12.4.16

ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΠΑΡΙΣΙ

 ΜΟΥΣΙΚΗ

"La chanson de Craonne" (1917) Anon. , Marc Ogeret
"La Révolte" (1886) di Sébastien Faure (1886), Les 4 Barbus
"Non, non plus de combats" C.Robini (1917), le Corou de Berra
"Le chant des ouvriers" (1846) di P.Dupont.
"Le père Lapurge" (1886) di Constant Marie, Marc Ogeret.
"Quand viendra-t-elle?" di E.Pottier (1870), Mouloudji

30.3.16

Οι Έλληνες, εχθροί του βιβλίου



Βιβλία
Οι Ελληνες που «καταφέρνουν» να διαβάζουν ένα τουλάχιστον βιβλίο τον χρόνο -μου ’λεγαν φίλοι τις προάλλες και δεν το πίστευα- ανέρχονται μόλις στους οκτώ έως δέκα χιλιάδες. Εφερα αντιρρήσεις, αλλά οι φίλοι είχαν διαβάσει πρόσφατες έρευνες.
Ενα βιβλίο; Σε ένα χρόνο; Κάπως έτσι δεν πάνε καλά τα πράγματα. Καταργείται από τις κοινωνικές σχέσεις το αναγιγνώσκειν βιβλία. Παρ’ όλα αυτά ημείς άδομεν. Οχι θα κάτσουμε να σκάσουμε.
Κατανοώ ότι το διάβασμα δεν πολυταιριάζει στους Ελληνες, λόγω κλίματος κυρίως. Να λούζει τη χώρα, καθημερινά σχεδόν, ο ωραίος ήλιος και συ να μην εκθέτεις το σώμα σου (και το πνεύμα σου;) στην ευεργεσία των ακτίνων του; Ε, θα είναι ιεροσυλία, περιφρόνηση προς το φως.
Εντάξει. Αλλά το ηλιακό φως από μόνο του δεν εισχωρεί στα πνευματικά (και ψυχικά) σκοτάδια. Χρειάζεται κάποιο άλλο φως εκεί, κάποια δάδα που θα φωτίσει την άγνοια, την αμάθεια, την ανία, κάποιο λυχνάρι που θα προσδώσει στιλ, γούστο, συμπεριφορά, αυτοπεποίθηση, κάτι παραπάνω απ’ ό,τι προσδίδουν οι κοινωνικές σχέσεις και η καθημερινότητα· κάποια ιστορικότητα που δεν μεταφέρουν οι κινήσεις του σώματος και τα βλέμματα των διπλανών.
Αυτό φαίνεται να είναι η ανάγνωση ενός βιβλίου: ένα ταξίδι φωτός στο σκότος του πλαγκτού, στις νεφέλες του πνεύματος.
Υπάρχουν δικαιολογίες ή και επιχειρήματα σοβαρά εκ μέρους εκείνων οι οποίοι δεν ασχολούνται με την πράξη της ανάγνωσης, όπως είναι -το κυριότερο- η έλλειψη χρόνου, το ότι τρέχουν και δεν φτάνουν δηλαδή, η οικονομική στενότητα (ασφυξία), οι πολλοί παρλαπίπες συγγραφείς ή ακόμη η (λανθασμένη) πίστη ότι όλα έχουν ειπωθεί και τι να ψάχνουμε τώρα... κ.ά.
Τι να πεις. Λείπουν ίσως οι μεγάλοι ποιητές και συγγραφείς, οι οτρηροί δοκιμιογράφοι, οι έγκυροι ιστορικοί, οι μεγάλοι παραμυθάδες και οι εύθυμοι γραφιάδες, έχουν ατονήσει πιθανώς η αίγλη και η ένταση του κειμένου που αποτελούν όλον. Μας αρκούν μερικά αποσπάσματα και δυσφορούμε στο τρίπτυχο αρχή - μέση - τέλος. Πώς ν’ αρχίσεις και πότε (!) να τελειώσεις;
Οι φίλοι, τα ποτά, τα ταξίδια, ο έρωτας, το κολύμπι, η έκθεση στον ήλιο (και μάλιστα τον μεσογειακό), το συντρώγειν και συμπίειν δεν έχουν χρείαν την ανάγνωση. Καλά είμαστε, δεν θα σκοτιστούμε κιόλας με τις εμμονές του κάθε ένα που νομίζει ότι προσφέρει κοινωνικό έργο.
Και, όμως, το θέλουμε είτε όχι, κάπως έτσι έχουν τα πράγματα. Εδώ ο κόσμος χάνεται -σου λένε- η τέχνη του λόγου μας μάρανε; Και πώς να ερμηνεύσεις, με δεδομένο τη μικρή λέσχη των εν Ελλάδι αναγνωστών, τους περίπου δέκα χιλιάδες τίτλους που εκδίδονται ανά χρόνο; Δυσανάλογος αριθμός, ασύλληπτος και για κράτη οι υπήκοοι των οποίων είναι καλοί και σταθεροί αναγνώστες.
Εάν δεν μας πείθουν οι σύγχρονοι λογοτέχνες, υπάρχουν οι κλασικοί. Ούτε μ’ αυτούς επιθυμούμε να συνομιλήσουμε; Ετσι, για να πάρουμε μια ιδέα πώς φτάσαμε ώς εδώ, να μάθουμε τις καταβολές, τους προγόνους, τα άλματα από τον μύθο στον λόγο, τα «επιτεύγματα» της επιστήμης, πού στο διάολο μας οδηγούν τα πολιτικά συστήματα που επιλέγουμε μόνοι μας (!) και άλλα πολλά που δεν μπορείς να τα «ανακαλύψεις» στην TV και στο διαδίκτυο.
Καταλαβαίνω ότι υπάρχουν πολλοί άλλοι λόγοι που δεν μας επιτρέπουν την ανάγνωση βιβλίων. Μπορούν, όμως, να αφανιστούν (οι λόγοι) εάν αποφασίσουμε ότι είμαστε ακόμη ικανοί (ελεύθεροι εννοώ) να φιλιωθούμε με τα βιβλία.

http://gerontakos.blogspot.gr/

Πάλι μεγάλα λόγια κι υπερβολές, πάλι μεγάλα λόγια μου ξαναλές


Ο κόσμος σου να είμαι εγώ 

πρώτη εκτέλεση:Αλίκη Καγιαλόγλου
Μουσική: Μ.Χατζιδάκις
Στίχοι: Ν. Γκάτσος


Πάλι μεγάλα λόγια κι υπερβολές
πάλι μεγάλα λόγια μου ξαναλές.

Όποιος χωρίς δαιμόνους δαιμονίζεται
πάει μια δεξιά, μια αριστερά,
ποτέ δεν πάει μπροστά.

Λόγια γνωστά και ίδια λόγια αδειανά
ατέλειωτα ταξίδια στο πουθενά.

Όποιος χωρίς ανέμους ανεμίζεται
πάει μια ψηλά, μια χαμηλά,
ποτέ δεν πάει σωστά.

Αν μ’ αγαπάς κι αν θες να σ’ αγαπώ
σταμάτα να σκορπάς το άνθος σου και τον καρπό.

Μαζί μου θέλω σεμνά να περπατάς
αλλού να μην κοιτάς
ο κόσμος σου να είμαι εγώ.

Πάλι μεγάλα λόγια κι υπερβολές
πάλι μεγάλα λόγια μην ξαναλές.

Όποιος χωρίς φεγγάρια φεγγαριάζεται
πάει μια κρυφά, μια φανερά
ποτέ δεν πάει στρωτά.

Αν μ’ αγαπάς κι αν θες να σ’ αγαπώ
σταμάτα να σκορπάς το άνθος σου και τον καρπό.

Μαζί μου θέλω σεμνά να περπατάς
αλλού να μην κοιτάς
ο κόσμος σου να είμαι εγώ.

25.3.16

Γιανναράς: «Να ξαναβρούμε τον τρόπο της ελληνικότητας. Όχι γιατί πρέπει, αλλά για να δούμε εάν μας δίνει πραγματική χαρά ζωής»

