.
Δεν ήταν και πολύ δύσκολο να τον αναγνωρίσω, είχα δει φωτογραφίες και βίντεο με συνεντεύξεις του. Καθόταν σε μια παλιά καρέκλα, τα γένια του ήταν άσπρα, φορούσε ένα σκουφί, το πρόσωπό του ήταν γερασμένο, το βλέμμα του κατεβασμένο, φαινόταν βαρύς και ταλαιπωρημένος. Ακριβώς μπροστά του είχε ένα μικρό ξύλινο τραπεζάκι και πάνω ήταν τα βιβλία του. Πλησίασα. Δεν ήξερα τι να πω, πώς να συμπεριφερθώ. Στεκόμουν σαστισμένη και τον κοιτούσα, περνούσαν εικόνες απ’ το μυαλό μου, «είναι δολοφόνος» σκεφτόμουν. Του χαμογέλασα, τον χαιρέτησα και του είπα ότι ήθελα να αγοράσω το βιβλίο. Ανέβασε το βλέμμα, χαμογέλασε, ξεκίνησε να ετοιμάζει το «προϊόν» και εκεί βρήκα το θάρρος να του πω πως γνωρίζω την ιστορία και ότι θα ήθελα να μου μιλήσει. Δεν ήξερα τι ήθελα να ακούσω, δεν ήξερα τι περίμενα να μου πει, ούτε και τι ακριβώς εννοούσα όταν το είπα.
Άρχισε να μου λέει διάφορα, σκόρπια, χωρίς ειρμό, θυμάμαι λέξεις, φράσεις και εμμονές, προσπαθούσε σε μόλις λίγα λεπτά να χωρέσει μια ολόκληρη ζωή, που αφαίρεσε, όμως, τρεις. Τον κοιτούσα, τον άκουγα, δεν καταλάβαινα. Αστυνομία, φυλακή, αδελφός. Αυτά συγκράτησα, ίσως γιατί αυτά τον έκαιγαν. Προσπάθησε να μου πει ποιος ήταν, να μου εξηγήσει, να απολογηθεί. Σε ποιον; Σε μένα, που δεν του ήμουν απολύτως τίποτα. Ούτε αστυνομικός, ούτε δικαστής, ούτε συγγενής. Παρά ένα κοριτσάκι 18 χρονών που θέλησε να αγοράσει το βιβλίο του. Έκατσα 10 λεπτά και έφυγα με το βιβλίο στο χέρι. Δεν τον ξαναείδα από τότε.
Ανάμεσα στις καλλιτεχνικές ανησυχίες της εφηβείας είχα ανακαλύψει την ιστορία του Νίκου Κοεμτζή. Μέσα από τα ποιήματα της Κατερίνας Γώγου, τα τραγούδια του Διονύση Σαββόπουλου και την ταινία του Παύλου Τάσιου, είχα μάθει για το έγκλημα και τον άνθρωπο πίσω από αυτό. Έψαχνα, μάθαινα, αφομοίωνα. Το περιστατικό του μακελειού με συγκλόνισε. Στο εφηβικό μυαλό, μαζί με όλες τις μυθοποιήσεις που μπορούν να δημιουργηθούν - άθελά μας κάποιες φορές - είχε συμβεί κι αυτό. Και ίσως όχι μόνο στο δικό μου. Ένας άνθρωπος σκότωσε τρεις και τραυμάτισε άλλους 7, αλλά γύρω του είχε δημιουργηθεί ένας μύθος, που συντηρείται μέχρι και σήμερα.
Ένα γεγονός και ένας άνθρωπος που επέδρασαν τόσο έντονα στην καλλιτεχνική κοινότητα, σε δημιουργούς και σε διανοούμενους, «γέννησαν» μια νέα ανάγνωση του εγκλήματος και της προσωπικότητας του αυτουργού του. Από μια μερίδα κόσμου ονομάστηκε «αντι-ήρωας» ή «λαϊκός ήρωας» ή «θύμα-θύτης της κοινωνίας και της εξουσίας», από μια άλλη μερίδα «δολοφόνος» ή απλώς «Νίκος Κοεμτζής». Διαφωνίες και κυρίως δίπολα πάντα υπάρχουν, έτσι ακόμη και στην περίπτωσή του, βλέπουμε έντονα το δίπολο και τις δύο διαφορετικές αναγνώσεις. Πού βρίσκεται η αλήθεια κανείς δεν το ξέρει και το ποια αντίληψη θα υιοθετήσει ο καθένας είναι δικό του θέμα.
Παραμένει, ωστόσο, ακόμη και 46 χρόνια μετά το τραγικό βράδυ του μακελειού, μια ενδιαφέρουσα ιστορία που δίχασε την κοινή γνώμη και μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα. Πάντως, όπως κι αν ονομάστηκε μετέπειτα, όποιο προσωνύμιο κι αν του δόθηκε, το σίγουρο είναι πως στην εποχή του, την περίοδο του μακελειού, στην πλειονότητα των εφημερίδων της εποχής το όνομά του συνοδευόταν από τη λέξη «κτήνος» ή «σφαγεύς».

Το χρονικό του μακελειού

Ήταν βράδυ, ξημερώματα της 25 Φεβρουαρίου του 1973, απόκριες, και ο Νίκος Κοεμτζής είχε μόλις απελευθερωθεί, αφού το προηγούμενο διάστημα ήταν στη φυλακή για μικροκλοπές. Αποφάσισε, μαζί με τον αδερφό του, Δημοσθένη, και με την παρέα του, να γιορτάσει την ελευθερία του σε κάποιο νυχτερινό μαγαζί, επιλέγοντας το θρυλικό νυχτερινό κέντρο «Νεράιδα» στην Κυψέλη. Το κλίμα στην παρέα του Νίκου ήταν τεταμένο, αφού είχε προηγηθεί καβγάς με την τότε σύντροφό του Σοφία Χαρατζή, ενώ η γενικότερη ατμόσφαιρα της ταραγμένης περιόδου της Χούντας, επηρέαζε σημαντικά τον ίδιο, καθώς είχε «μπει στο μάτι» των αρχών.
Ο Νίκος ζήτησε από τον μικρότερο αδελφό του, στον οποίο είχε μεγάλη αδυναμία, τον Δημοσθένη, να σηκωθεί και να χορέψει μια «παραγγελιά» για χάρη του, παρόλο που προηγουμένως οι μουσικοί του κέντρου είχαν ανακοινώσει πως εκείνο το βράδυ δεν επρόκειτο να υπάρξουν «παραγγελιές». Η έντονη προσωπικότητα του Νίκου άλλαξε τα δεδομένα και ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού είπε στους τραγουδιστές πως, προκειμένου να μην υπάρξει κάποιο πρόβλημα, επιτρέπει τις «παραγγελιές». Οι πρώτες νότες από τις «Βεργούλες» του Μάρκου Βαμβακάρη ξεκίνησαν να ηχούν στην πίστα και ο Δημοσθένης άρχισε να χορεύει την «παραγγελιά» του, όπως όριζαν οι τότε «κανόνες της νύχτας». Μόνο που τους άγραφους αυτούς νόμους δεν σεβάστηκε μια παρέα αστυνομικών με πολιτικά, που καθόταν σε διπλανό τραπέζι και διασκέδαζε εκτός υπηρεσίας.
Τα ήθη της εποχής και δη τα ήθη της νύχτας, όριζαν πως η «παραγγελιά» του ζεϊμπέκικου είναι προσωπική υπόθεση και πως χορεύεται κατά μόνας, αλλιώς επρόκειτο για ασέβεια και προσβολή. Ήταν θέμα τιμής. Η πίστα όπου χόρευε ο Δημοσθένης δεν άδειασε και η παρέα των αστυνομικών τον πλησίασε και τον παρενοχλούσε επιδεκτικά, σπρώχνοντάς τον και κοροϊδεύοντάς τον.
Όλα έγιναν σε μια στιγμή. 1,5 λεπτό ήταν αρκετό για να μετατραπεί η «Νεράιδα» από νυχτερινό κέντρο σε σφαγείο. Ο Νίκος με το που αντίκρισε τους αστυνομικούς να παρενοχλούν τον αδελφό του, έβγαλε τον σουγιά που είχε πάνω του και όρμηξε στην πίστα μαινόμενος, ουρλιάζοντας «Παραγγελιά ρε!». Σε κατάσταση αμόκ, τρελαμένος, σε απόλυτο παροξυσμό, έσφαζε όποιον έβρισκε μπροστά του, με το πλήθος να τρέχει πανικόβλητο να γλιτώσει από την φαλτσέτα του. Στο μαγαζί επικράτησε χάος και η πίστα της «Νεράιδας» βάφτηκε – κυριολεκτικά – κόκκινη, με τους δύο αστυνομικούς και έναν ακόμη άνθρωπο να κείτονται νεκροί, ενώ άλλοι 7 θαμώνες τραυματίστηκαν.
Ο Νίκος κατάφερε να διαφύγει από το μαγαζί, αφού κάρφωνε όποιον βρισκόταν στο δρόμο του προς την έξοδο, ακόμη και τον αδελφικό του φίλο που προσπάθησε να τον ηρεμήσει όσο συνέβαινε το μακελειό, αφήνοντας πίσω του ένα άγριο και αιματοβαμμένο σκηνικό. Από εκείνο το μακελειό έχασαν την ζωή τους ο υπενωμοτάρχης Μανώλης Χριστοδουλάκης, 28 ετών, ο αστυφύλακας Δημήτρης-Μιχαήλ Πεγιάς, 31 ετών, (αμφότεροι υπηρετούσαν στο Α/Τ Άνω Λιοσίων και ήταν εκτός υπηρεσίας) αλλά και ο φανοποιός Γιάννης Κούρτης, 34 ετών, που επίσης διασκέδαζε με την παρέα των αστυνομικών.
Ο Νίκος Κοεμτζής συνελήφθη λίγα 24ωρα μετά στη Δάφνη, ενώ προσπαθούσε να διαφύγει στο εξωτερικό. Η σύλληψή του ήταν επεισοδιακή, αφού, όταν τον περικύκλωσαν οι αστυνομικοί, έβγαλε μαχαίρι απειλώντας πως αν δεν τον σκοτώσουν, θα τους σκότωνε. Τότε, ένας από τους αστυνομικούς τον πυροβόλησε στο πόδι και η καταδίωξη έληξε.

Η «Παραγγελιά» του Παύλου Τάσιου

Ο Παύλος Τάσιος σκηνοθέτησε το 1980 την ταινία «Παραγγελιά!», εμπνευσμένος από το ειδεχθές έγκλημα του Νίκου Κοεμτζή. Μια ταινία- αριστούργημα, μέσα από την οποίο διαφαίνεται, όχι μόνο το περιστατικό του εγκλήματος, αλλά και η κοινωνικο-πολιτική κατάσταση της Ελλάδας κατά την περίοδο του 1973, η ψυχοσύνθεση του Νίκου Κοεμτζή, καθώς και η νοοτροπία που επικρατούσε τότε: οι ταξικές διαφορές, ο τρόπος διασκέδασης, οι κώδικες επικοινωνίας, η λαϊκή κουλτούρα, τα σκυλάδικα, οι μαγκιές, η τιμή. Μέσα από τη σκηνοθετική του ματιά καταφέρνει να κάνει το εξής: αφενός, αποδίδει ρεαλιστικά το χωρο-χρονικό πλαίσιο και υπόβαθρο του περιστατικού και, αφετέρου, φωτίζει με έναν ιδιαίτερο τρόπο τον βαθύτερο ψυχισμό και την ανθρώπινη υπόσταση του πρωταγωνιστή. Θα ήταν άστοχο, σίγουρο, να μιλήσει κανείς για μια βιογραφική ταινία ή για ένα ντοκιμαντερίστικο φιλμ. Η «Παραγγελιά!» «γεννήθηκε» όταν το έγκλημα συνάντησε τη μυθοπλασία.
Ο Παύλος Τάσιος μοιάζει να δικαιολογεί μέσα από την ταινία του τον Νίκο Κοεμτζή ή μάλλον προσπαθεί να δείξει όλα εκείνα τα συναισθήματα που «φώλιαζαν» στην ψυχή του Νίκου και που τον οδήγησαν στο μεγάλο κακό. «Ντύνει» τη δολοφονία τριών ανθρώπων με τον μανδύα της αντίστασης κατά της εξουσίας, διανθίζοντάς την με τα ανατριχιαστικά και απολύτως ταιριαστά ποιήματα της Κατερίνας Γώγου, με μουσική, εξαιρετικές ερμηνείες και με ένα σκηνικό γεμάτο καπνούς και αλκοόλ. Οι εύστοχες επιλογές των πρωταγωνιστών συνέβαλαν στο να θεωρείται η «Παραγγελιά!» ένα αριστούργημα, με τον Αντώνη Αντωνίου στον ρόλο του Νίκου Κοεμτζή να απογειώνει την ταινία.

Το παρελθόν του, η δίκη και το τέλος

Ο Νίκος Κοεμτζής είχε ανέκαθεν προβλήματα με την αστυνομία. Γεννήθηκε τον Ιανουάριο του 1938 στο Αιγίνιο Πιερίας από μια φτωχή οικογένεια και μεγάλωσε με δυσκολίες και κακουχίες. Ήταν γιος του Παναγιώτη και της Αναστασίας Κοεμτζή, οι οποίοι, λόγω της συμμετοχής τους στο ΕΑΜ επί Κατοχής, υπέστησαν διώξεις από τις κρατικές αρχές κατά την μεταπολεμική περίοδο. Το ξύλο στον πατέρα του, οι συνεχείς φυλακίσεις του κατά την περίοδο του εμφυλίου και το κυνηγητό, που οδήγησε την οικογένεια στο να μετακομίζει συνεχώς για να γλιτώσει, «γέννησαν» το μένος του Νίκου απέναντι στις Αρχές και στους ένστολους.
Όταν δε άρχισαν να κυνηγούν τον ίδιο, λόγω του αριστερού παρελθόντος του πατέρα του, και να τον τραβολογούν κάθε τόσο στην Ασφάλεια, αλλά και να τον κακομεταχειρίζονται, το μίσος μεγάλωνε ολοένα και περισσότερο. Μάλιστα, κάποια στιγμή, αστυνομικοί είχαν ζητήσει από τον «συνήθη ύποπτο», Νίκο, να γίνει χαφιές, αλλά ο Νίκος αρνήθηκε. Ο ίδιος, πάντως, θεωρούσε πως οι αστυνομικοί που διασκέδαζαν το μοιραίο βράδυ στη «Νεράιδα» τον είχαν αναγνωρίσει και γι’ αυτό παρενόχλησαν την παρέα του.
Ο Νίκος Κοεμτζής και ο αδελφός του Δημοσθένης Κοεμτζής στο δικαστήριο.© Παρέχεται από: 24 Media Digital S.A. Ο Νίκος Κοεμτζής και ο αδελφός του Δημοσθένης Κοεμτζής στο δικαστήριο.
Ο Νίκος Κοεμτζής στην ανάκρισή του υποστήριξε πως θόλωσε το μυαλό του από το ποτό και την προσβολή, ενώ νόμιζε ότι θα σκότωναν τον αδελφό του. Αν και ο συνήγορος υπεράσπισής του υποστήριξε ότι ο Νίκος έπασχε από ψυχολογικά προβλήματα, οι δικαστές απέρριψαν το αίτημα να εξεταστεί από γιατρό. Καταδικάστηκε τρεις φορές σε θάνατο και επτά σε ισόβια και ο αδελφός του, Δημοσθένης, σε τρία χρόνια φυλάκιση. Η δίκη του Νίκου ολοκληρώθηκε τρεις μέρες πριν από την εξέγερση του Πολυτεχνείου και για σχεδόν τρία χρόνια, ζούσε με το ενδεχόμενο της εκτέλεσης του. Ωστόσο, με την κατάργηση της θανατικής ποινής στην Ελλάδα, ο Κοεμτζής δεν εκτελέστηκε και μεταφέρθηκε ως ισοβίτης από τις φυλακές της Αλικαρνασσού στην Κέρκυρα. Έμεινε στη φυλακή για 23 χρόνια, όπου έδειξε ειλικρινή μεταμέλεια και τον Μάρτιο του 1996 αποφυλακίστηκε από το δικαστικό συμβούλιο Πάτρας υπό όρους. Έκτοτε ζούσε πουλώντας το βιβλίο με την αυτοβιογραφία του σε διάφορα σημεία στο κέντρο της Αθήνας, έξω από τα δικαστήρια της πρώην Σχολής Ευελπίδων και στην πλατεία στο Μοναστηράκι.


Αποφυλάκιση Νίκου Κοεμτζή
© Παρέχεται από: 24 Media Digital S.A. Αποφυλάκιση Νίκου Κοεμτζή

Στις 23 Σεπτεμβρίου του 2011, ενώ βρισκόταν στο Μοναστηράκι και πουλούσε τα βιβλία του, καθισμένος στο μικρό ξύλινο τραπεζάκι του, ο Νίκος Κοεμτζής έπαθε έμφραγμα και λίγη ώρα μετά πέθανε από ανακοπή, στα 73 του χρόνια. «Πέθανε από την αφαγία και τη ζέστη», είπε ο Γιώργος Λιάνης, πρώην βουλευτής και υπουργός, και φίλος του Νίκου, με τον οποίο είχαν έρθει πολύ κοντά, όταν ακόμα ήταν στη φυλακή στην Κέρκυρα και ο ίδιος δούλευε ως δημοσιογράφος στα «Νέα». Και μια περίεργη σύμπτωση: σχεδόν μια βδομάδα μετά, αρχές Οκτωβρίου του 2011, πέθανε ο σκηνοθέτης της «Παραγγελιάς!», Παύλος Τάσιος.
https://www.msn.com/el-gr/news/national/νίκος-κοεμτζής-όταν-το-έγκλημα-συνάντησε-τη-μυθοπλασία-γεννήθηκε-η-παραγγελιά/ar-BBU0fd1?ocid=spartandhp

16.2.19

Ο πόλεμος που σφράγισε τη σύγχρονη ελληνική Ιστορία

Αντάρτισσα του ΔΣΕ (από το αρχείο του Ν. Ζαχαριάδη)