O Χρήστος Γιανναράς μιλά για την ελληνική ταυτότητα, τη σχέση του Έλληνα με το παρελθόν και τον τόπο, αλλά και τις παθογένειες που εξακολουθούν να τον κρατούν καθηλωμένο.
giannaras
Εδώ και χρόνια γράφετε στα άρθρα σας αλλά και στα βιβλία σας για την ελληνική ταυτότητα, την κρίση που διέρχεται, την ανικανότητα να βρούμε τον εαυτό μας και να εκτιμήσουμε το παρελθόν μας. Είναι μάλιστα τόσο έντονη η αντίδραση, κυρίως από προοδευτικούς και ακαδημαϊκούς κύκλους, όταν κάνεις μιλάει για ιστορική συνέχεια, Βυζάντιο κτλ, με κίνδυνο μάλιστα να κινδυνεύει να χαρακτηριστεί εθνικιστής και ακροδεξιός.
Υπάρχει μια φοβερή παρανόηση, είναι σύμπτωμα της παρακμής, με τις ίδιες λέξεις καταλαβαίνουμε τελείως άλλα πράγματα σήμερα. Αυτό τώρα εάν έχει γίνει μεθοδικά ή έχει γίνει συμπτωματικά, κανείς δεν μπορεί να το ξέρει. Πάντως υπάρχει η παρουσία μίας κοινωνικής ομάδας ανθρώπων, οι οποίοι δείχνουν, δεν μπορεί να το βεβαιώσει κανείς, ότι δουλεύουν μεθοδικά σε αυτόν τον τομέα. Έχουν διαστρέψει τα νοήματα: λένε Βυζάντιο και εννοούν σκοταδισμό, αυτό που εννοούσε ο 19ος αιώνας με τον Βολταίρο, τον Μοντεσκιέ και τους άλλους, λένε ελληνισμός και εννοούν εθνικισμός, περίπου Χρυσή Αυγή. Έχουν κάνει τέτοιες παραποιήσεις, οι οποίες δυστυχώς απλώνονται, πήραν την ετικέτα του προοδευτικού και εξαπλώνονται σαν αρρώστια, σαν έκζεμα.
Οι παραποιήσεις αυτές όμως υποστηρίζονται από πολλούς, που δεν έχουν και την κατάλληλη παιδεία και ιστορική γνώση για να το υποστηρίξουν. Παράλληλα υπάρχει μια νέα γενιά που δεν έχει καθόλου ιστορική γνώση και για την οποία η κα Αρβελέρ σε συνάντηση που είχα μαζί της, μου εξέφρασε την πεποίθηση ότι αυτή η γενιά των μορφωμένων νέων που δεν ξέρει ιστορία, είναι σαν τη λευκή σελίδα και μπορεί να ξεκινήσει από το μηδέν και να μας πάει αλλού.
Μου κάνει εντύπωση αυτή η φράση της κ. Αρβελέρ, μιας ακαδημαϊκού. Ακόμη και η σχολή των Annales στη Γαλλία, που ήταν μια αριστερή σχολή, ιστορικοϋλιστική κατά κάποιο τρόπο, και αυτός ο Le Golf (Jacques Le Golf) λέει πάρα πολύ ωραία το εξής (μου διαβάζει):
«Η Ευρώπη οικοδομείται. Είναι το μεγάλο όραμα. Δεν θα πραγματωθεί, εάν δεν λάβουμε υπόψη την ιστορία. Μια Ευρώπη χωρίς ιστορία θα ήταν μια Ευρώπη ορφανή και δυστυχισμένη. Γιατί το σήμερα έρχεται από το χθες, το μέλλον αναδύεται από το παρελθόν…Στις προσπάθειες ενοποίησης της η ήπειρος έζησε διενέξεις, συγκρούσεις, διαιρέσεις, εσωτερικές αντιφάσεις. Στην ευρωπαϊκή υπόθεση θα αφοσιωθούμε, μόνο αν γνωρίζουμε ολόκληρο το παρελθόν και αντικρίζουμε το μέλλον». Σοφές κουβέντες…
Βάσει αυτού που μόλις μου διαβάσατε, δεν μπορώ να μη σχολιάσω αυτό που συμβαίνει σήμερα, όπου δεν ξέρουμε τι ακριβώς είμαστε και τι θέλουμε. Είμαστε Ευρωπαίοι; Έλληνες; Από τη μια μισούμε την Ευρώπη και από την άλλη θέλουμε να είμαστε μέρος της. Παράλληλα, ουκ ολίγοι στην πατρίδα μας νιώθουν άβολα με το να δηλώσουν Έλληνες, προτιμούν να ανήκουν, όπως λένε, στην κατηγορία των ανθρώπων γενικά και αόριστα, ο εθνικός προσδιορισμός τους απωθεί.
Κοιτάξτε αυτά νομίζω, ταπεινά φρονώ, ότι είναι συμπτώματα μιας φοβερής πτώσης του επιπέδου. Οι άνθρωποι δεν προβληματίζονται, δεν σκέπτονται. Αυτό το δίλημμα, του πόσο είμαστε Έλληνες ή Ευρωπαίοι είναι ένα ψευτοδίλημμα που γεννήθηκε τους τελευταίους αιώνες, βέβαια αρκετά εγκαίρως από τον Κοραή, Αυτός είναι ο κακός δαίμων του ελληνισμού, όπως τον χαρακτηρίζει ο Ράνσιμαν, διότι έφτιαξε μια θεωρία ότι την αρχαία Ελλάδα τη διέσωσε η Δύση. Ποιά Δύση; Η Δύση των βαρβάρων, the barbarian west, που έφτασαν σε ένα πρωτόγονο επίπεδο στην Ευρώπη από τον τέταρτο στον έκτο αιώνα. Αυτοί λοιπόν μετά την πτώση της Κωνσταντινούπουλης, βέβαια είχαν αρχίσει από πιο νωρίς και το ψηλοκορτάρανε, εμφανίσθηκαν ότι διέσωσαν την αρχαία Ελλάδα. Εμείς με την τουρκοκρατία, λέει ο Κοραής, χάσαμε κάθε συνέχεια. Επομένως, εάν θέλουμε να γίνουμε Έλληνες, πρέπει να γίνουμε πρώτα Ευρωπαίοι, για να γίνει μετακένωση της ελληνικότητας. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν να φτιάξουμε ένα κράτος μιμητικό, ένα κράτος μεταπρατικό. Τα πάντα είναι αντιγραφή. Εκεί είναι ο πολιτισμός, εκεί είναι τα φώτα. Ότι ήταν εδώ θεωρείτο καθυστέρηση, βαρβαρισμός. Οπότε καταλαβαίνετε ότι επάνω σε αυτή τη σχιζοφρένεια έχει οικοδομηθεί ένα κράτος.
«Αυτό το δίλημμα, του πόσο είμαστε Έλληνες ή Ευρωπαίοι είναι ένα ψευτοδίλημμα που γεννήθηκε τους τελευταίους αιώνες, βέβαια αρκετά εγκαίρως από τον Κοραή, Αυτός είναι ο κακός δαίμων του ελληνισμού, όπως τον χαρακτηρίζει ο Ράνσιμαν, διότι έφτιαξε μια θεωρία ότι την αρχαία Ελλάδα τη διέσωσε η Δύση»
Υπήρξαν όμως προσωπικότητες στην Ελλάδα οι οποίες έζησαν στην Ευρώπη και διέγνωσαν την παθογένεια, όπως για παράδειγμα η γενιά του 30.
Και πριν από τη γενιά του 30 υπήρξαν προσωπικότητες που σήκωσαν ένα ανάστημα, όπως για παράδειγμα ο Σπυρίδωνας Ζαμπέλιος, ο Παπαδιαμάντης, ο Δραγούμης. Στη συνέχεια η γενιά του 30, πλέον επεξεργασμένα, έδειξε ότι αυτός ο λαός έπαψε να παράγει πολιτισμό από τη στιγμή που έγινε αυτόνομο κράτος. Μέχρι τότε είχε ταυτότητα, η λαϊκή τέχνη είχε ταυτότητα, το ίδιο και η αρχιτεκτονική, η ζωγραφική, η μουσική, οι κοινοτικοί θεσμοί έσωζαν την ταυτότητα του ελληνισμού, την ιδιαιτερότητα, όχι για να ξεχωρίζουμε, αλλά διότι μόνο με την ετερότητα μετέχεις στο ιστορικό γίγνεσθαι. Όταν δηλαδή κομίζεις κάτι. Όταν απλώς πιθηκίζεις και τρέχεις πίσω από τους άλλους, τότε είσαι της καρπαζιάς, είσαι μια αστεία υπόθεση. Λοιπόν, αυτό χάθηκε, κυρίως τα τελευταία 50 χρόνια με ένα τρόπο που είναι σπαραχτικός. Τουλάχιστον ακόμη και μέσα σε αυτή την ξιπασιά των φώτων της Δύσης διατηρείτο μέχρι κάποια στιγμή ένα ενδιαφέρον για τη γλώσσα, πως να σωθεί η γλώσσα, υπήρχε μια περηφάνια για τη γλώσσα ή για τους αρχαίους, για τη συνέχεια. Επίσης, δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα έγινε μια ανακάλυψη του Βυζαντίου, του λεγόμενου Βυζαντίου, δηλαδή του ελληνισμού στα χρόνια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, του ελληνορωμαϊκού κόσμου όπως λέγεται σήμερα στην ιστορία. Όλα αυτά τις τελευταίες δεκαετίες μετά την μεταπολίτευση έχουν διαλυθεί, έχουν συκοφαντηθεί, έχουν βγει από τον τρόπο της ζωής μας. Βάλαμε και το μονοτονικό…

Στα γραπτά σας, αλλά και το τελευταίο σας βιβλίο «Η Ευρώπη γεννήθηκε από το Σχίσμα», δίνετε μεγάλη έμφαση σε αυτό και παρομοιάζετε την κατάργηση του πολυτονικού με την Μικρασιατική Καταστροφή.
Φυσικά, γιατί στην Μικρά Ασία χάθηκαν κοιτίδες καταγωγής, με το μονοτονικό χάθηκε η συνέχεια της ελληνικής γλώσσας. Ένας Έλληνας σήμερα κάτω των 40 ετών δεν καταλαβαίνει τι θα πει «Τη υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια», δεν καταλαβαίνει τον Παπαδιαμάντη, τον Ροϊδη.
Δίνετε μεγάλη έμφαση στη γλώσσα και το ανήκειν.
Εάν υπάρξει μια πολιτική ανάκαμψη, προϋπόθεση και της οικονομικής και της γενικότερης ανάκαμψης, να με θυμάστε, θα γίνει όταν θα βρεθεί ο πολιτικός που θα βάλει τα αρχαία ελληνικά στο δημοτικό. Βέβαια, όχι με τις μεθόδους του σήμερα ή με αυτές που τόσα χρόνια μας ταλαιπωρούσαν. Υπάρχουν παιδαγωγικές μέθοδοι συναρπαστικές, που μπορούν να κάνουν την εκμάθηση της γλώσσας παιχνίδι. Αλλά στα χίλια χρόνια ελληνισμού, στο λεγόμενο Βυζάντιο, που ξεκινούσαν τα παιδιά από έξι ετών και μάθαιναν την αλφάβητο με τον Όμηρο, κάτι ήξεραν. Μιλούσαν ένα νεότερο ιδίωμα που είχε προκύψει, όμως η μήτρα ήταν ο Όμηρος. Όταν έχεις ένα τέτοιο γλωσσικό επίτευγμα, είναι έγκλημα να το θυσιάζεις για χρηστικούς λόγους. Όταν δημιουργήθηκε το κράτος του Ισραήλ επέβαλε ως επίσημη γλώσσα το παλαιότερο γλωσσικό ιδίωμα, το μασοριτικό.
«Εάν υπάρξει μια πολιτική ανάκαμψη, προϋπόθεση και της οικονομικής και της γενικότερης ανάκαμψης, να με θυμάστε, θα γίνει όταν θα βρεθεί ο πολιτικός που θα βάλει τα αρχαία ελληνικά στο δημοτικό»
Επίσης στο Ισραήλ, εάν δεν κάνω λάθος, η έννοια του πολίτη είναι συνυφασμένη με το θρήσκευμα. Είσαι Ιουδαίος, άρα μπορείς και να είσαι και πολίτης του Ισραήλ. Στη χώρα μας ο ελληνισμός και η γλώσσα είναι συνυφασμένα με τη θρησκεία, την ορθοδοξία. Εάν υπάρξει αποκοπή από την Ορθοδοξία τότε θα μπορούμε να μιλάμε για ελληνισμό;
Νομίζω πως δεν μπορεί να υπάρξει, όμως νομίζω ότι είναι λάθος να βλέπουμε την ορθοδοξία ως θρησκεία. Διότι με τα σημερινά δεδομένα, ίσως και γενικότερα, η θρησκεία είναι μια ατομική επιλογή, ένα ψυχολογικό γεγονός. Στον ελληνισμό και σε άλλες παραδοσιακές κοινωνίες, υπήρχε μια νοηματοδότηση της ζωής, υπήρχε ένα νόημα, μια αναφορά στην αιτία και στον σκοπό, άρα και κάποιοι κανόνες αληθείας που προέκυπταν από αυτό το σκοπό και την αιτία. Η εκκλησία απαντούσε στον Έλληνα σε αυτά τα πολύ βασικά και θεμελιώδη ερωτήματα, τα οποία έδιναν νόημα στη ζωή και στον θάνατο. Όταν χάσει ένας λαός μια τέτοια νοηματοδότηση,τότε επικρατεί ένας μηδενισμός, όπως σήμερα. Τα πάντα είναι χρησιμότητα, κατανάλωση, δεν υπάρχει τίποτα που να δίνει πραγματική χαρά ζωής. Γιατί μόνο εάν ψηλαφείς ένα νόημα στη ζωή σου, μπορείς να έχεις χαρά ζωής. Διαφορετικά η χαρά της ζωής είναι η κατανάλωση.