Ο εμφύλιος πόλεμος τελείωσε στις 29 Αυγούστου 1949 όταν οι δυνάμεις του Δημοκρατικού Στρατού υποχρεώθηκαν να υποχωρήσουν στα εδάφη της Αλβανίας.
Το κόστος του εμφυλίου ήταν μεγάλο για το ΚΚΕ και την Αριστερά.
Πάνω από 55 χιλιάδες άνθρωποι αναγκάστηκαν να παραμείνουν ως πολιτικοί πρόσφυγες σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και την ΕΣΣΔ, ενώ οι μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού που συλλαμβάνονταν στο εσωτερικό της χώρας συνήθως εκτελούνταν με συνοπτικές διαδικασίες.
Ουσιαστικά, ο εμφύλιος πόλεμος τελείωσε τη νύχτα της 29ης Αυγούστου 1949, όταν οι δυνάμεις του Δημοκρατικού Στρατού υποχώρησαν στην Αλβανία.
Η συμπύκνωσή τους στο κέντρο του μετώπου του Γράμμου και η οργάνωση της υποχώρησης είχε ξεκινήσει από το μεσημέρι της προηγούμενης ημέρας, αλλά η αποφασιστική μάχη δόθηκε στις 27 Αυγούστου, όταν ο ΔΣΕ υπερφαλαγγίστηκε από τη διάβαση «Πόρτα του Οσμάν» (Δ. Ζαφειρόπουλος, «Αντισυμμοριακός Αγών 1945-1949», Αθήναι 1956, σελ. 632· και Δ. Βλαντά, «Εμφύλιος πόλεμος 1945-1949», εκδόσεις ΓΡΑΜΜΗ, β’ ημίτομος, σελ. 261).
Ετσι, αν δεν υποχωρούσε στο αλβανικό έδαφος κινδύνευε να εγκλωβιστεί, να περικυκλωθεί και να εξοντωθεί μέχρι τελευταίου.
ΜΑΥδες (ΜΑΥ- Μονάδες Ασφαλείας Υπαίθρου). Η δράση τους ήταν οργιώδης εναντίον των ανταρτών και των αριστερών πολιτών |
Ο στρατηγός Θρ. Τσακαλώτος περιγράφει ως εξής τις τελευταίες ημέρες του πολέμου:
«Στας 28 Αυγούστου η κίνησις ήτο σχεδόν άνευ αντιστάσεως και το βράδυ τα τμήματά μας ολοκλήρωσαν τον Β. Γράμμον και εξεχύνοντο προς κατάληψιν του Ν. Γράμμου. Τα τμήματά μας εσημείωσαν με φωτιές χαράς και αποδείξεως την κατάληψιν των συνόρων…
»Στις 29 Αυγούστου στας 5μ.μ. κατελήφθη από τους καταδρομείς του Ρούσσου η Μπάρα του Ν. Γράμμου. Την 30ν Αυγούστου, στας 5 μ.μ., η VIII Μεραρχία κατέλαβε το Κάμενικ. Στας 10 το πρωί κάθε αντίστασις εσταμάτησε παντού» (Θρ. Τσακαλώτος, «40 Χρόνια Στρατιώτης της Ελλάδος», Αθήναι 1960, τόμος β’, σελ. 278).

Πότε άρχισε;

Για τον χρόνο έναρξης του εμφυλίου πολέμου έχουν διατυπωθεί διάφορες απόψεις.
Αν θέλουμε, όμως, να είμαστε ακριβείς με τα γεγονότα, δεν θα πρέπει να ταυτίζουμε το εμφυλιοπολεμικό κλίμα και την οποιαδήποτε μεμονωμένη ένοπλη σύγκρουση με αυτόν καθαυτόν τον πόλεμο.
Το ΚΚΕ και η Αριστερά -αν και στις τάξεις της τελευταίας υπάρχουν κάποιες διαφορετικές απόψεις- ως αρχή του εμφυλίου πολέμου θεωρούσαν πάντοτε τον χρόνο οπόταν εμφανίστηκε οργανωμένος αντάρτικος στρατός, δηλαδή τον Οκτώβριο του 1946, που ενοποιήθηκαν τα σκόρπια αντάρτικα τμήματα και συγκροτήθηκε το Γενικό Αρχηγείο των Ανταρτών.
Η αντίπαλη πλευρά και ορισμένοι στην Αριστερά θεωρούν ότι ο εμφύλιος ξεκίνησε στις 31 Μαρτίου 1946 με την επιχείρηση ένοπλων καταδιωκόμενων αγωνιστών στον σταθμό της Χωροφυλακής στο Λιτόχωρο.
Κατά τη γνώμη μας, σωστή είναι η πρώτη άποψη.
Ο Ζαχαριάδης στο Βουνό μιλάει σε σύσκεψη στελεχών του ΔΣΕ Ο Ζαχαριάδης στο Βουνό μιλάει σε σύσκεψη στελεχών του ΔΣΕ |
Παρά το γεγονός ότι μετά τις εκλογές του Μαρτίου 1946 το ΚΚΕ θεωρεί πως ο ένοπλος αγώνας είναι αναπόφευκτος -και αρχίζει να προετοιμάζεται γι’ αυτόν-, εντούτοις οργανωμένος και ολοκληρωτικός εμφύλιος πόλεμος, και από τις δύο πλευρές, αρχίζει να υπάρχει μόνο το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς.
Αν, επομένως, δεχτούμε ότι η επιχείρηση στο Λιτόχωρο συνιστά την έναρξη του εμφυλίου, τότε γιατί να μη δεχτούμε πως ο εμφύλιος ξεκινάει το 1945, αμέσως μετά τη Βάρκιζα, με την έναρξη και το όργιο της Λευκής τρομοκρατίας;

Οι αιτίες του εμφυλίου

Για τις αιτίες του εμφυλίου πολέμου -και για τη δυνατότητα αποφυγής του- έχουν γραφτεί χιλιάδες σελίδες.
Οι βασικές απόψεις είναι δύο: η άποψη των νικητών -που οργίασε στη μετεμφυλιακή περίοδο και αναπαράγεται στις μέρες μας από τη σχολή των λεγόμενων αναθεωρητών της Ιστορίας- και η άποψη του ΚΚΕ και της Αριστεράς γενικότερα, με όποιες παραλλαγές υπάρχουν.
Η πρώτη άποψη θεωρεί πως το ΚΚΕ και το ΕΑΜ από την κατοχή ακόμα είχαν έναν μοναδικό στόχο: της εξουσία.
Για την εξουσία συγκρούστηκαν με άλλες αντιστασιακές οργανώσεις και κυρίως με τον ΕΔΕΣ στην κατοχή, για τον ίδιο σκοπό έκαναν τα Δεκεμβριανά και τον εμφύλιο. Πρόκειται για την περιβόητη «θεωρία των τριών γύρων».
Αντίθετα, το ΚΚΕ και η Αριστερά υποστηρίζουν πως τον εμφύλιο τον προκάλεσαν οι αντίπαλοί τους με τη βοήθεια της αγγλικής επέμβασης αμέσως μετά την απελευθέρωση.
Παραδόξως μεν αλλά καθόλου ανεξήγητα, την άποψη της Αριστεράς ενισχύει ένα άρθρο του Γ. Παπανδρέου που δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή» στις 2-3-1948.
Η Εθνική Αλληλεγγύη για τη Λευκή τρομοκρατία, Μάιος 1946 Η Εθνική Αλληλεγγύη για τη Λευκή τρομοκρατία, Μάιος 1946 |
Στο άρθρο αυτό αναγνωρίζεται η παντοδυναμία του ΕΑΜ και του ΚΚΕ στα χρόνια της κατοχής και η ανάγκη να τους αφαιρεθεί ώστε να παλινορθωθεί το αστικό καθεστώς.
Κομβικό σημείο για να συμβεί αυτό θεωρείται ο αφοπλισμός του ΕΛΑΣ, κάτι που συνέβηκε ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης του Δεκέμβρη του ’44, τον οποίο ο Γ. Παπανδρέου χαρακτηρίζει «δώρο του υψίστου».
Από το άρθρο αυτό γίνεται ξεκάθαρο πως στην κατοχή, οργανώνοντας την αντίσταση του ελληνικού λαού, η Αριστερά κατάφερε να αναδειχτεί σε κυρίαρχη δύναμη πολιτικής και στρατιωτικής εξουσίας.
Οπότε, για την εξουσία αγωνίζονταν οι αντίπαλοί της και όχι αυτή.
Εντούτοις, είναι βέβαιο πως αν δεν υπήρχε η αγγλική επέμβαση κι αν δεν είχαμε το όργιο της Λευκής τρομοκρατίας μετά τη Βάρκιζα, δεν θα ακολουθούσε ο τρίχρονος εμφύλιος πόλεμος.
Τον Μάιο του 1946 η Εθνική Αλληλεγγύη διαβίβασε στην ηγεσία του ΕΑΜ μια σειρά στοιχεία που καταγράφουν τις τρομοκρατικές -σε βάρος τους ΕΑΜικού κινήματος- ενέργειες σε όλη την Ελλάδα από τις 12/2/1945 (υπογραφή συμφωνίας της Βάρκιζας) ώς και τις 31/3/46 (ημέρα των εκλογών).
Τα στοιχεία αυτά έχουν ως εξής: Φόνοι: 1.289. Τραυματισμοί: 6.671. Βασανισμοί: 31.632. Συλλήψεις: 84.931. Φυλακισμένοι (έως 8/5/46): 8.624. Λεηλασίες-Καταστροφές: 18.767. Καταστροφές γραφείων: 677. Απόπειρες φόνων: 509. Βιασμοί γυναικών: 165 (Πολιτικός Συνασπισμός Κομμάτων του ΕΑΜ, «Μαύρη Βίβλος», Αθήνα, Μάιος 1946, σελ. 37).

Μπορούσε να νικήσει ο ΔΣΕ;

Οπως συμβαίνει έπειτα από κάθε ήττα, έτσι και μετά τη λήξη του εμφυλίου το ΚΚΕ και την Αριστερά ταλάνισε το ερώτημα αναφορικά με τις αιτίες της και αν ήταν δυνατόν τα πράγματα να είχαν έρθει διαφορετικά.
Στο ερώτημα αν «ο ΔΣΕ μπορούσε να νικήσει;» θα αφήσουμε να απαντήσουν οι αντίπαλοί του.
Ο στρατηγός Δ. Ζαφειρόπουλος, για παράδειγμα, θεωρεί πως ο ΔΣΕ ηττήθηκε γιατί η αντίπαλη πλευρά είχε τη βρετανική και την αμερικανική υποστήριξη, επειδή προκλήθηκε ρήξη ανάμεσα στη Γιουγκοσλαβία του Τίτο και στον Στάλιν με αποτέλεσμα ο ΔΣΕ να χάσει τον μηχανισμό στήριξης και ενότητας των δυνάμεών του, γιατί ο κυβερνητικός στρατός ενισχύθηκε με την ανάθεση της αρχιστρατηγίας στον Παπάγο, επειδή ο ΔΣΕ εγκατέλειψε μερικώς την αντάρτικη τακτική και, τέλος, επειδή η μεγάλη διάρκεια του πολέμου -τρία χρόνια- λειτούργησε σε βάρος των ανταρτών (Δ. Ζαφειρόπουλος, στο ίδιο, σελ. 657- 660).
Ο Ευάγγ. Αβέρωφ σημειώνει πως «αν το 1946 και 1947 όσοι πίστευαν στο ΚΚΕ είχαν καταταγή στον Δημοκρατικό Στρατό, οι μαχητές του θα είχαν ταχύτατα υπερβή τις 50.000» και «ο Μάρκος θα βρισκόταν στην ανάγκη να αρνηθή τη στράτευση μερικών δεκάδων χιλιάδων εθελοντών».
Συνεπώς, «εάν κατά το 1947 ο Μάρκος διέθετε 50.000 μαχητάς, το τέλος του αγώνος θα ήταν διαφορετικό. Ενας συμβιβασμός ευνοϊκός για το ΚΚΕ θα ήταν πολύ πιθανός. Το τέλος θα ήταν ενδεχομένως διαφορετικό αν είχε φθάσει αυτόν τον αριθμό έστω και πριν ακόμη χρησιμοποιηθή πλήρως το αμερικανικό πολεμικό υλικό, δηλαδή προ του τέλους του 1948» (Ευάγγ. Αβέρωφ-Τοσίτσας, «Φωτιά και Τσεκούρι», εκδόσεις ΕΣΤΙΑ, σελ. 478).

Το κόστος

Λέγεται ότι ο εμφύλιος πόλεμος είναι ο χειρότερος απ’ όλους τους πολέμους. Σε γενικές γραμμές αυτό είναι σωστό.
Πρόκειται για έναν πόλεμο που αφήνει τεράστιες και μακροχρόνιες πληγές, με χειρότερη αυτήν του διχασμού ενός λαού ώς τα κατώτερα στρώματά του.
Αν αυτός ο διχασμός περιοριζόταν ανάμεσα στις κατώτερες και ανώτερες τάξεις της κοινωνίας τα πράγματα θα ήταν εύκολα στην αλλαγή των πολιτικών και κοινωνικών δεδομένων μιας χώρας.
Ενδεχομένως αυτός ο διχασμός να μην οδηγούσε καν σε εμφύλιο. Σε όλους, όμως, τους εμφυλίους της Ιστορίας και στις δύο πλευρές πολέμησαν παιδιά του λαού με αποτέλεσμα το κόστος της αναμέτρησης να καθίσταται οδυνηρό και δύσκολα επουλώσιμο.
Είναι αδύνατο, στο πλαίσιο αυτού του μικρού σημειώματος, να καταγράψουμε το συνολικό κόστος του εμφυλίου.
Επιπλέον, αυτό είναι αρκετά δύσκολο ζήτημα καθώς μετά τον εμφύλιο κυριάρχησε η σκοπιμότητα.
Η κάθε πλευρά εμφάνιζε περισσότερες τις απώλειες του αντιπάλου της και λιγότερες τις δικές της, ενώ οι νικητές φόρτωναν, διογκωμένες, τις καταστροφές που υπέστη η χώρα συνολικά στους αντάρτες.
Στην «Ελευθερία» 18/3/1952 δημοσιεύεται πίνακας στον οποίο καταγράφεται και το κόστος του εμφυλίου |
Θα αρκεστούμε, επομένως, σε ορισμένα στοιχεία.
Στις 18-3-1952 η εφημερίδα «Ελευθερία» είχε δώσει έναν απολογισμό του εμφυλίου, τα στοιχεία του οποίου έχουν ως εξής:
«Νεκροί 154.000. Ξεσπιτωμένοι αγρότες 800.000. Σπίτια ολικά κατεστραμμένα 24.626. Σπίτια μερικά κατεστραμμένα 22.000. Αγροτικά νοικοκυριά κατεστραμμένα 15.139. Σχολεία κατεστραμμένα 1.600. Γέφυρες οδικές κατεστραμμένες 476. Γέφυρες σιδηροδρομικές κατεστραμμένες 439. Εργοστάσια, νοσοκομεία κατεστραμμένα 241. Ζώα που χάθηκαν 1.480.669».
Τον απολογισμό αυτόν αποδέχεται και το ΚΚΕ. Επίσης το ΚΚΕ αναγνωρίζει ότι οι απώλειες του ΔΣΕ ήταν περί τις 30.000 αντάρτες («Δοκίμιο ιστορίας του ΚΚΕ», Α’ τόμος 1918-1949, εκδόσεις Σ.Ε., Αθήνα 1995, σελ. 619).
Οι απώλειες του κυβερνητικού στρατού, σύμφωνα με στοιχεία του ΓΕΣ, ήταν: 15.969 νεκροί, 37.557 τραυματίες και 2.001 αγνοούμενοι. Συνολικά 55.527 άνδρες. Στην πραγματικότητα ήταν πολύ μεγαλύτερες.

Το κόστος για το ΚΚΕ και την Αριστερά

Το κόστος του εμφυλίου ήταν δυσβάστακτο για το ΚΚΕ και την Αριστερά.
Τα επίσημα στοιχεία του ΚΚΕ, που κατατέθηκαν στην Τρίτη Συνδιάσκεψή του (10-14/10/1950), κάνουν λόγο για 55.881 πολιτικούς πρόσφυγες (αντάρτες και πολίτες που αναγκάστηκαν μετά την ήττα να εγκαταλείψουν τη χώρα), οι οποίοι κατανεμήθηκαν στις Λαϊκές Δημοκρατίες της Ανατολικής Ευρώπης και στην ΕΣΣΔ («III Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ - Εισηγήσεις, Λόγοι, Αποφάσεις», Αύγουστος 1951, Μόνο για εσωκομματική χρήση, σελ. 266-267).
Οι μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού που εγκλωβίστηκαν στο εσωτερικό της χώρας και δεν κατάφεραν να περάσουν τα σύνορα, κατά κανόνα συλλαμβάνονταν και εκτελούνταν με συνοπτικές διαδικασίες.
Στοιχεία γι’ αυτό το θέμα δεν υπάρχουν καθόλου.
Επίσημα στοιχεία, επίσης, δεν υπάρχουν και για τις εκτελέσεις αγωνιστών που έγιναν ύστερα από δικαστικές αποφάσεις.
Σύμφωνα, πάντως, με ανεπίσημα στοιχεία από τον Ιούλιο του 1946 ώς τον Οκτώβριο του 1951 επιβλήθηκαν συνολικά 7.500 θανατικές καταδίκες με το Γ’ Ψήφισμα του 1946 και τον Α.Ν. 509 του 1947, από τις οποίες 4.000-5.000 εκτελέστηκαν (Ν. Αλιβιζάτος, «Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση 1922-1974», εκδόσεις Θεμέλιο, σελ. 520).
Σκοτάδι καλύπτει και το ζήτημα των πολιτικών κρατουμένων.
Στις 12/10/1951 το κράτος των Αθηνών αναγνώριζε επίσημα ότι μέχρι την 1η Οκτωβρίου του ίδιου έτους, ο αριθμός των πολιτικών κρατουμένων ανερχόταν στις 14.069.
Απ’ αυτούς οι 3.103 ήταν στη δικαιοδοσία των κακουργιοδικείων για «αδικήματα» συνδεόμενα με τη δράση του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ στην κατοχή και οι 10.966 ήταν στη δικαιοδοσία των εκτάκτων στρατοδικείων για «αδικήματα» συνδεόμενα με τον εμφύλιο πόλεμο (Εισηγητική έκθεση στον Νόμο 2058/1952 «περί μέτρων ειρηνεύσεως»· και Ρούσος Κούνδουρος, «Η Ασφάλεια του καθεστώτος», εκδόσεις Καστανιώτη, σελ. 133).
Χωρίς αμφιβολία τα στοιχεία αυτά είναι ελλιπή. Δεν καταγράφουν τους έγκλειστους στρατιώτες στο κάτεργο της Μακρονήσου, διότι δεν θεωρούνταν πολιτικοί κρατούμενοι αλλά φαντάροι που υπηρετούσαν τη θητεία τους.
Επίσης, δεν καταγράφονται και οι χιλιάδες των πολιτών που ούτε είχαν δικαστεί ούτε δίκη περίμεναν, αλλά κρατούνταν γενικώς και ανακρίνονταν επί πολλά έτη (Ρ. Κούνδουρος, στο ίδιο, σελ. 143).
Αν σ’ όλα αυτά συνυπολογιστεί το γεγονός ότι το ΚΚΕ έμεινε 27 χρόνια παράνομο, ενώ η νόμιμη Αριστερά, για το ίδιο διάστημα, δρούσε υπό καθεστώς διωγμών και ημιπαρανομίας, αν συνυπολογιστεί το καθεστώς των αστυνομικών διώξεων, των φυλακίσεων και των εκτοπίσεων, των πιστοποιητικών κοινωνικών και πολιτικών φρονημάτων, η επιβολή της δικτατορίας στο όνομα του «κομμουνιστικού κινδύνου», ο χωρισμός του λαού σε πατριώτες και ΕΑΜοβούλγαρους απάτριδες, τότε γίνεται αντιληπτό ότι ο εμφύλιος σφράγισε ανεξίτηλα τη σύγχρονη ελληνική Ιστορία.
http://www.efsyn.gr/arthro/o-polemos-poy-sfragise-ti-syghroni-elliniki-istoria