Και όμως ο αντίλογος είναι ότι η εκκλησία καθήλωσε τον Έλληνα, ο οποίος πάντα περιμένει μια μαγική λύση για τα προβλήματά του και ότι το Βυζάντιο καθυστέρησε την ανάπτυξη του ατόμου και χάσαμε, μεταξύ άλλων, τον διαφωτισμό που συνέβη στην Ευρώπη.
Αυτό που ξέρω ότι της καταλογίζουν, και ειδικότερα ο Ράμφος, ο οποίος κάνει αγώνα γι’ αυτό, είναι ότι ακριβώς εγκλώβισε το άτομο στην κοινότητα. Όλα αυτά εμπίπτουν μέσα στη γενικότερη σύγχυση που έχει δημιουργηθεί. Νομίζω πως αυτά που λέει (ο Ράμφος) είναι στους αντίποδες της ιστορικής πραγματικότητας. Η δυναμική του ελληνισμού από την πρώτη στιγμή ήταν η πόλις. «Το μετέχειν κρίσεως και αρχής», να είσαι πολίτης, ενεργός, μέτοχος στο γίγνεσθαι. Το να περιπέσουμε στον ατομοκεντρισμό του δυτικού βαρβαρικού τρόπου βίου, στο επίπεδο κυριαρχίας των ενστίκτων, όπου κυριαρχεί το άτομο και οι ανάγκες, οι απαιτήσεις, οι ορμές του ατόμου, εάν αυτό το λέμε πρόοδο τότε αντιστρέφουμε τους ρόλους της ιστορίας, το άσπρο μαύρο. Είναι τερατώδη αυτά που ισχυρίζεται ο κ. Ράμφος.
byzantium
«Η εκκλησία απαντούσε στον Έλληνα σε αυτά τα πολύ βασικά και θεμελιώδη ερωτήματα, τα οποία έδιναν νόημα στη ζωή και στον θάνατο»
Όμως, αυτή η άποψη καθίσταται κυρίαρχη.
Βέβαια, γιατί βολεύει αυτή η άποψη. Σκεφτείτε γιατί είχε αυτή τη δυναμική αυτός ο πολιτισμός που γεννήθηκε από τη βαρβαρική Δύση. Ο λόγος είναι ότι πρόκειται για έναν πολιτισμό που κολακεύει τα ένστικτα, τον εγωτισμό, τον ναρκισσισμό. Σκεφτείτε πως μεγαλώνει σήμερα ένα παιδί. Ένα παιδί της αγροτικής κοινωνίας για να έχει φως ή για να έχει θερμότητα, έπρεπε πρώτα απ΄ όλα να έχει μια προσωπική σχέση με υλικά πράγματα. Αυτή η σχέση δημιουργούσε ασυνείδητα μια στάση ζωής. Έπρεπε να σεβαστείς τον άλλο όρο της σχέσης, τα ξύλα για να ανάψεις φωτιά, έπρεπε να τα σεβαστείς, δεν μπορούσες να τους επιβάλλεις να ανάψουν. Αυτές οι λεπτομέρειες δημιουργούσαν έναν ψυχισμό, ο άνθρωπος ήξερε να σχετίζεται, ήξερε να αποδέχεται, ήξερε να ταπεινώνεται, να παραιτείται από το εγώ.
Το σημερινό παιδί πατάει ένα κουμπί και έχει φως, ένα άλλο κουμπί και έχει θερμότητα, ένα τρίτο κουμπί και έχει εικόνα. Αυτό το παιδί μεγαλώνει ασυνείδητα με έναν ψυχισμό παντοδυναμίας. Όταν θα φτάσει η ώρα για να ερωτευθεί, δεν θα μπορεί, γιατί δεν ξέρει. Και δεν φταίει γι΄ αυτό, δεν έμαθε ποτέ να μοιράζεται. Αντιλαμβάνεστε σε τι απανθρωπία οδηγούν οι θεωρίες του Ράμφου και όλη αυτή η κατεστημένη πια στην ελληνική κοινωνία, η μεταπρατική νοοτροπία της μεταποικιακής κοινωνίας. Όπως οι χώρες που βγήκανε από την αποικιοκρατία, έτσι και εμείς είμαστε ακριβώς το ίδιο: ζηλεύουμε αυτό που είχανε οι αποικιοκράτες.
«Αντιλαμβάνεστε σε τι απανθρωπιά οδηγούν οι θεωρίες του Ράμφου και όλη αυτή η κατεστημένη πια στην ελληνική κοινωνία, η μεταπρατική νοοτροπία της μεταποικιακής κοινωνίας»
Και ποια είναι η ελληνική πρόταση σήμερα;
Κοιτάξτε, αυτό δεν μπορεί να υπάρξει ως συνταγή. Εάν το σκεφτούμε με αυτόν τον τρόπο, πέφτουμε πάλι στο γήπεδο της Δύσης. Αυτό θέλει μια καλλιέργεια του τρόπου, μια επανεύρεση του τρόπου, μια άλλη σχολική αγωγή και μια διαφορετική αγωγή των μέσων μαζικής ενημέρωσης, ώστε προοδευτικά και ανεπαισθήτως, που λέει ο Καβάφης, να ξαναβρούμε τον τρόπο της ελληνικότητας. Να τον ξαναβρούμε, όχι γιατί πρέπει, ούτε επειδή είναι καλύτερος, αλλά για να δούμε εάν μας δίνει πραγματική χαρά ζωής.
Μου λέτε αυτά τα πράγματα για τη Δύση ενώ έχετε σπουδάσει, όπως και άλλοι Έλληνες διανοούμενοι και εργαστεί εκεί…

Αυτό ακριβώς είναι το δυναμικότερο στοιχείο αυτής της στάσης. Πριν από εμάς, όλοι οι λεγόμενοι ελληνοκεντρικοί διανοούμενοι, ο Κόντογλου, ο Πικιώνης, ο Θεοτοκάς, ο Λορεντζάτος, ο Σαραντάρης, ο Ελύτης, όλοι τους φάγανε τη Δύση με το κουτάλι. Διότι μόνο εάν ζήσεις στη Δύση και τα αδιέξοδα της Δύσης, ξυπνάει μέσα σου το ενδιαφέρον να δεις εάν υπάρχει κάτι διαφορετικό στη δική σου παράδοση. Ένας άνθρωπος που αγνοεί τη Δύση, δεν μπορεί να είναι Έλληνας. Γι’ αυτό και όλοι μας επιμένουμε, εννοώ όσοι έχουμε αυτή την οπτική, ότι η μετοχή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) είναι απαραίτητη. Εάν πάψει να μετέχει στην ΕΕ η Ελλάδα, τότε βγαίνει από το ιστορικό γίγνεσθαι. Έχεις ταυτότητα όταν έχεις ετερότητα. Όλοι μου οι δάσκαλοι ήταν ο Χάιντεγκερ, ο Βιτγκεστάιν, ο Νίτσε, ο Λακάν. Και αυτό διότι γεννήθηκα και μεγάλωσα ως δυτικός, με δυτική εκπαίδευση, με δυτική θρησκευτικότητα, με θαυμασμό προς τη Δύση. Οπότε, κάποια στιγμή, όταν γεννήθηκε μέσα μου το ερώτημα, ευτυχώς εγκαίρως, τι έχει οδηγήσει σήμερα τη ζωή μας σε αδιέξοδα, ακολούθησα αυτούς τους μεγάλους που μου έδειξαν με την κριτική τους ποιο ήταν το λάθος στη δυτική ιστορική εξέλιξη. Η κριτική του Χάιντεγκερ σπάζει κόκαλα. Εάν δεν περάσεις από αυτή τη θητεία και μαθητεία, δεν μπορείς να ανακαλύψεις τη διαφορά.
«Μόνο εάν ζήσεις στη Δύση και τα αδιέξοδα της Δύσης, ξυπνάει μέσα σου το ενδιαφέρον να δεις εάν υπάρχει κάτι διαφορετικό στη δική σου παράδοση. Ένας άνθρωπος που αγνοεί τη Δύση, δεν μπορεί να είναι Έλληνας»
Ίσως να ήταν χρήσιμο να μας βοηθήσετε να καταλάβουμε λίγο την ιστορική πορεία της Δύσης, όπως την αντιλαμβάνεστε. Από τα γραπτά σας βλέπω ότι δίνετε έμφαση στον Αυγουστίνο, καθώς λέτε ότι αυτός διαμόρφωσε τη δυτική σκέψη.
Ναι και στις συγκυρίες που ανέδειξαν τον Αυγουστίνο ως κεφαλάρι, τον μεγάλο πατέρα του δυτικού πολιτισμού. Όλοι οι ιστορικοί, και τα έχουν μελετήσει οι δυτικοί ιστορικοί αυτά και, ξέρετε, είναι πολύ τίμιοι, συμπίπτουν σε αυτή τη διαπίστωση: Αυτά τα στίφη τα βαρβαρικά που έφτασαν στη Δύση από τον 4ο έως τον 6ο αιώνα, ξεκινούσαν από τα οροπέδια της Ασίας, πέρα από τα Ουράλια. Ζητώντας βοσκοτόπια, η μια φυλή πίεζε την άλλη και την εκτόπιζε. Κάποια στιγμή πέρασαν και τον Ρήνο και μπήκανε στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, τότε, ήταν κάτι αντίστοιχο όπως η Ευρώπη, ήταν, δηλαδή, κάτι ζηλευτό. Όμως αυτοί οι λαοί ήταν πολεμικά φύλα . Ήξεραν μόνο τον πόλεμο και το κυνήγι, δεν ήξεραν καν τι σημαίνει αγροτική καλλιέργεια. Μιλάμε για πολύ χαμηλό επίπεδο.
european civilization

Σε επίπεδο κανιβαλισμού, λέτε στο βιβλίο σας «Η Ευρώπη γεννήθηκε από το σχίσμα» αλλά και στο «Ορθοδοξία και Δύση στη Νεώτερη Ελλάδα».
Ακριβώς, σφάζανε τους ντόπιους, τους εκτοπίζανε... Αλλά, όπως και σήμερα, έτσι και τότε, για να μπεις στον πολιτισμό ήταν προϋπόθεση να είσαι χριστιανός. Τότε λοιπόν οι ηγέτες αυτών των βαρβαρικών φύλλων αποφάσιζαν να βαπτιστούν χριστιανοί. Και πράγματι βαπτίζονταν μαζικά στο ποτάμι. Άντε τώρα ένας άνθρωπος χωρίς καμία παιδεία, χωρίς καμία μόρφωση, να καταλάβει τη διάκριση ουσίας και υποστάσεως της ουσίας, να καταλάβει την ενανθρώπιση του Θεού ως κορύφωμα ελευθερίας του Θεού από τη θεότητα του, άρα ως αιτιώδη αρχή του υπαρκτού, την ελευθερία και όχι την αναγκαιότητα. Δεν καταλάβαιναν τίποτα από αυτά. Φτιάξανε δηλαδή με το χριστιανισμό μία παγανιστική εκδοχή ανάλογη με αυτή που είχαν οι ίδιοι προηγουμένως. Και όταν πια, στον 9ο αιώνα, ο Καρλομάγνος του συνένωσε σε μία αυτοκρατορία, πήρε τους πιο σπουδαγμένους στην αυλή του και εκεί έγινε από τον Ακουίνο η ανακάλυψη του Αυγουστίνου.
Ένας Καρλομάγνος που δεν ήξερε να διαβάζει και να γράφει…
Ακριβώς! Και ο Αυγουστίνος ο ίδιος δεν είχε καμία ελληνική παιδεία, δυστυχώς δεν ήξερε ελληνικά και αυτοσχεδίαζε. Και έφτιαξε από το χριστιανισμό μία θρησκεία απλοϊκή, ένας τιμωρός Θεός, ένας άνθρωπος που αμαρτάνει και τιμωρείται. Αυτά τα σχήματα πέρασαν και κυριαρχούν μέχρι σήμερα.
Κυριαρχούν και σε εμάς;
Πέρασαν φυσικά και σε εμάς με τον εξευρωπαϊσμό μας.
Βίαιη μεταστροφή στη καινούργια θρησκεία υπήρξε και στο Βυζάντιο. Ο Έλληνας ήταν ο εθνικός, ο Ιουστινιανός κλείνει τις φιλοσοφικές σχολές, Πότε αρχίζει να υπάρχει και πάλι συνείδηση της ελληνικότητας στο Βυζάντιο;
Νομίζω ότι αυτές είναι σχηματικές ερμηνείες, οι οποίες δεν έχουν κανένα έρεισμα. Για παράδειγμα, λέμε ότι ο Ιουστινιανός έκλεισε τις τελευταίες φιλοσοφικές σχολές των Αθηνών και αυτό είναι μύθος. Επί Ιουστινιανού έκλεισαν οι τελευταίες φιλοσοφικές σχολές των Αθηνών, επειδή είχαν παρακμάσει. Οι τελευταίοι που φοίτησαν εκεί, έναν αιώνα πριν από τον Ιουστινιανό, ήταν ο Μέγας Βασίλειος, ο Ιωάννης Χρυσόστομος και ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός.