9.2.19

Ευρωπαϊκός και νεοελληνικός διαφωτισμός



Ως «Διαφωτισμό» χαρακτηρίζουμε την ευρωπαϊκή εκείνη κίνηση, που τα ειδικά γνώρισμά της είναι η απόλυτη πεποίθηση και πίστη στην ικανότητα του λόγου να βοηθήσει στην κατανόηση της πραγματικότητας. Ο Διαφωτισμός προσπαθούσε να διδάξει τους ανθρώπους να ερευνήσουν σε βάθος και να υποβάλουν σε κριτική όλες τις καθιερωμένες αρχές και εξουσίες, που προέρχονταν από το Μεσαίωνα, ξεχωρίζοντας την γνώση από τις δεισιδαιμονίες και τις προλήψεις.
Η τέταρτη περίοδος του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, με την επιρροή των ιδεών της Γαλλικής Επανάστασης, χαρακτηρίζεται από την είσοδο και εξέλιξη του Διαφωτισμού και στην Ελλάδα, με κύριο εκπρόσωπο τον Αδαμάντιο Κοραή. Το ολιγοσέλιδο έργο του «Υπόμνημα, για την παρούσα κατάσταση των Ελλήνων» αποτελεί το πιο αντιπροσωπευτικό κείμενο αυτής της περιόδου. Δημοσιεύθηκε στα Γαλλικά το 1803 και μεταφράσθηκε πολλές φορές στη γλώσσα μας. Ίσως είναι το σπουδαιότερο έργο του Ελληνικού Διαφωτισμού. Ο Άγγλος ιστορικός, Φάϊφ, γράφει: «Το υπόμνημα αυτό, είναι ένα από τα πλέον φωτεινά και ενδιαφέροντα ιστορικά σκαριφήματα, απ'; όσα εγράφησαν ποτέ». Στην ανοδική πορεία, του Διαφωτισμού στην Ελλάδα, πολλοί μελετητές, διακρίνουν τρεις τάσεις, την ακραία, την μέση και την συντηρητική - έως και αρνητική.

Στην πρώτη τάση, η εμφανιζόμενη «κριτική βούληση», οδηγεί σε μία ασυμβίβαστη «κοινωνική κριτική». Στην τάση αυτή, που ο Διαφωτισμός ασκεί συνειδητή κριτική και θεμελιακή πνευματική στάση, αλλά και ουσιώδη αμφισβήτηση, ξεχωρίζουμε τέσσερα έργα που κυκλοφόρησαν ανώνυμα.

1. «Ο Ανώνυμος του 1789», μια έντυπη πεζή σάτιρα, με καθαρά ορθολογιστικό χαρακτήρα επιχειρηματολογίας. Η πορεία προς την αλήθεια, είχε σαν αφετηρία την καθολική αμφιβολία και αμφισβήτηση. Είναι ένα κείμενο απροσχημάτιστα επιθετικό και βίαιο, σε κάθε μορφής κατεστημένο, θρησκευτικό και πολιτικό.

2. «Ο Ρωσαγγλογάλλος», είναι μια έμμετρη σάτιρα, που θα την αφήσουμε τελευταία, γιατί ορισμένοι σύγχρονοι μελετητές την αποδίδουν στο Ρήγα τον Βελεστινλή.

3. Η «Ελληνική Νομαρχία», είναι ένα πεζογράφημα του 1806. Το έργο είναι αφιερωμένο στον Ρήγα. Στην «Ελληνική Νομαρχία», το ελληνικό πρόβλημα τοποθετείται και αναλύεται μέσα στο πλαίσιο του πολιτικού ριζοσπαστισμού, φέρνοντας στο προσκήνιο το ζήτημα της ριζικής ηθικής αναμόρφωσης και της κοινωνικής επανάστασης. Οι οξύτητα των επιθέσεων της «Ελληνικής Νομαρχίας» κατά της Εκκλησίας, σαν κατεξοχήν συνεργού της τυραννίας, μας δείχνει μία έντονη ιδεολογική αντιπαράθεση που είχε αρχίσει να δημιουργείται στην ελληνική κοινωνία. Ως πρόλογος στο βιβλίο αυτό, υπάρχει μία μικρή επιστολή προς τον επίδοξο αναγνώστη, η οποία τελειώνει ως εξής: «δια τούτο, εις άλλο τι, δεν χρησιμεύει η παρούσα μου ξεχωριστή επιστολή, ειμή μόνον δια να σε ειδοποιήσω ότι ανίσως ομοιάζεις εκείνους οπού προφέρουσι το όνομα της Ελλάδος χωρίς να αναστενάζωσι, να μην χάσεις τον καιρό σου ματαίως, εις το να αναγνώσεις το πονημάτιόν μου τούτο. Έρρωσο».

4. Οι «Κρίτωνος Στοχασμοί». Ενώ η πολεμική κατά του ανώτερου κλήρου απέβαινε το πρωταρχικό σύνθημα του Διαφωτισμού, η Εκκλησία υιοθετούσε τον ίδιο τρόπο για να αμυνθεί, εκδίδοντας τον «Λίβελλο κατά των Αρχιερέων». Όμως το 1819 κυκλοφόρησε ένα άλλο φυλλάδιο, με τίτλο «Κρίτωνος Στοχασμοί». Το κείμενο επαναλάμβανε τα γνωστά ηθικά επιχειρήματα και επεκαλείτο τις αξίες του Ουμανισμού, εμμένοντας στην συλλογική προσπάθεια για εθνική παλιγγενεσία, ενώ συγχρόνως προέτρεπε τον ανώτερο κλήρο να προσηλωθεί μόνο στα θρησκευτικά του καθήκοντα. Με ήπιο τόνο επέκρινε την οικοδόμηση ενός υπερπολυτελούς μεγάρου το οποίο είχε κατασκευάσει ως κατοικία του ο μητροπολίτης Ανδριανουπόλεως, την στιγμή που εκεί δεν υπήρχε σχολείο νεότερης παιδείας. Αυτό θεωρήθηκε προσβλητικό, γιατί έθιγε την εξωτερική λάμψη της Εκκλησίας και το δικαίωμα της προσωπικής άνεσης των επισκόπων. Έτσι, κατόπιν υπόδειξης, του διαβόητου λογοκριτή και επιστάτη, του πατριαρχικού τυπογραφείου Ιλαρίωνος Σιναΐτη, το φυλλάδιο αυτό κάηκε δημόσια στην Κων/πολη, σαν «βλάσφημο» κείμενο.

Την μέση ή ήπια τάση του Διαφωτισμού εκπροσωπεί κυρίως ο Κοραής, ενώ το άκρως συντηρητικό, ή ορθότερα πολέμιο προς το Διαφωτισμό πνεύμα, εκπροσωπείται από το ψευδώνυμο έργο του Αθανασίου Πάριου «Αντιφώνησις», που καταφέρεται με έντονους και υβριστικούς χαρακτηρισμούς εναντίον της μνήμης των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων, υποστηρίζοντας μάλιστα ότι «η κοσμική γνώση, επειδή υποσκάπτει την πίστη, είναι επιζήμια για την ανθρώπινη ευτυχία». Προειδοποιούσε επίσης τους πιστούς ότι «η αθεΐα, είναι η αναγκαία προϋπόθεση» για να υπάρξει η επάρατη κοσμική ελευθερία. Επίσης κυκλοφορούσαν και αρκετά άλλα έντυπα γραμμένα από φανατικούς μοναχούς, στα οποία προβάλλονταν οι δουλικές θέσεις του Πατριαρχείου και στηλιτευόταν το πνεύμα του Διαφωτισμού.

Ο Ρήγας όμως, ποια τάση εκπροσωπεί; Ίσως μιαν άλλη, εκείνη που δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει: την ενότητα θεωρίας και πράξης στην επαναστατική πολιτική και στην αναζήτηση μιας κοινωνίας, που ποθούσε αλλαγή, ισότητα και ελευθερία. Στο πρόσωπό του όλοι έβλεπαν, όχι μόνον τον ηγέτη του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος της Βαλκανικής, αλλά και τον άνθρωπο, που απέβλεπε στην πραγμάτωση των ιδεών και αρχών της Γαλλικής Επανάστασης. Αυτές τις ιδέες και τις ενέργειες του Ρήγα, πως τις έβλεπαν άραγε, οι Φαναριώτες, και το Πατριαρχείο; Οι Φαναριώτες, οι μεγαλέμποροι, και οι κοτζαμπάσηδες, ασχολούνταν μόνο με τον πλουτισμό και την καλοπέρασή τους. Και γνώριζαν πολύ καλά, ότι μια επικείμενη απελευθερωτική εξέγερση, θα είχε τρομερές επιπτώσεις σ' αυτούς. Θα έχαναν τα προνόμια, που τους είχαν παράσχει οι Τούρκοι και οι περιουσίες τους θα συρρικνώνονταν ακόμα και μέχρι οριστικής απώλειας. Από πλευράς τους οι Τούρκοι τηρούσαν στο ακέραιο τις συμφωνίες που είχαν κάνει τόσο μ' αυτούς όσο και με το Πατριαρχείο. Φυσικά είχαν την απαίτηση να της τηρεί και η άλλη πλευρά, στην δε περίπτωση που οι εθελόδουλοι, φίλοι και ευνοούμενοί τους Ρωμιοί αθετούσαν τις συμφωνίες, το τίμημα ήταν ο θάνατος. Ποια λοιπόν στάση, έπρεπε να κρατήσουν όλοι αυτοί απέναντι στον Ρήγα;

Για το πώς έβλεπε το Πατριαρχείο και ο Γρηγόριος ο Ε τις κινήσεις του Ρήγα, ο Παναγιώτης Πιπινέλης γράφει: «Αι ενέργειαι και οι σκέψεις του Ρήγα καταδικάζονται σφοδρώς υπό του Γρηγορίου. Αφού, εν έτος μετά την σύλληψιν αυτού, μαθών ότι κυκλοφορούν έντυπα του Ρήγα, γράφει προς τον Μητροπολίτην Σμύρνης να επαγρυπνεί και όσα συλλέξει, να τα στείλει προς αυτόν» (Π. Πιπινέλης, «Πολιτική Ιστορία της Επαναστάσεως του 1821», Παρίσι 1928 ). Πριν ακόμα συλληφθεί ο Ρήγας, είχε κυκλοφορήσει εναντίον του ένας λίβελος με τον τίτλο «Πατρική Διδασκαλία». Ο Κοραής, μετά την εξακρίβωση ότι συντάκτης αυτού είναι ο ίδιος ο Πατριάρχης, απάντησε βγάζοντας την «Αδελφική Διδασκαλία». Είναι γνωστό ότι ο Ρήγας και οι σύντροφοί του, συνελήφθησαν από τους Αυστριακούς στην Τεργέστη. Οι Αυστριακές αρχές ανακοίνωσαν, ότι η σύλληψη του Ρήγα έγινε κατόπιν «κατόπιν εμπιστευτικών καταγγελιών». Την παραμονή του Ρήγα στην Τεργέστη την γνώριζαν μόνον οι στενοί συνεργάτες του και ο Μητροπολίτης Βελιγραδίου Μεθόδιος. Ποια συμφέροντα εξυπηρετούσε η σύλληψή του; Και γιατί δεν έγινε καμμία προσπάθεια από τον Πατριάρχη να πείσει το πρεσβευτή της Αυστρίας στη Πόλη και στενό του φίλο Ράκτηλ, να μην παραδοθεί ο Ρήγας στους Τούρκους; Ο Γιάννης Κορδάτος, στο βιβλίο του «Ο Ρήγας και η Βαλκανική Ομοσπονδία» γράφει: «ηθικοί αυτουργοί, στη δολοφονία του Ρήγα είναι το Πατριαρχείο και οι Φαναριώτες». Οι τελευταίοι ζητούσαν επίμονα από τους Αυστριακούς, το κεφάλι του Ρήγα για να το δωρίσουν στον Σουλτάνο. Οι Αυστριακοί όμως, παρέδωσαν τον Ρήγα στους Τούρκους, για διπλωματικούς λόγους.

Στη Βιβλιοθήκη του Θεολογικού Φροντιστηρίου, του Πανεπιστημίου Αθηνών, φυλάγεται ο «Κώδικας Κυρίλλου του Λαυριώτου», όπου κατά τον συγκεκριμένο μοναχό, ο Ρήγας ήταν «διεφθαρμένος την φρέναν» και οι σύντροφοί του «ακαίρως και αφρόνως σπουδάσαντες». Και μετά την δολοφονία του Ρήγα πάντως, ο μοναχός ανοίγει καινούργιο κεφάλαιο, το οποίο εδώ αποδίδω, γιατί είναι γραμμένο σε αρχαΐζουσα: «και ο παράφρων Ρήγας, που εξέδιδε εγκύκλια επαναστατικά γράμματα χωρίς την ευδοκία του Χριστού, είχε τον θάνατο που του ταίριαζε. Κι αυτός και οι συνωμότες του έγιναν τροφή των ψαριών στον ποταμό Ίστρο (Δούναβη). Και ύλη της αιωνίου κολάσεως κατά του Χριστού λυττήσας, δεν ήταν ούτε Χριστιανός, ούτε Εβραίος, αλλά ο ίδιος ο διάβολος που παρουσιάστηκε με ανθρώπινη μορφή». Την ίδια σχεδόν χρονική περίοδο, ο Μητροπολίτης Ιωαννίνων Ιερόθεος στέλνει μια επιστολή στους κατοίκους της Πάργας: «ακούετε και ακολουθείτε, ως μανθάνω, τας συμβουλάς του Περαιβού, ο οποίος σας απατά. Δεν ηξεύρετε, ότι αυτός, με κάποιον Ρήγα Θεσσαλόν και μερικούς άλλους παρομοίους λογιωτάτους, συνεννοούμενοι με τους Φραντζέζους, εσκόπευαν να κάμουν επανάστασιν κατά του κραταιοτάτου σουλτάνου μας; Αλλά ο μεγαλοδύναμος Θεός τους επαίδευσε κατά τας πράξεις των, με θάνατον όπου τους έπρεπε. Μόνον δε ο Περαιβός εσώθει, δια τας ιδικάς σας αμαρτίας».

Στην κοινωνική κριτική, που άσκησε ο νεοελληνικός Διαφωτισμός, αφήσαμε ασχολίαστη την έμμετρη σάτιρα, του «Ρωσαγγλογάλλου», την οποία ο Αξελός και μερικοί άλλοι μελετητές αποδίδουν στον ίδιο τον Ρήγα. Κατά τη γνώμη του Αξελού «η γλώσσα και η τεχνική του ποιήματος, είναι ίδια, ή περίπου ίδια, με τα θεωρούμενα γνήσια έργα του Ρήγα. Οι ιδέες που αναπτύσσονται μέσα στο ποίημα, είναι ίδιες και απαράλλαχτες με τις ιδέες που εκπροσωπούσε ο μεγάλος Θεσσαλός... Τις διακρίνει η σαφήνεια, το ξεσκέπασμα του αντιδραστικού και του σάπιου, το πάθος για την αλήθεια και η έλλειψη εμπιστοσύνης στους ξένους. Δεν υπάρχει καμιά αντίθεση μεταξύ πρώτου και δεύτερου μέρους. Ο Ρήγας δείχνεται το ίδιο ανελέητος και στους εσωτερικούς εχθρούς και στους Ρωσσαγγλογάλλους, που μόνο λόγια και υποσχέσεις ήξεραν να δίνουν στους βασανισμένους Έλληνες». Ο Δημαράς πάντως ισχυρίζεται ότι δεν έργο του Ρήγα και την χρονολογεί την σύνταξή του γύρω στο 1804.

Αντίθετα από τον Ρήγα, εξαιτίας της υπάρχουσας κοινωνικής κατάκρισης, της στοιχειώδους έλλειψης παιδείας και των επικρατουσών προλήψεων και δεισιδαιμονιών των ορθόδοξων Ρωμιών, ο Κοραής εξαναγκάστηκε να ενεργήσει τελείως ορθολογιστικά, με απόλυτη ρεαλιστική αίσθηση και χωρίς κανένα ίχνος ενθουσιασμού. Ανταποκρίθηκε με θαυμαστό τρόπο στην πρόκληση για την χάραξη των κατευθυντηρίων γραμμών, του προγράμματος της πολιτικής και ηθικής αναμόρφωσης. Στον τομέα της Θρησκείας διατυπώνει πεποιθήσεις τις οποίες ακολουθεί σ' όλη του την ζωή, λ.χ. ότι η Αρετή είναι πράξη και όχι δόγμα ή προτρέπει τους Έλληνες να κρατηθούν «μακριά και από τη Σκύλλα της αθεΐας και από τη Χάρυβδη της δεισιδαιμονίας», μία θέση, που ίσως στα μάτια των μη γνωριζόντων τον δείχνει πεφωτισμένο χριστιανό, ωστόσο στην πραγματικότητα είναι θέση των πιο συνεπών επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης, των ροβεσπιερικών (αριστοτελικός και μετααριστοτελικός). Ο Κοραής γράφει σε μια περίοδο που η κατάσταση στους σκλαβωμένους Έλληνες, ιδίως στους κατοίκους της υπαίθρου, ήταν τραγική. Εκτός των άλλων, οι άνθρωποι αυτοί ήσαν και υποχείρια πολλών γυρολόγων μοναχών, οι οποίοι με διάφορα ξόρκια και μεταφέροντας μαζί τους ανθρώπινα λείψανα τα οποία βάφτιζαν «ιερά», έλεγχαν τις συνειδήσεις των δυστυχισμένων ραγιάδων «για το καλό τους!» και πάντα με το αζημίωτο.