 Αλλά, εν συνεχεία, επανέρχεται σε χρήση η λέξη Έλληνας, αυτό το έχει υπογραμμίσει ο Σβορώνος, από τον 10ο αιώνα και μετά. Όποιος ήταν Ρωμαίος πολίτης με ορθόδοξο θρήσκευμα, εκκλησιαστικό θρήσκευμα, ήταν και Έλλην, διότι είχε γλώσσα ελληνική, όλη αυτή η απέραντη αυτοκρατορία μιλούσε ελληνικά. Μάλιστα ο Σβορώνος είχε πει το εξαιρετικό: «Μη μου ζητάτε συνέχεια αίματος, εγώ κάνω ιστορία, δεν κάνω ζωολογία».
Λέτε κάπου πως οι δυτικοί σχολίασαν την Άλωση της Κωνσταντινούπολης ως την άρση μιας αναπηρίας για την ένωση της Ευρώπης.
Ναι, διότι από τη στιγμή που η Ευρώπη, μετά τον 12ο αιώνα, άρχισε λίγο να στέκεται στα πόδια της, να αποκτά μία αυτονομία και με το σχίσμα κυρίως να θέλει να αυτονομηθεί ως προς την ελληνικότητα και την ελληνική Ανατολή, άρχισε αυτή η αντιπαλότητα ,η οποία εξελίχθηκε σε μία αντιπαλότητα προς το Βυζάντιο. Τη λέξη Βυζάντιο τη φέρανε τον 16ο αιώνα. Μέχρι τότε ήταν αντιπαλότητα προς τους Έλληνες, Contra Errores Graecorum, κατά των πλανών των Ελλήνων. Ήταν μια αντιπαλότητα, η οποία, όταν έπεσε η Κωνσταντινούπολη στα χέρια των Τούρκων ικανοποιήθηκε. Επιτέλους έλειψε αυτή η μεγάλη απειλή, αυτός ο κριτικός αντίλογος, αν θέλετε, και από τότε η Δύση είναι μονόδρομος. Κανένας άλλος πολιτισμός δεν μπόρεσε να αντιταχθεί με κοινωνιοκεντρικό όραμα στον κτηνώδη ατομοκεντρισμό του δυτικού μοντέλου.

Γίνεται πολύ συζήτηση γι΄ αυτό και συγκεκριμένα υποστηρίζεται ότι ο Τούρκος ήταν τελικά επιλογή.
Δεν ήταν επιλογή, εάν θέλουμε ιστορικά να είμαστε στοιχειωδώς συνεπείς, δεν τους φέραμε εμείς στην Μικρά Ασία τους Τούρκους. Απλώς, όταν άρχισε η προσπάθεια στην Κωνσταντινούπολη για να τα φτιάξουμε με τη Δύση, να υποταχθούμε στη Δύση, προκειμένου να μας βοηθήσει να αντικρούσουμε τους Τούρκους, τότε εμφανίστηκε μια μερίδα Ελλήνων σημαντική η οποία έλεγε ότι είναι καλύτερα με τους Τούρκους παρά με την τιάρα. Δηλαδή, είναι καλύτερα να υποταχθείς σε κάποιον που σε δυναστεύει, παρά να δώσεις γη και ύδωρ και να αφομοιωθείς από κάποιον ο όποιος είναι αντίπαλός σου, κάτι εντελώς ξένο προς εσένα, αλλά έσπευσες να τον δεχτείς και να του προσφέρεις την ταυτότητα σου.
Αφού η ταυτότητά μας ήταν τόσο ισχυρή, δεν θα μπορούσαμε να συνθηκολογήσουμε και να τους αφομοιώσουμε εμείς; Άλλωστε και η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία επηρεάστηκε σφόδρα από τον ελληνικό πολιτισμό.
Αυτό το προσπάθησαν. Είχε βγάλει ο Οκτάβιος Μερλιέ στο Γαλλικό Ινστιτούτο μερικές μελέτες για τη μικρασιατική ελληνική πραγματικότητα, για το πως οι Έλληνες συνυπήρχαν με τους Τούρκους. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα τους επηρέαζαν. Μέχρι σήμερα οι Τούρκοι σέβονται τον Αη-Γιώργη ή την Παναγιά, αλλά μη ξεχνάτε ότι ήταν άλλο πράγμα το Ισλάμ και άλλο ο ρωμαϊκός κόσμος με το δωδεκάθεο, το οποίο σαφώς έμπαζε πια απ΄ όλες τις μεριές, και οι πληθυσμοί ζητούσαν πλέον κάτι άλλο, κάτι πληρέστερο. Το Ισλάμ είναι μία θρησκεία χωρίς μεταφυσική, μία θρησκεία τυφλή, η οποία ανταποκρίνεται στην ενστικτώδη ανάγκη του ανθρώπου για θρησκεία. Αυτό το πράγμα δεν μπορούσε να αφομοιωθεί από τον ελληνισμό, εδώ βλέπετε ότι δεν μπορεί καν να αφομοιωθεί από το δυτικό παράδειγμα. Στη Γαλλία για παράδειγμα η τρίτη, η τέταρτη γενιά Μουσουλμανικών μειονοτήτων, και δεν υπάρχει αυτό πουθενά στον κόσμο εκτός από τους Εβραίους, δεν αφομοιώνεται.
«Το Ισλάμ είναι μία θρησκεία χωρίς μεταφυσική, μία θρησκεία τυφλή, η οποία ανταποκρίνεται στην ενστικτώδη ανάγκη του ανθρώπου για θρησκεία. Αυτό το πράγμα δεν μπορούσε να αφομοιωθεί από τον ελληνισμό, εδώ βλέπετε ότι δεν μπορεί καν να αφομοιωθεί από το δυτικό παράδειγμα»
Εκτός από αυτό που λέτε, διαπιστώνεται και μια τάση δυτικών, από Αγγλία, Γαλλία, πάρα πολλοί από το Βέλγιο, να προσχωρούν στο ριζοσπαστικό Ισλάμ. Που το αποδίδετε αυτό; (*Η συνέντευξη έγινε περίπου ένα μήνα πριν τις αιματηρές επιθέσεις των τζιχαντιστών στο Παρίσι)
Αυτό είναι ένα πολύ σπουδαίο θέμα, το οποίο πρέπει επειγόντως να μελετήσουμε. Πως εξηγείτε το γεγονός ότι σε αυτές τις υπέρ ανεπτυγμένες κοινωνίες εμφανίζεται ένα τέτοιο ρεύμα στροφής προς το Ισλάμ; Προσωπική μου άποψη, γιατί πρόκειται για ένα ζήτημα το οποίο απαιτεί έρευνα, είναι ότι η τάση αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι ο μηδενισμός της Δύσης δεν αντέχεται. Η ψυχή του ανθρώπου θέλει κάπου να καταφύγει και όταν ξεκινάς για να απορρίψεις τον μηδενισμό, θα πας στην άλλη άκρη, σε μία θρησκεία τυφλή, χωρίς μεταφυσική και θα κόβεις κεφάλια. Εκείνο που συνέβη με το περιοδικό Charlie Hebdo στη Γαλλία ήταν μια αποκάλυψη. Μια ολόκληρη κοινωνία, 1,5 εκατ. Γάλλοι, βγήκαν στο Παρίσι με ένα στυλό στο χέρι για να υπερασπισθούν το απόλυτο μηδέν. Δηλαδή ότι εγώ επιλέγω αυτό είμαι, το εγώ μου επιλέγει τα πάντα, δεν υπάρχει τίποτα που να ξεπερνάει το εγώ μου.
Μα δεν τίθεται ζήτημα ελευθερίας της έκφρασης; Άλλωστε, αυτό που υποστηρίζουν και το συγκεκριμένο περιοδικό, είναι ότι η θρησκεία οδηγεί σε μαχαίρι και οι χριστιανοί έσφαξαν…Είναι επικίνδυνο πράγμα η θρησκεία.
Αυτός σήμερα είναι ο τρόπος της ζωής μας, ο ατομοκεντρισμός μας, στο απόλυτο. Αλλά, νομίζω, για έναν Έλληνα πρέπει τουλάχιστον να τίθεται ως ερώτημα, ως απορία, γιατί η έννοια του ατομικού δικαιώματος ήταν άγνωστη στην αρχαία Ελλάδα, ήταν άγνωστη στο ρωμαϊκό δίκαιο. Γιατί; Διότι αυτό που επιδιώκει η νεότερη Δύση με τα ατομικά δικαιώματα υπερκαλυπτόταν από το γεγονός ότι ήσουν πολίτης, μετείχες κρίσεως και αρχή. Το σώμα του πολίτη ήταν ιερό. Δεν υπήρχε στην αρχαία Ελλάδα σωματική βάσανος, μαστίγωση, φραγγέλωση, ούτε καν δήμιος. Ο Σωκράτης καταδικάζεται σε θάνατο και δεν υπάρχει δήμιος να εκτελέσει την ποινή. Ή θα πάρει μόνος του κώνειο να το πιει πειθόμενος της γνώμης, γιατί και η δημοκρατία κάνει λάθη, ή θα φύγει, θα πάψει να είναι πολίτης, θα πάει κάπου αλλού, μέτοικος.
Είναι τεράστιες οι παρανοήσεις που έχουν γίνει με ένα τρόπο και ένα επίπεδο αφελέστατο, παιδαριώδες. Το ατομικό δικαίωμα είναι το μεγαλύτερο αδιέξοδο των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Δεν μπορεί ο νόμος να καθορίζει τα πάντα στη ζωή. Όταν ο Καντ, το λέω αυτό συχνά, ορίζει γάμο ως σύμβαση δύο ετερόφυλων ατόμων για αμοιβαία χρήση της σεξουαλικής ιδιαιτερότητας του άλλου, εκεί είναι όλη εικόνα της απανθρωπίας του δικαιώματος…απανθρωπία σκέτη!
Είναι και αυτό, όπως και οι υπερασπιστές του Charlie Hebdo, μια συνέπεια της Αυγουστίνιας σκέψης;
Ή αντίδραση ή συνέπεια. Γιατί έχουν δίκιο όταν λένε ότι η θρησκεία σφάζει, μαχαιρώνει κάνει Ιερή Εξέταση, έχουν δίκιο, όλα αυτά ταυτίζονται με το νόμο. Η θρησκεία είναι ένα ενστικτώδες και πρωτογενές μόρφωμα και ανάγκη του ανθρώπου. Ο Χριστιανισμός δεν είναι θρησκεία, είναι εκκλησία…
Το έχετε συσχετίσει με την εκκλησία του δήμου…
Ναι εκκλησία του δήμου και εκκλησία των πιστών. Είναι ένα συλλογικό άθλημα για την πραγμάτωση του αληθούς, όπως κάθε άθλημα έχει το ρίσκο της αποτυχίας. Η διαφορά της εκκλησίας στην Ανατολή, στον ελληνισμό, απ' ό,τι στη Δύση είναι ότι οι αποτυχίες στην ελληνική παράδοση δεν θεσμοποιήθηκαν ποτέ, δεν είχαμε ποτέ Ιερή Εξέταση ή πίνακα απαγορευμένων βιβλίων. Όλα αυτά όπου γίνανε, και εάν γίνανε, ήταν ατομικές παρεκτροπές, συνήθως με απομίμηση της Δύσης. Αλλά, τουλάχιστον μέχρι σήμερα, δεν έχουν θεσμοποιηθεί.

Υπάρχει ένα αντεπιχείρημα όσον αφορά στην εκκλησία του δήμου, το οποίο προϋποθέτει την ύπαρξη πολιτών, σε αντιπαράθεση με την εκκλησία των πιστών και αυτό είναι ότι στο ορθόδοξο Βυζάντιο δεν υπήρχαν πολίτες, όπως στη Δύση από ένα σημείο και μετά, αλλά υπήκοοι.
Απορώ, απορώ, έστω αν είχαν διαβάσει έστω και τα σχολικά εγχειρίδια αν θα έλεγαν τέτοια πράγματα. Το κύριο γνώρισμα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ήταν το να είσαι Ρωμαίος πολίτης. Αυτό το πήραν από την αρχαία Ελλάδα, αλλά δεν έχει σημασία από που το πήραν. Τον Απόστολο Παύλο, όταν τον πήραν για να τον μαστιγώσουν, τους λέει ότι είναι Ρωμαίος Πολίτης και αμέσως σταματούν. Είναι απίστευτα αυτά τα πράγματα. Υπήκοοι οι κάτοικοι του Βυζαντίου που η μονάδα λειτουργίας αυτής της συγκεντρωτικής αυτοκρατορίας ήταν η κοινότητα, όχι το άτομο, υποκείμενο φορολογικής υποχρέωσης ήταν η κοινότητα, που σημαίνει ότι κάθε ανάγκη κοινωνείτο. Δεν ήταν όπως σήμερα το απρόσωπο άτομο που χαρακτηρίζεται από έναν αριθμό δελτίου ταυτότητας και έναν αριθμό φορολογικού μητρώου. Είναι τερατώδεις οι παρανοήσεις και οι παρεξηγήσεις!
Μου έχουν περιγράψει την έννοια και το δέσιμο της κοινότητας και της αλληλοβοήθειας στα χωριά, άνθρωποι οι οποίοι το έζησαν τις περασμένες δεκαετίες . Τουλάχιστον μέχρι τη δεκαετία του 50 αυτό ίσχυε σε πολλά μέρη της πατρίδας μας.
Βέβαια ,υπήρχε η βοήθεια απ΄ όλο το χωριό στην καλλιέργεια του χωραφιού της χήρας ή του αδύναμου και μάλιστα εθελοντικά. Τώρα κρεμόμαστε από το κράτος. Κάποτε έλεγε ο Έλληνας στο χωριό χτίσαμε σχολειό, φτιάξαμε πλατεία, τώρα χιόνι ρίχνει και λέμε που είναι το κράτος.
Άρα πώς συνοψίζουμε, πώς ορίζουμε τι είναι Έλληνας;
Εγώ θα έλεγα ότι ο ορισμός του Έλληνα είναι το πολιτικόν ζώον. Ο άνθρωπος είναι ζώον πολιτικόν, ο Έλληνας είναι ζώον πολιτικόν. Μετέχει στο αγώνισμα της πόλεως, της συνύπαρξης.
athens

Σήμερα συνάδει αυτό, μπορεί να λειτουργήσει με τη στενή σχέση που υπάρχει μεταξύ κράτους και εκκλησίας; Ο διαχωρισμός αυτών των δύο πώς θα μπορούσε να επηρεάσει τον Έλληνα;
Επειδή είμαστε ένα κράτος μιμητικό των δυτικών προτύπων, νομίζω ότι σε διοικητικά θέματα πρέπει να γίνει ένας σαφής διαχωρισμός. Να μην έχει η εκκλησία κανένα ρόλο συμβολαιογραφικό. Όπως το να υπάρχει μια συνύπαρξη σε ένα πεδίο που έχει καταντήσει λίγο κωμικό, όπως δηλαδή να αποδίδονται σε επισκόπους τιμές στρατηγού και κάτι τέτοια καλαμπούρια, να είναι ο στις παρελάσεις ο δεσπότης, δεν έχει καμία θέση εκεί ο επίσκοπος της εκκλησίας. Ο επίσκοπος της εκκλησίας είναι ο πατέρας της κοινότητας.

Αυτά προέκυψαν από το Όθωνα και μετά;
Από την αυτοκεφαλία και έπειτα…
Έχετε πει και έχετε γράψει ότι με την ίδρυση του ελληνικού κράτους τελείωσε ο ελληνισμός. Επίσης σε μια από τις επιφυλλίδες σας γράφετε ότι η παρακμή λαών και η ιστορική τους εξαφάνιση είναι το αποτέλεσμα της μεταλλαγής της παθολογίας σε φυσιολογία.
Έτσι μοιάζει…Όταν το διάστροφο και το αλλοιωμένο θεωρείται φυσιολογικό και νόμιμο. Βέβαια στην περίπτωση του ελληνικού κράτους έχουμε παραλλάξει, επειδή ακριβώς δεν ήταν γέννημα των δικών μας αναγκών και το δυτικό που προσλάβαμε. Δηλαδή αυτό το Κοινοβούλιο δεν έχει καμία σχέση με τον ευρωπαϊκό κοινοβουλευτισμό, είναι μια αρλούμπα. Επίσης και ο τρόπος λειτουργίας των κομμάτων, αν και σήμερα παντού έχει εισχωρήσει αυτό το στοιχείο της διαφήμισης και εμπορευματοποίησης της πολιτικής, αλλά στην Ελλάδα είναι σε τριτοκοσμικό επίπεδο.
Πού βασίζετε τις όποιες ελπίδες σας δεδομένου ότι έχετε γράψει πως ο ελληνικός τρόπος ίσως να μπορέσει να σωθεί και να επικοινωνηθεί από άλλους λαούς, Λάπωνες, Αργεντινούς…
Το λέω σαν συλλογισμό ότι αυτό που πρότειναν οι Έλληνες μέσα στην ιστορία, βίωσαν και παρουσίασαν ως πρόταση, νομίζω ότι είναι τόσο ενδιαφέρον και πολύτιμο για την ανθρώπινη ιστορία που δεν μπορεί, κάπου θα διασωθεί, κάποιοι θα το καταλάβουν. Θα είναι στους Λάπωνες; Θα είναι στη Νιγηρία; Δεν ξέρω ,αλλά ο συλλογισμός μου λέει ότι κάπου θα διασωθεί.
Ίσως να το καταφέρουν οι Ευρωπαίοι εταίροι μας εάν το επεξεργαστούν καλύτερα.
Δεν ξέρω, γιατί οι Ευρωπαίοι πλέον έχουν παγιωμένους εθισμούς στον ατομοκεντρισμό. Υπάρχει μεγάλο και σημαντικό ρεύμα conversion, καθολικών ή προτεσταντών που στρέφονται στην ορθοδοξία. Αλλά βλέπετε σε αυτούς τους μεταστραμμένους, χωρίς να θέλω να το κάνω απόλυτο, βλέπετε ότι κάτι παραμένει γιατί η εκκλησία δεν μεταδίδεται ως ιδεολογία που την επιλέγω, τα δόγματα που λένε σήμερα. Η εκκλησία μεταγγίζεται με το γάλα της μάνας. Είναι ένας τρόπος με τον οποίο εντάσσεσαι. Έχω και λέω πάντοτε γιατί μου αρέσει αυτό την εξής ιστορία.
Μετά την χούντα συζητούσαν στη Βουλή τον καταστατικό χάρτη της εκκλησίας και πήρε το λόγο ο Ηλίας Ηλιού, της Αριστεράς και είπε «Κοιτάξτε, εγώ είμαι άθεος, αλλά νομίζω ότι γι’ αυτό το θέμα έχω την τάδε γνώμη». Έπειτα από μερικές ημέρες συζητούσαν και πάλι στη Βουλή την απόφαση του Καραμανλή να βγάλει τη χώρα από το ΝΑΤΟ. Παίρνει και πάλι το λόγο ο Ηλιού και λέει: «Εμείς της Αριστεράς σας λέγαμε πάντα ότι η Ελλάδα έπρεπε να βγει από το ΝΑΤΟ και να τώρα που έρχεται η Δεξιά να το κάνει αυτό και όπως λέει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αυτός που έρχεται τη δωδέκατη ώρα είναι δεκτός». Λοιπόν η πρώτη φορά που στη Βουλή των Ελλήνων παραπέμψανε στον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο ήταν από έναν άθεο. Με αυτό το παράδειγμα θέλω να σας πω ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχουν άθεοι και ένθεοι. Υπάρχει μια παράδοση βιωματική στην οποία εντάσσεται το παιδί και αργότερα την απορρίπτει, το παίζει άθεος, αλλά έχει μυηθεί, έχει μπει σ΄ έναν τρόπο σχέσης και ο τρόπος αυτός είναι απτός. Ο ελληνισμός σώθηκε στα 400 χρόνια σκλαβιάς, όχι επειδή κάναμε κατήχηση, αλλά γιατί ανάβανε το καντήλι, ζυμώνανε πρόσφορο, κάνανε αγιασμό και κυρίως πήγαιναν στην εκκλησιά, ήταν το κεντρικό κοινωνικό γεγονός, ήταν γιορτή, πανήγυρις.
«Ο ελληνισμός σώθηκε στα 400 χρόνια σκλαβιάς, όχι επειδή κάναμε κατήχηση, αλλά γιατί ανάβανε το καντήλι, ζυμώνανε πρόσφορο, κάνανε αγιασμό και κυρίως πήγαιναν στην εκκλησιά, ήταν το κεντρικό κοινωνικό γεγονός, ήταν γιορτή, πανήγυρις»
--------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Ο Χρήστος Γιανναράς γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε στα Πανεπιστήμια της Αθήνας, της Βόννης και της Σορβόννης (Παρίσι). Δίδαξε Φιλοσοφία, Πολιτιστική Διπλωματία και Συγκριτική Οντολογία σε πανεπιστήμια της Γαλλίας, της Ελβετίας, της Ελλάδας. Επιφυλλιδογραφεί σε εφημερίδες παρεμβαίνοντας στην πολιτική και κοινωνική επικαιρότητα.Τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες.

19.3.16

Λούπινο, το «κρέας του φτωχού»: Η καλλιέργειά του δίνει 400 ευρώ το στρέμμα -Τι είναι ο καρπός αυτός [εικόνες]

Λούπινο, το «κρέας του φτωχού»: Η καλλιέργειά του δίνει 400 ευρώ το στρέμμα -Τι είναι ο καρπός αυτός [εικόνες]



Το αποκαλούν «κρέας του φτωχού», επειδή οι παλαιότεροι το έτρωγαν λόγω της υψηλής περιεκτικότητας των καρπών του σε πρωτεΐνη -φτάνει μέχρι και 44%- ενώ σήμερα το λούπινο (περί ου ο λόγος) έρχεται να δώσει λύση στα αυξημένα έξοδα των κτηνοτρόφων σε ζωοτροφές.
Το λούπινο αποτελεί μια πολλά υποσχόμενη καλλιέργεια κτηνοτροφικού ψυχανθούς για την ελληνική ύπαιθρο και την ελληνική κτηνοτροφία, συγκαταλέγεται στις εύκολες καλλιέργειες με χαμηλό κόστος παραγωγής, ενώ αποτελεί και μια κερδοφόρα καλλιέργεια για τον παραγωγό, όπως εξήγησε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο γεωπόνος-συγγραφέας, Κάσσανδρος Γάτσιος.
Μπορεί, σήμερα, να είναι ελάχιστα τα στρέμματα που καλλιεργούνται στη χώρα μας, αλλά η οικονομική κρίση, σε συνδυασμό με τα προωθούμενα μέτρα στον αγροτικό χώρο, αυξάνουν την ανάγκη για μείωση του κόστους παραγωγής και την καλλιέργεια προϊόντων που θα απορροφηθούν άμεσα στην εσωτερική αγορά.
"Οι δυνατότητες του πρωτογενούς τομέα είναι τεράστιες" επανέλαβε ο κ. Γάτσιος, προσθέτοντας ωστόσο ότι "ο μικρός γεωργικός κλήρος στη χώρα μας, η έλλειψη στρατηγικού σχεδιασμού σε βάθος 10ετίας τουλάχιστον, αλλά και ισχυρών ομάδων παραγωγών, όπως και η μη επαρκής λειτουργία υπηρεσιών σε επίπεδο πολιτείας, που θα μπορούσαν να πιάσουν από το χέρι τον αγρότη και να τον καθοδηγήσουν, φρενάρουν σημαντικά τον κλάδο".