Το 1804 κυκλοφόρησε ένα βιβλίο σε πολύ προσεγμένη έκδοση με τον τίτλο «Γεωπονικόν». Το βιβλίο το έγραψε ο μοναχός Αγάπιος ο Κρής. Ήταν τυπωμένο στην Ενετία και στο τυπογραφείο του Γιαννιώτη, Πάνου Θεοδοσίου. Συγκριτικά με τ' άλλα έντυπα, το βιβλίο αυτό είχε την μεγαλύτερη κυκλοφορία στην προεπαναστατική Ελλάδα. Η διάθεσή του ήταν εντελώς ελεύθερη, το δε περιεχόμενό του είχε την έγκριση του επιστάτη του πατριαρχικού τυπογραφείου Ιλαρίωνα Σιναΐτη. Στο πρώτο μέρος δίνονταν συμβουλές για το φύτεμα και μπόλιασμα των δένδρων και την καλλιέργεια άλλων φυτών. Στο δεύτερο, η χρησιμότητα διαφόρων βοτάνων και συνταγές φαγητών, στην συνέχεια όμως ακολουθούσαν προτροπές και παραινέσεις σχετικά με την υγεία, όπου, όπως λ.χ. στην σελίδα 186, ο μοναχός προέτρεπε ακόμα και τους γονείς να ενεργήσουν ενάντια στα παιδιά τους. Διαβάζω μόνο τους δύο υπότιτλους του κατάπτυστου αυτού κειμένου. «Πώς να κάμεις τα βυζιά της κόρης να μη μεγαλώσουν» και «τα ορχίδια του παιδιού, για να μη τρανέψουν και να μείνουν ως έχουν».

Την αποκάλυψη του κειμένου αυτού έκανε το 1979 ο δημοσιογράφος Δημήτρης Καραγκούνης, στην εφημερίδα του «Φωνή του Καματερού». Τα σχόλια του Καραγκούνη πέρασαν φυσικά απαρατήρητα, τα γεγονότα όμως βοούν και για την σύγχρονη κατάσταση των Ρωμιών, καθώς δεν είναι πολύς καιρός από τότε που ένα μικρό κορίτσι μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο με τα στήθη του σε κατάσταση σήψης.

Απέναντι σε εκείνη λοιπόν την αμορφωσιά, τον ραγιαδισμό και την δεισιδαιμονία, ο Κοραής υποχρεώνεται να πολεμήσει με δικά του όπλα. Οι Έλληνες μαθαίνουν για την καταγωγή τους και αρχίζουν να κατανοούν ποιοι είναι, γνωρίζοντας σιγά - σιγά αλλά σταθερά το αρχαιοελληνικό μεγαλείο. Πάρα πολλοί Έλληνες, ιδίως οι νέοι, αλλάζουν τα ονόματά τους. Τα οικογενειακά ονόματα διαφοροποιούνται και τα βαπτιστικά εγκαταλείπονται. Όλα αντικαθίστανται από αρχαιοελληνικά. Το 1817 στις Κυδωνίες (σημερινό Αϊβαλί), οι μαθητές του σχολείου αποφασίζουν και συντάσσουν ένα σχετικό ψήφισμα: «θα ομιλούμε αρχαία ελληνικά». Και υπογράφουν το ψήφισμα με δύο ονόματα, εκείνο που είχαν πριν και εκείνο που είχαν λάβει τώρα, λ.χ. Ιωάννης - Λεωνίδας.

Πολύ αργότερα, ο Νικόλαος Σπηλιάδης σχολιάζει πράγματα που είχαν επίσης συμβεί πριν από την Επανάσταση στην Πελοπόννησο: «ήταν παράδοξη η μανία που κυρίευσε τους Έλληνες να δίνουν στους εαυτούς τους και στα παιδιά τους τα ονόματα των προπατόρων μας. Στον Πύργο, ο Λυκούργος Κρεστενίτης, που δίδασκε γράμματα πριν την επανάσταση, αφού έδωσε στον εαυτό του το όνομα του αθάνατου νομοθέτη των Σπαρτιατών, έδωσε και στους μαθητές του όλα τα ονόματα των μεγάλων ανδρών, όσοι είναι το καύχημα των αιώνων». Ο Αλή Πασάς παρατηρεί: «εσείς οι Έλληνες, κάτι μεγάλο έχετε στο κεφάλι σας. Δεν βαφτίζετε πια τα παιδιά σας Γιάννη, Πέτρο, Κώστα, παρά Λεωνίδα, Διομήδη, Θεμιστοκλή. Σίγουρα, κάτι μαγειρεύετε». Όταν το «κακό» παραγίνεται, ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε καταδικάζει με αυστηρή εγκύκλιό του αυτήν την καινοτομία, χαρακτηρίζοντάς την «αντιχριστιανική». Απαγορεύει με την απειλή αναθέματος, ή ακόμη και αφορισμού, την Ελληνική ονοματοθεσία και συγχρόνως καταδικάζει ακόμα και την απλή αναφορά στα αρχαιοελληνικά ονόματα.

Ο Κοραής πληροφορείται την εγκύκλιο και εκφράζει αγανακτισμένος την γνώμη του. «Ταλαίπωρον γένος! Εξ οίων εις οία! Και τούτο, κατά την δεκάτην ενάτην εκατονταετηρίδα! οπότε, μέγα μέρος του γένους, κινείται εις το να επιστρέψει ανάπαλιν, από τα τελευταία ταύτα ελεεινά οία, εις τα προγονικά οία. Ο Ελληνισμός αισθάνεται ώριμος για τα μεγάλα έργα. Ικανός να ακολουθήσει τον δρόμον, τον οποίον χάραξαν οι ένδοξοι πρόγονοί του. Ο Αγών είναι επί θύραις». Το τελευταίο, δηλαδή η επικείμενη Επανάσταση, αναγκάζει το Πατριαρχείο να αντιδράσει προσπαθώντας να την σταματήσει. Γιατί όμως; Επ' αυτού, ο Π. Πιπινέλης, γράφει: «εξ' όλων αυτών είναι νομίζω αναμφισβήτητον, ότι ο ανώτατος κλήρος του έθνους, υποπέσας ενωρίς υπό την υλικήν εξάρτησιν της τουρκικής εξουσίας, απεμακρύνθει του συνόλου του έθνους και με μυρίους δεσμούς συνδεδεμένος, προς την κρατούσαν τάξιν πραγμάτων, κατέστη φυσικός σύμμαχος της τουρκικής και της ιθαγενούς ολιγαρχίας». Ομοίως, ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Αλέξανδρος Τσιριντάνης, στο βιβλίο του «Εμείς οι Έλληνες» (Αθήνα, 1978 ) και στη σελίδα 105, είναι κατηγορηματικός: «Ποιος έκανε την Επανάσταση του ';21; Το Οικουμενικό Πατριαρχείο μήπως; Όχι. Αυτό δεν ήθελε την Επανάσταση και ο Πατριάρχης την αφόρισε. Βρέθηκαν μερικοί να πουν, πως τάχα ο τρομερός αφορισμός ήταν εικονικός και έγινε μόνο για να ξεγελάσει τους Τούρκους. Δεν μπορούμε αυτά να τα πιστέψουμε ...» Για την ιστορία, ο Α. Τσιριντάνης ήταν υπουργός Δικαιοσύνης στην υπηρεσιακή κυβέρνηση που έκανε τις εκλογές του 1961.

Μόλις κηρύχτηκε η επανάσταση στη Μολδαβία από τον Μιχαήλ Βόδα - Σούτσο και τον Αλέξανδρο Υψηλάντη (την 3η Μαρτίου 1821), ο Πατριάρχης και όλη η Σύνοδος τους αφορίζει. Αποκαλεί τον Βόδα «τέρας, έμψυχον αχαριστίας» και τον Υψηλάντη «αγνώμονα» και τους δυο μαζί «ματαιόφρονες», «αχρείους και κακόβουλους», «κακοποιούς», κλπ. και τους καταριέται να είναι «αφορισμένοι και κατηραμένοι και ασυγχώρητοι και άλυτοι μετά θάνατον και τυμπανιαίοι». «Πατάξαι Κύριος αυτούς, τη ψυχεί, τω πυρετώ, τη ανεμοφθορία, και τη ώχρα». Πριν από τον μεγάλο αυτόν αφορισμό, το 1820 είχαν αφορισθεί πολλοί γνωστοί Διαφωτιστές, (Πίκκολος κλπ), ενώ το 1819 αφορίστηκαν η... Άλγεβρα, η... Τριγωνομετρία, και οι... Λογάριθμοι. Συγχρόνως, ο λογοκριτής-επιστάτης, του πατριαρχικού τυπογραφείου Ιλαρίων Σιναΐτης «έδωκε γνώμην, να παιδευθούν με ποινήν θανάτου, πέντε - έξ από τους θέλοντας να ενσπείρουν επανάστασιν, δια να σωφρονισθούν οι άλλοι».