Καθαρό εισόδημα 400 ευρώ/στρέμμα και ...αποδόσεις
Το λούπινο είναι ένα φυτό γνωστό από την αρχαιότητα, που επανέρχεται και πάλι δυναμικά στο διατροφικό προσκήνιο, και η καλλιέργειά του κερδίζει έδαφος πανευρωπαϊκά. Από τον καρπό του μπορεί να παραχθεί αλεύρι αλλά και λάδι, ενώ πολλές είναι και οι θεραπευτικές του ιδιότητες. Το φυτό είναι γνωστό εδώ και 3.000 χρόνια στην περιοχή της Μεσογείου. Στην Ελλάδα θεωρείται κυρίως κτηνοτροφικό φυτό και πολύ ευτελές και φτωχικό φαγητό, το οποίο εγκαταλείφθηκε με την πάροδο των χρόνων και αντικαταστάθηκε από την εισαγόμενη σόγια, η οποία στο μεγαλύτερο ποσοστό της είναι μεταλλαγμένη.
Η ζήτηση για λούπινο αυξάνεται, κυρίως στην Ευρώπη, και η καλλιέργειά του μπορεί να αποφέρει ένα σημαντικό εισόδημα και συγκεκριμένα ακαθάριστο ετήσιο εισόδημα ύψους 300-500 ευρώ/στρέμμα, με το καθαρό εισόδημα να υπολογίζεται σε 200-400 ευρώ/στρέμμα.
Η παραγωγή του λούπινου εξαρτάται από την ποικιλία, τις εδαφοκλιματικές συνθήκες, την εποχή σποράς, την πυκνότητα φύτευσης κ.λπ. Η όψιμη φθινοπωρινή σπορά, όπως επίσης και η έλλειψη εδαφικής υγρασίας από την άνθιση και μετά, επηρεάζουν αρνητικά τις αποδόσεις. Οι ποικιλίες του λευκού λούπινου αποδίδουν από 240 έως και 450 κιλά/στρέμμα, με τις αποδόσεις της ποικιλίςας Multitalia για τα ελληνικά δεδομένα να κυμαίνονται από 130 μέχρι και 300 κιλά.στρέμμα, ανάλογα τις εδαφοκλιματικές συνθήκες.
Το λούπινο είναι ένα ποώδες φυτό, ετήσιο, ορθόκλαδο. Έχει ριζικό σύστημα που αναπτύσσει διακλαδώσεις και μία κεντρική κατακόρυφη ρίζα. Τα φύλλα των λούπινων είναι σύνθετα παλαμοειδή, τα δε φυλλάριά τους εκπτύσσονται κυκλικά γύρω από την άκρη του μίσχου. Τα άνθη του μπορεί να έχουν λευκό, κίτρινο, κυανό, μαργαριτώδες χρώμα και εκπτύσσονται επάκρια σε βότρεις. Τα άνθη του φέρουν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των ανθέων των ψυχανθών. Τα λούπινα είναι φυτά αυτογόνιμα, αλλά μπορούν να σταυρογονιμοποιηθούν, με τη βοήθεια των εντόμων.

Οι "γλυκές" και "ημίγλυκες" ποικιλίες λούπινου καλλιεργούνται σε Αυστραλία, Γαλλία, Πολωνία και τη Χιλή σαν βασική πηγή πρωτεΐνης στις ζωοτροφές, καθώς ο καρπός περιέχει μέχρι και 44% πρωτεΐνη ανάλογα με το είδος, την ποικιλία και τις εδαφοκλιματικές συνθήκες.
Στην Ελλάδα, παλαιότερα, καλλιεργούνταν κυρίως το λευκό, ντόπιο, πικρό λούπινο όπου ύστερα από την κατάλληλη αποπίκρινση καταναλωνόταν από ανθρώπους και ζώα. Η καλλιέργεια, όπως εξήγησε ο κ. Γάτσιος, γινόταν κυρίως σε Πελοπόννησο, Κρήτη και Αιτωλοακαρνανία.
Σήμερα, η καλλιέργειά του επανέρχεται με εισαγόμενες (κυρίως από Ιταλία) και λιγότερο πικρές ποικιλίες ιδιαίτερα στη Βόρεια Ελλάδα.
Εύκολη καλλιέργεια με χαμηλό κόστος
"Το λούπινο είναι εύκολη καλλιέργεια χαμηλού κόστους, με τέτοια περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη που

μπορεί επάξια να αντικαταστήσει τη σόγια στο σιτηρέσιο των ζώων και να εξασφαλίσει αυτάρκεια

στην ελληνική κτηνοτροφία" είπε ο κ. Γάτσιος.



Το χαρακτηριστικό των λούπινων είναι ότι είναι ευαίσθητα στην υψηλή περιεκτικότητα του εδάφους σε ασβέστιο. Σε εδάφη με περιεκτικότητα σε ασβέστιο μεγαλύτερη του 5%, η καλλιέργειά τους είναι προβληματική. Τα εδάφη που είναι κατάλληλα είναι αυτά που έχουν ρΗ 5-7.
Τα λούπινα δεν απαιτούν πολύ γόνιμα εδάφη, αλλά μπορούν να καλλιεργηθούν σε φτωχά, αμμώδη. Τις καλύτερες αποδόσεις τις δίνουν σε αμμοπηλώδη εδάφη.
Σε περιοχές που καλλιεργούνται για πρώτη φορά τα λούπινα, θα πρέπει να γίνεται ο εμβολιασμός του εδάφους με τα κατάλληλα αζωτοβακτήρια, ώστε τα φυτά να προσλαμβάνουν τις απαραίτητες ποσότητες αζώτου που έχουν ανάγκη.
Για την καλλιέργειά τους ακολουθείται η εξής διαδικασία: γίνεται η ίδια κατεργασία του εδάφους που γίνεται και για τα άλλα ετήσια φυτά, δηλαδή ένα όργωμα και ένα φρεζάρισμα. Στη συνέχεια γίνεται η σπορά του σπόρου και μία ελαφρά επικάλυψη του σπόρου με μία σβάρνα. Η λίπανση που απαιτείται στην καλλιέργεια των λούπινων, επειδή είναι φυτά που ανήκουν στα ψυχανθή, αφορά τη λίπανση με φωσφόρο και κάλιο, επειδή το φυτό αυτό έχει μεγάλες ανάγκες στα στοιχεία αυτά. Επειδή όμως το ριζικό του σύστημα είναι εκτεταμένο, μπορεί να προμηθεύεται τον φωσφόρο και το κάλιο από βαθύτερα σημεία του εδάφους, με αποτέλεσμα η λίπανσή του με λιπάσματα να γίνεται με μέτριες ποσότητες φωσφόρου και καλίου. Γενικά θα πρέπει να αποφεύγονται τα λιπάσματα που περιέχουν ασβέστιο. Τα λούπινα είναι επίσης ευαίσθητα στην έλλειψη μαγγανίου.

Η πικράδα του καρπού οφείλεται σε ορισμένες αλκαλοειδείς ουσίες, οι οποίες είναι τοξικές για τον άνθρωπο και τα ζώα και για αυτό συνιστάται ξεπίκρισμα πριν τη χρήση. Παλαιότερα, ξεπίκριζαν το λούπινο με εμβάπτιση στη θάλασσα ή με καβούρδισμα. Ο καρπός του λούπινου αποτελεί επίσης πλούσια πηγή ασβεστίου, σιδήρου, μαγνησίου και φωσφόρου.
Ιστορικά στοιχεία
Σύμφωνα με εκτιμήσεις, η καλλιέργεια του λούπινου στην αρχαιότητα ξεκίνησε από την Αίγυπτο (Zoukovsky 1923). Όμως πιθανότερο είναι το λευκό λούπινο να καλλιεργήθηκε στην αρχαία Ελλάδα (Kurlovich, 2002), όπου υπάρχουν οι περισσότερες ποικιλίες του φυτού σε άγρια μορφή μέχρι σήμερα. Ένα άλλο είδος λευκού λούπινου που αυτοφύεται στη Βαλκανική χερσόνησο είναι το ssp. termis (Θέρμος ο ήμερος).
Οι αρχαίοι χρησιμοποιούσαν τα λούπινα ως τροφή όπως γίνεται ακόμη και σήμερα σε διάφορες χώρες. Ο Θεόφραστος ονόμασε το βότανο θέρμος. Ο Διοσκουρίδης το αποκαλούσε θέρμος ο ήμερος και ξεχώριζε δύο είδη λούπινα. Το γλυκό και το πικρό στα οποία απέδιδε θρεπτικές ιδιότητες.
Οι ωχροκίτρινοι καρποί σύμφωνα με τον Λουκιανό, ήταν απαραίτητο μέρος των δείπνων της Εκάτης, της θεάς "των νυκτίων φαντασμάτων", ενώ ταυτόχρονα αποτέλεσαν και την ειδική τροφή των επισκεπτών του Νεκρομαντείου του Αχέρωνα, σαν προετοιμασία για την επικοινωνία τους με τους νεκρούς. Τα σπέρματά τους ήταν ακόμη γνωστή τροφή των Κυνικών Φιλοσόφων και δίνοντας ως τράγημα (επιδόρπια) στα συμπόσια. Ο Φλωρεντίνος αναφέρει ότι είναι ωφέλιμα γιατί περιέχουν άζωτο και καθιστούν τα χωράφια γόνιμα. Και αυτό είναι σωστό, γιατί το λούπινο τραβά άζωτο από την ατμόσφαιρα το οποία χρησιμοποιεί αλλά και αποθηκεύει στις ρίζες του.
Εδώ και χιλιάδες χρόνια το βότανο έχει χρησιμοποιηθεί εσωτερικώς χωρίς να αφαιρεθεί η πικρότητά του ως ελμινθοκτόνο. Το άλευρό τους χρησιμοποιήθηκε σαν διαλυτικό, μαλακτικό και καταπραϋντικό, σε τοπικά καταπλάσματα. Το αφέψημα τους χρησιμοποιήθηκε σε καταπλάσματα, πλύσεις, πυριάματα (θερμικά επιθέματα). Χρησιμοποιήθηκε με μεγάλη επιτυχία κατά χρόνιων δερματικών παθήσεων όπως εκζέματα , λειχήνες κ.α. Τα καβούρδιζαν όπως τον καφέ και τα έπιναν με νερό γιατί πίστευαν ότι θεράπευαν στομαχικά και αρθριτικά νοσήματα. Επίσης τα έπαιρναν για προβλήματα λευκωματουρίας και διαβήτη.
Στα Χανιά λούπινα φύονται πολλά στην περιοχή του Αποκόρωνα. Παλαιότερα τα θεωρούσαν πολύ καλό μεζέ για τη ρακί. Τους καρπούς τους αποκαλούσαν στη Δυτική Κρήτη λιμπίνους, στην κεντρική Κρήτη λουμπούνους ή λουμπούνια. Τα λούπινα βέβαια είναι πικρά και η διαδικασία για το ξεπίκρισμα τους ήταν απαραίτητη. Αυτό γινόταν ως εξής. Τα έβαζαν από βραδύς στο νερό και φούσκωναν. Το πρωί τα ζεμάτιζαν σε μεγάλες χύτρες 2 με 3 φορές. Τα άφηναν να κρυώσουν και μετά τα έβαζαν σε κρύο νερό που το άλλαζαν μέχρι και τρεις φορές την ημέρα για μία βδομάδα τουλάχιστον.
Στην περιοχή της Μεσσαράς φυτρώνουν και αγριολουμπούνια τα οποία δεν τρώγονται ούτε από τα ζώα. Στην Κρήτη απέδιδαν στα λούπινα ιδιότητες ελμινθοκτόνες και αντιδιαβητικές. Παλαιότερα κατά την περίοδο των δύο πολέμων καβουρδισμένα με σιτάρι ή κριθάρι αντικατέστησαν τον καφέ όταν υπήρχε έλλειψη.

18.3.16

Σύντομη Ιστορία της Φυματίωσης στην Ελλάδα τον 20ο αιώνα



Περίπτερο της Σωτηρίας μη ανακαινισθέν όπως είναι σήμερα
Το βράδυ της 24ης Μαρτίου 1882 σε συνέδριο της Φυσιολογικής Εταιρείας του Βερολίνου ένα άρθρο με τίτλο «DIE AETIOLOGIE DER TUBERCOLOSE» «Η αιτιολογία της φυματίωσης» ανήγγειλε στο κόσμο την ανακάλυψη του βακίλου της φυματίωσης. Ο συγγραφέας αυτού του άρθρου, που δούλεψε επίπονα επί 16 χρόνια βάζοντας τα θεμέλια των βακτηριολογικών τεχνικών και της έρευνας, ήταν ο Ροβέρτος Κωχ που ανήγγειλε στο κοινό μια καμπή στον τομέα της πιο καταστρεπτικής ανθρώπινης λοιμώδους νόσου γνωστής από την εποχή του Ιπποκράτη.
Η ανακάλυψη του Κωχ ότι η φυματίωση είναι νόσος μεταδοτική και όχι κληρονομική όπως ευρέως υποστηρίζονταν μέχρι τότε και το ότι οφείλεται σε ένα βάκιλο, σηματοδότησε μια νέα στάση του βιο-ιατρικού μοντέλου[1] απέναντι στη νόσο και καθόρισε τα θεραπευτικά μέσα αντιμετώπισής της που ίσχυσαν μέχρι και τη δεκαετία του 1950.
Από το 1890[2] περίπου που η  ιατρική κοινότητα στην Ευρώπη υιοθέτησε την άποψη του Κωχ, η φυματίωση αναγορεύτηκε σε κοινωνική μάστιγα,[3] με ισχυρά μαχητικό και διαπρέποντα τον δημόσιο ιατροκοινωνικό λόγο,[4] συσχετίζοντας τη στενή σχέση μεταξύ αριθμού μικροβίων και «κοινωνικής ιεραρχίας».
Στις αρχές του 20ου αιώνα παρατηρήθηκε αύξηση της φυματίωσης ανάλογη με την πυκνότητα του πληθυσμού στις πόλεις της Ευρώπης, αύξηση που συσχετίσθηκε με την αστυφιλία, τη βιομηχανοποίηση των πόλεων, τις κακές συνθήκες εργασίας, τους άθλιους χώρους διαβίωσης, την ανάπτυξη των μέσων συγκοινωνίας, τη κακή διατροφή, την έλλειψη σωματικής υγιεινής και τις κακές υγιεινοκλιματικές συνθήκες των δημόσιων χώρων.[5]
Η υπερβολική και ανθυγιεινή εργασία παιδιών, εφήβων, γυναικών και νέων ανθρώπων της παραγωγικής ηλικίας, ευνοούσε την ανάπτυξη της φυματίωσης έτσι ώστε αναγνωρίσθηκε σαν κοινωνική μάστιγα και από τους Έλληνες γιατρούς Κοινωνιστές([6])([7]) Υγιεινολόγους,  που  μόνο τα κοινωνικά αντίδοτα θα ήταν αποτελεσματικά.
Οι μεγάλες επιδημίες θα εγκαταστήσουν τους υγιεινολόγους στη δημόσια σφαίρα.
Η πρόοδος που συντελείται στον τομέα της χειρουργικής, η χρήση των αντισηπτικών και η ανακάλυψη των εμβολίων θα τους κάνουν διάσημους.
Οι θεωρίες τους δημοσιεύονται εκλαϊκευμένες στον τύπο και γνωρίζουν μεγάλη διάδοση. Χρησιμοποιώντας την ιατρική τοπογραφία και τη στατιστική της νοσηρότητας του πληθυσμού, επιχειρούν να πείσουν το κοινό και τους πολιτικούς για την έκταση του κακού. Από περιθωριακός κλάδος της ιατρικής, η υγιεινή, αναδεικνύεται στο κλάδο που επιχειρεί να επηρεάσει την πολιτική υγείας, μέσα από την ψήφιση νομοθετικών μέτρων για τη δημιουργία μιας υποδομής υγειονομικών θεσμών.[8]
Την Ελλάδα, στις αρχές του 20ου αιώνα μάστιζε η φυματίωση,[9]  πέθαιναν 35.000 έως 40.000 ασθενείς μεταξύ 15 έως 35 ετών κάθε χρόνο.([10]) ([11]) Στα πρώτα 30 χρόνια του 20ου αιώνα η Ελλάδα έχασε περίπου 1.000.000 του πληθυσμού της και υλικές ζημιές 7.500.000 χρυσών λιρών το χρόνο. Η θνησιμότητα από φυματίωση στην Αθήνα το 1905 ήταν 500 θάνατοι ανά 100.000 κατοίκους και 200 θάνατοι σε κάθε πόλη των 20.000 κατοίκων.[12]
Έπαψε να θεωρείται κληρονομική αλλά ασθένεια μεταδοτική που μπορεί
να αποφευχθεί, εάν βελτιωθούν οι άθλιες οικονομικές, κοινωνικές συνθήκες και εφαρμοσθούν ανάλογες υγιεινοδιαιτητικές συνθήκες διαβίωσης.[13]

Ο «δεκάλογος κατά της φθίσεως»[1] που εκδόθηκε από τον «Πανελλήνιο Σύνδεσμο κατά της φυματιώσεως»[2] το 1901 με πρωταγωνιστή και πρωτοπόρο το γιατρό υγιεινολόγο Β. Πατρίκιο, προέτρεπε τους φυματικούς να μην παντρεύονται, να κοιμούνται σε χωριστό δωμάτιο, καλά σκεπασμένοι με ανοιχτά παράθυρα, να έχουν ιδιαίτερα ποτήρια, σερβίτσια φαγητού, κλινοσκεπάσματα και να σιτίζονται καλά. 

Ο Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός συμβούλευε τους ασθενείς με φυματίωση  με παρόμοιου τύπου υγιεινιστικά προστάγματα με εκείνα του Πανελληνίου Συνδέσμου,  ακόμη να είναι εύθυμοι, να έχουν θάρρος,[1] να μην φιλούν ποτέ κανένα, να μην πίνουν οινοπνευματώδη, να μην ρέπουν σε ερωτικές ακολασίες  και μεταξύ των άλλων: «Οι φρόνιμοι δύσκολα γίνονται φθισικοί και δύσκολα αποθνήσκουν από φθίσιν. Η θεραπεία της φθίσεως είναι ζήτημα υπομονής και θελήσεως».[2]
Η Σύφιλις και ο αλκοολισμός καταβάλλοντας το οργανισμό και την αντίστασή του στα μικρόβια, ευνοούσαν την μόλυνση[3] ή και τη νόσηση από το βάκιλο του Κωχ.

Παρ’ όλες αυτές τις διαπιστώσεις, η Ελλάδα στις αρχές του 20ου αιώνα περνούσε περίοδο χωρίς καμία οργανωμένη αντιφυματική προστασία, ιδίως μετά το πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο.([1])([2])
Ο τύπος της εποχής, πολιτικός και ιατρικός, επέρριπτε ευθύνες στην πολιτεία για την οργάνωση του αντιφυματικού αγώνα και προέτρεπε την ιδιωτική πρωτοβουλία να αναλάβει προφυλακτικά μέτρα κατά της φυματίωσης.[3]
Ήδη άρχισαν να έρχονται μηνύματα από τα αποτελέσματα του οργανωμένου αντιφυματικού αγώνα στη Νορβηγία, Δανία και Ελβετία, που γινόταν απομόνωση των πασχόντων και δωρεάν νοσηλεία των απόρων στα Σανατόρια. Σε 100 ασθενείς αναλογούσαν 130 κρεβάτια, ενώ στην Ελλάδα σε 100 ασθενείς μόνο 20. Η ίδρυση Σανατορίων στην Δανία μείωσε τους θανάτους από φυματίωση κατά 93%.
Οι γιατροί δεν μοιάζει  να περίμεναν τη λύση τόσο από τη πρόοδο της επιστήμης όσο από την αλλαγή της κοινωνικής συμπεριφοράς.
Το τρίπτυχο: ανίχνευση, προφύλαξη, απομόνωση, επεκράτησε προκειμένου να αναχαιτισθεί η εξάπλωση της νόσου και να προφυλαχθεί το κοινωνικό σύνολο.
Η απομόνωση του φυματικού και ο εγκλεισμός[4] του στο φθισιατρείο, είχε κυρίως διαπαιδαγωγικό χαρακτήρα, σε μια υγιεινοδιαιτητική συμπεριφορά με σκοπό τον περιορισμό της νόσου και τη δυνατότητα ίασης στο αρχικό της στάδιο. Υγιεινή χώρων, δίαιτα με αυξημένες θερμίδες, αεροθεραπεία, απολύμανση, ανάπαυση και ηθική ζωή, αποτέλεσαν τα θεραπευτικά προστάγματα θεραπείας για την αντιμετώπιση της φθίσης στην προ των αντιβιοτικών εποχή.[5]
Γιατροί, κρατικοί φορείς και ιδιώτες ρίχτηκαν στη μάχη.
Από τις αρχές ήδη του 20ου αιώνα είχε επισημανθεί από τον ιατρικό κόσμο της χώρας η ανησυχητική αύξηση των κρουσμάτων φυματίωσης στο πληθυσμό.
Στο Πανελλήνιο Συνέδριο του 1901 αφιερώθηκε ολόκληρη σειρά συνεδριάσεων για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Οι εισηγητές και διακεκριμένοι γιατροί της εποχής, Ν. Μακκάς,[6] Β. Πατρίκιος, Α. Παπαδάκης, Μ. Καλαποθάκη,[7] Μ. Καίρης,[8] Σ. Κανέλλης, ακόμη και 25 γιατροί της Σμύρνης και της Ιωνίας,[9] τόνισαν την ολοένα και μεγαλύτερη αύξηση της θνητότητας από τη νόσο, την έλλειψη ειδικών Νοσοκομείων και Σανατορίων, την ανυπαρξία διαφώτισης του λαού και την απουσία κρατικής μέριμνας, μεταφέροντας την εμπειρία που οι περισσότεροι απέκτησαν από τις χώρες της Ευρώπης που επισκέπτονταν για σπουδές, συνέδρια ή μετεκπαιδεύσεις.
Το Συνέδριο αποδέχτηκε την εισήγηση του Ν. Μακκά να ιδρυθεί Πανελλήνιος Σύλλογος κατά της νόσου προς «την περιστολήν της φυματιώσεως δια της εφαρμογής προφυλακτικών μέτρων και ανεγέρσεως εξοχικών θεραπευτηρίων».
Το 1901 ιδρύθηκε και λειτούργησε έως το 1926, ο «Πανελλήνιος Σύνδεσμος κατά της Φυματιώσεως»,[10] τη διοίκηση του οποίου αποτελούσαν 50 μέλη, γιατροί, αρχιτέκτονες, δικηγόροι, χημικοί, με σκοπό τη καταπολέμηση της φυματίωσης πιέζοντας το πολιτικό κόσμο υπέρ της νομοθέτησης για τη δημιουργία Σανατορίων, ορεινών αναρρωτηρίων και αντιφυματικών  ιατρείων, με σκοπό την ανίχνευση, πρόληψη, νοσηλεία και θεραπεία των φυματικών ασθενών. Ιδρυτές του οι Μ. Χατζημιχάλης,[11] Β. Πατρίκιος, Ν. Μακκάς, Ν. Πασπάτης, Α. Δαμβέργης, Μ. Γερουλάνος, Κ. Σάββας,([12])([13]) Α. Κούζης, Μ. Μαγκάκης, Π. Μανούσος,[14] Σ. Λιβιεράτος, Βλ. Μπένσης, είναι αυτοί που εναλλάσσονται επί σειρά ετών στο διοικητικό συμβούλιο.
Δωρεές γαιών από τη Μονή Πετράκη, κληροδοτήματα και έρανοι οδήγησαν στη συγκρότηση Ομίλου κυριών, που με πρωτοβουλία της Σοφίας Σλήμαν, ίδρυσαν το φθισιατρείο «Σωτηρία»,[15] το οποίο άρχισε να λειτουργεί το 1905, επεκτάθηκε με τη δημιουργία αρκετών «Περιπτέρων» φερόντων τις ονομασίες των ευεργετών τους,  μέχρι δε το 1919 συντηρήθηκε αποκλειστικά από την ιδιωτική πρωτοβουλία.
Το 1919 το θεραπευτήριο «Σωτηρία» περιήλθε στο κράτος,[16] εξασφαλίζοντας τη μεγάλη πίστωση για την εποχή των 800.000 δραχμών. Επιτέλους η Ελλάδα απέκτησε το πρώτο κρατικό σανατόριο.
Το 1907, ο Πανελλήνιος σύνδεσμος κατά της φυματίωσης, ίδρυσε στην Αθήνα το πρώτο Αντιφυματικό Ιατρείο που λειτούργησε με εθελοντική προσφορά εργασίας των  γιατρών του.
Το 1909 στα Χάνια του Πηλίου ιδρύεται το πρώτο ορεινό σανατόριο στην Ελλάδα με την ονομασία «Ζωοδόχος Πηγή» και σε υψόμετρο 1200 μέτρων από το γιατρό Γ. Καραμάνη.[17]