Στις 25 Αυγούστου 1820, στο περιοδικό «Μέλισσα», που εκδίδονταν στο Παρίσι από τους εκεί Έλληνες, δημοσιεύθηκε μία επιστολή από τις Θεραπείες (προάστιο της Κων/πολης). Η επιστολή αυτή ισχυριζόταν ότι στο Πατριαρχείο είχε γίνει λόγος για οργάνωση φόνων διαφωτιστών (αρχείο Μέλισσας, τόμος 3ος σελ. 274). Ο Κοραής ήταν πεπεισμένος για το αυθεντικό της επιστολής. Στην επιστολή του προς τον Ιάκωβο Ρώτα (21 Δεκεμβρίου 1821) γράφει: «Έμαθες ίσως, ότι ο Νεόφυτος Βάμβας ζει παρά πάσαν ελπίδα. Ολίγον έλειψε φίλε μου να του σηκώσει την ζωήν ο Κατιμερτζής (Κατιμερτζής λεγόταν εκείνος που παρασκευάζει και πουλάει σάμαλι, παρωνύμιο του Γρηγορίου του Ε)» και συνεχίζει: «του οποίου ίσως την ώραν ταύτην ασπάζονται τα λείψανα και επικαλούνται την πρεσβείαν, οι Οδησσινοί. Ω, τον ηλίθιον τον Σουλτάνον! Τους φίλους του σφάζει, αντί να τους φορέσει καφτάνι». Το «καφτάνι» ήταν ένα πολυτελέστατο ολόσωμο ένδυμα, το οποίο δώριζε ο Σουλτάνος σε ένδειξη ευγνωμοσύνης, σε εκείνους που του προσέφεραν σπουδαίες υπηρεσίες.

Τον αφορισμό της Επανάστασης από το Πατριαρχείο και την επικύρωση της εγκυκλίου του, ελάχιστοι μητροπολίτες αρνήθηκαν να υπογράψουν. Ένας απ' αυτούς ήταν ο Μητροπολίτης Χαλκίδας, που έκρυψε τον αφορισμό και κράτησε στάση υπέρ της Επανάστασης. Ένας ακόμα στάθηκε στο ύψος του και πέθανε ηρωϊκά. Ήταν ο ξεχασμένος σήμερα Ευγένιος Καραβίας, που κατάγονταν από την Ιθάκη, μητροπολίτης Αγχιάλου, της πάλαι ποτέ ωραίας ελληνικής πόλης της Μαύρης Θάλασσας. Αυτός όχι μόνον δεν υπέγραψε τον αφορισμό, αλλά και αρνήθηκε να τον διαβάσει δημόσια όταν το ζήτησαν οι Τούρκοι. Συνελήφθη και βασανίστηκε άγρια χωρίς να ενδώσει. Οι Τούρκοι τον κρέμασαν στις 10 Απριλίου 1821.

Όταν έφτασε ο αφορισμός της Επανάστασης στη Βιέννη, η Αυστριακή κυβέρνηση επέβαλε στον Κοκκινάκη, συντάκτη του αγαπημένου περιοδικού του Κοραή «Ερμής ο Λόγιος» και στον Αθανάσιο Σταγειρίτη, εκδότη της «Καλλιόπης», να δημοσιεύσουν τον αφορισμό και την πατριαρχική εγκύκλιο. Αυτοί αρνήθηκαν και, αδιαφορώντας για τους κατατρεγμούς και τις συνέπειες, σταμάτησαν την κυκλοφορία των περιοδικών τους (Δημήτρης Φωτιάδης, «Η Επανάσταση του 1821»). Η Επανάσταση στην κυρίως Ελλάδα άρχισε την 21η Μαρτίου 1821 και εδραιώθηκε την 23η Μαρτίου, με την απελευθέρωση της Καλαμάτας από τον Κολοκοτρώνη, τον Πετρόμπεη και τους Μανιάτες. Η υποτιθέμενη κήρυξη της Επανάστασης στην Μονή της Αγίας Λαύρας από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, την 25η Μαρτίου, φυσικά δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και δεν αναφέρεται ούτε καν στα απομνημονεύματα του ίδιου του Παλαιών Πατρών Γερμανού. Επ' αυτού, η «Ιστορία» της Εκδοτικής Αθηνών (τόμος 12ος, σελίδα 83) γράφει: «Η ιστορική όμως αλήθεια απέχει πολύ από το θρύλο... Ούτε στις 25 Μαρτίου, αλλά ούτε και στις 21 που έγινε η πρώτη πολεμική επιχείρηση, βρίσκονταν κανείς στην Αγία Λαύρα. Λίγες μέρες μετά την άφιξή τους εκεί, στις 10, ή 13 Μαρτίου, όλοι οι αρχιερείς και οι πρόκριτοι, διασκορπίσθηκαν στα ορεινά χωριά της Αχαΐας. Ειδικότερα ο Παλαιών Πατρών Γερμανός έμεινε στα Νεζερά». Για όλη την δράση του Παλαιών Πατρών Γερμανού, ο ιστορικός Τάκης Σταματόπουλος, κυκλοφόρησε το βιβλίο «Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, χωρίς θρύλους». Θα σταθούμε, σ'; ένα χαρακτηριστικό γεγονός, που αναφέρει ο Σταματόπουλος: «Μετά την άλωση της Τριπολιτσάς όλος ο Θησαυρός (κυρίως χρυσά κοσμήματα με πολύτιμους λίθους), που κυριεύθηκε από τους Τούρκους περιήλθε στα χέρια του Παλαιών Πατρών Γερμανού. Μεταφέρθηκε στη Ζάκυνθο και όχι μόνο δεν διατέθηκε για τις ανάγκες του Αγώνα, αλλά έγινε αιτία να ξεκληριστούν οι συγγενείς του, στην προσπάθεια να γίνουν κάτοχοι του θησαυρού». Πολύ αποκαλυπτικός στο θέμα αυτό είναι και ο κοτζάμπασης, αλλά αγωνιστής του 1821 υποστράτηγος Κανέλλος Δεληγιάννης, που στα απομνημονεύματά του (1ος τόμος, σελίδα 282), γράφει: «Ο δε Παλαιών Πατρών Γερμανός, όταν εστάλει μαζί με τον Γεωργάκη Μαυρομιχάλη ικέται στον Πάπα της Ρώμης και δεν τους εδέχθει, έμειναν για τινα καιρόν εις την Άγκώναν. Εκεί ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, μετασχημάτισε εις χρυσοχόους τα τσεβαϊρικά (ακριβά χρυσά κοσμήματα, στολισμένα με πολύτιμους λίθους) από Τουρκικά εις Ευρωπαϊκά καλλωπίσματα, δια να μην γνωρίζονται... Αυτά τα είδε ο Μαυρομιχάλης ιδίοις οφθαλμοίς και μας διαβεβαίωσεν, ότι τα εξετίμησαν εκεί ογδοήκοντα χιλιάδες τάληρα, ως έγγιστα. Και επανερχόμενος, τα άφησε εις την Ζάκυνθον, παρακαταθήκην εις την αδελφήν του, σύζυγον του Γεωργίου Καλαμογδάρτη. Και ελέγετο έκτοτε και όλοι το επίστευον, ότι η αδελφή του έστειλε τον άνδρα της στο Ναύπλιο πλησίον του αδελφού της. Αυτός διαμείνας εκεί μερικόν καιρόν, τον εδηλητηρίασε για να κερδίσουν μόνοι τους τα τσεβαϊρικά. Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, απέθανε απροσδοκήτως. Τούτο μαθόντες οι άλλοι συγγενείς, μεταχειρίσθησαν τον αυτόν τρόπον, ώστε εκ δηλητηρίου απέθανε και ο Γεώργιος Καλαμογδάρτης και η γυναίκα του. Τελικά επενέβη η αστυνομία της Ζακύνθου και παρέλαβε τα τσεβαϊρικά και άγνωστο τι απέγιναν».

Όλοι μας, από μικρά παιδιά, μαθαίνουμε για την Επανάσταση του 1821, για τον Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε, για τον Παλαιών Πατρών Γερμανό και για την Αγία Λαύρα. Μαθαίνουμε για τον μαρτυρικό θάνατο του Ρήγα και για τον αθάνατο «Θούριό» του. Τον Αδαμάντιο Κοραή, τον αποκαλούμε «Πρωτοδάσκαλο του Γένους» και τιμούμε τον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Φυσικά καταλήγουμε στο συμπέρασμα, ότι η επιτυχία της Επανάστασης ήταν δήθεν προϊόν μια αρμονικής συνεργασίας, την οποία φαινομενικά επιβεβαιώνει και η συνύπαρξη, των τριών ανδριάντων στα προπύλαια του Πανεπιστημίου της Αθήνας. Όμως κανείς ποτέ δεν μας έπεισε, με την απάντηση που έδωσε στο ερώτημα: Γιατί η σκλαβιά κράτησε τόσους αιώνες;

Γιώργος Δαδαμόγιας
Αναδημοσίευση από το περιοδικό ΔΙΙΠΕΤΕΣ https://diipetes.ysee.gr/