Το 1909 οργανώθηκε στην Ελλάδα το πρώτο Πανελλήνιο ιατρικό συνέδριο κατά της φυματίωσης στην Αθήνα, στο οποίο τονίσθηκε η ανάγκη ίδρυσης Σανατορίων και για πρώτη φορά χορηγήθηκε από το κράτος πίστωση 5000 δραχμών στη «Σωτηρία» και 4000 στο Πανελλήνιο σύνδεσμο, για τις ανάγκες του αντιφυματικού αγώνα.
Το 1912 οργανώθηκε στο Βόλο το δεύτερο Πανελλήνιο συνέδριο κατά της φυματίωσης, που οργάνωσε ο γιατρός Δ. Σαράτσης,[1] πρωτοστάτησε ο Β. Πατρίκιος με προτρεπτικές ιατροκοινωνιολογικές εισηγήσεις και αιχμές για τη συμμετοχή του κράτους στον αντιφυματικό αγώνα, εισηγήσεις βασισμένες κυρίως σε στατιστικές αναλύσεις περί της νοσηρότητας και της θνητότητας των νέων από τη φθίση, κατέπληξαν δε  τους συνέδρους η προσωπικότητα και οι έρευνες του Γ. Καραμάνη.[2] Συμμετείχαν γιατροί, εκπρόσωποι του Κράτους, κοινωνιολόγοι, πολιτικοί αλλά και φιλάνθρωποι, που συνέβαλαν ουσιαστικά στον αντιφυματικό αγώνα.
Τα συμπεράσματα του συνεδρίου επέδρασαν καταλυτικά στο επίσημο κράτος, ιδιαίτερα στις φιλελεύθερες κυβερνήσεις του Ε. Βενιζέλου αλλά και στη κοινωνία, με αποτέλεσμα την ανάπτυξη του εργατικού διεκδικητικού κινήματος με σοσιαλιστικές ιδέες του Παπαναστασίου και μαρξιστικές τάσεις όπως τα καπνεργατικά σωματεία του Βόλου,  ώστε να ψηφισθούν νόμοι περί δημόσιας υγείας, να επιβληθεί η διδασκαλία της υγιεινής σε όλα τα σχολεία, η υπαίθρια διδασκαλία και υπερσιτισμός[3] σε όλους τους μαθητές και να δημιουργηθούν «πρεβαντόρια» για «χοιραδικά παιδιά»[4]  κατά τα Ευρωπαϊκά πρότυπα.
Επίσης Μοναστήρια να μετατραπούν σε φθισιατρεία και να γίνεται έλεγχος των μεταναστών που επέστρεφαν πριν εγκατασταθούν στην Ελλάδα στα ήδη λειτουργούντα Λοιμοκαθαρτήρια.[5]
Νοικοκυρές, παιδιά, μαθητές, εργάτες, καπνεργάτες,[6] υπηρέτες, δημόσιοι υπάλληλοι αλλά και υπάλληλοι καταστημάτων, δάσκαλοι, ξυλουργοί, υποδηματοποιοί έπασχαν συχνότερα από φυματίωση. Από «πάθος αρχοντικό» η φθίση έγινε «πάθος κυρίως λαϊκό»,[7] λόγω της αρχόμενης βιομηχανοποίησης της χώρας και της επακόλουθης αστικοποίησης των αγροτικών πληθυσμών.
Η έλλειψη κοινωνικής ασφάλισης των εργαζομένων και η έλλειψη ασφαλιστικών ταμείων για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη των πολιτών, όξυναν τη κατάσταση ώστε οι περισσότεροι ασθενείς από φυματίωση να είναι τόσο φτωχοί, που δεν κατόρθωναν να απολαμβάνουν ιατρικής περίθαλψης, λόγω ακριβώς της κακής οικονομικής τους κατάστασης ή να νοσηλευτούν σε κάποιο από τα ελάχιστα υπάρχοντα ειδικά  ιδρύματα.[8] Οι εύποροι από φυματίωση ασθενείς είχαν τα οικονομικά μέσα για νοσηλεία στα ιδιωτικά Σανατόρια της Ελλάδας ή της Ευρώπης









Οι φυματικοί δεν είχαν θέση στην κοινωνία εκείνης της εποχής. Ήταν ισόβια χαρακτηρισμένοι, ως να ήταν υπαίτιοι οι ίδιοι για την ασθένειά τους και όχι οι κάκιστες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που διαβίωναν, απομακρύνονταν ακόμη από τα σπίτια τους αυτοβούλως ή ακόμη αποδιοπομπαίοι και από την οικογένεια τους, οι άποροι δε, διαβιούσαν απομονωμένοι σε σκηνές ή καλύβες στην ύπαιθρο έξω από τις πόλεις.([1])([2])
Η από το γιατρό στον ασθενή γνωστοποίηση της νόσου, εκτός αν αποκρύβονταν,[3] η δυσοίωνη πρόγνωση στα προχωρημένα στάδια, καθώς και η επιβολή υγιειονοδιαιτητικών προσταγμάτων, είχε σαν συνέπεια την αποδιοργάνωση της προσωπικότητας του φυματικού, τη διάλυση του οικογενειακού ιστού και της κοινοτικής - κοινωνικής συνοχής.  
Η νοσοφοβία και η μικροβιοφοβία[4] είχαν φθάσει σε τέτοιο βαθμό ώστε οι άνθρωποι και ο οικογενειακός και συγγενικός περίγυρος απομακρύνονταν από τον πάσχοντα, οι γιατροί επισκέπτονταν το φυματικό τη νύχτα για να μην γίνει γνωστό ότι σε μια οικογένεια υπήρχε κάποιος πάσχων και οι ιερείς έψαλλαν τους νεκρούς πρόσφυγες φυματικούς έξω από τις σκηνές ή τα στημένα από τους ίδιους παραπήγματα που διέμεναν.
Στο τέλος της 2ης δεκαετίας του 20ου αιώνα διαφαίνεται η πρόθεση του κράτους για ενεργό συμμετοχή στον Αντιφυματικό αγώνα.
Ιδρύεται το Υπουργείο Περίθαλψης και τον Ιανουάριο του 1920 ψηφίζεται ο νόμος 1979 «Περί ιδρύσεως αντιφυματικών ιατρείων, νοσοκομείων, αναρρωτηρίων και ορεινών θεραπευτηρίων»,[5] που προβλέπει πλήρη κρατική μέριμνα για τον Αντιφυματικού αγώνα.
Από το 1922, μετά την έλευση των Μικρασιατών και εκ του Πόντου προσφύγων, σε μικρό χρονικό διάστημα ιδρύονται περισσότερα από 100 λαϊκά ιατρεία και φαρμακεία καθώς και 32 προσφυγικά Νοσοκομεία, ενώ από το 1930, με την αρχόμενη τη κοινωνική ασφάλιση ιδίως των εργατών[6] και απόρων, το κράτος αναλαμβάνει με δικά του έξοδα την κατασκευή Σανατορίων σε όλη την Ελλάδα.
Το 1925 ιδρύθηκε η «Ελληνική Αντιφθισική Εταιρεία»[1] που έδρασε μέχρι το 1940, με ιδρυτές τους Μ. Παμπούκη, Κ. Παπαχρήστο, Δ. Συμβουλίδη[2], Ε. Σκορδομβέκη, Γ. Βακαλούλη και άλλους γιατρούς μέλη της Ελληνικής Ιατρικής Εταιρείας, προσφέροντας εθελοντική εργασία σε αντιφυματικό ιατρείο με πλήρη εξέταση συμπεριλαμβανομένων του ακτινολογικού ελέγχου και της εξέτασης πτυέλων.
Κατά τη περίοδο του μεσοπολέμου οι κυρίαρχες απόψεις για τη πρόληψη, διαγνωστική και θεραπευτική της φυματίωσης ήταν οι ακόλουθες:

Στην πρόληψη, ο καθηγητής Μ. Σακοράφος[3] επαναλάμβανε σταθερά τις απόψεις περί της μεταδοτικότητας της νόσου διαφωτίζοντας τους πολίτες για την ανάγκη καθαριότητας στους δημόσιους κοινόχρηστους χώρους , «το μη πτύειν κατά γης», τη τοποθέτηση «πτυελιστρών» στους δημόσιους χώρους , να γίνεται η αντίδραση κατά Pirquet και Mantoux, ο εμβολιασμός με B.C.G,[4]  απόψεις επιστημονικής συνέχειας των υγιεινοδιαιτητικών μέτρων των Υγιεινολόγων Ιατρών των πρώτων Συνεδρίων για τη Φυματίωση. Για τη καλύτερη προστασία των παιδιών της σχολικής ηλικίας από τη Φυματίωση, προτεινόταν η καινοτόμα εφαρμογή και στην Ελλάδα των υπαίθριων σχολείων με διδασκαλία και αεροθεραπεία.
Η διαγνωστική βασίσθηκε εκτός της κλινικής εξέτασης στον ακτινολογικό και ακτινοσκοπικό έλεγχο, στη δοκιμασία κατά Pirquet και Mantoux και στην εξέταση πτυέλων για την ανεύρεση του βακίλου.
Στη συντηρητική θεραπευτική κυριαρχούσε η Σανατοριοθεραπεία σε υψόμετρο, με κατάλληλες κλιματολογικές και υγιεινοδιαιτητικές συνθήκες, όπως ξηρό κλίμα, ανάπαυση, ηθική ζωή, υγιεινή διατροφή πολλών θερμίδων, αεροθεραπεία, ηλιοθεραπεία, χρήση αλάτων ασβεστίου,[5] χρυσού, σανοχρυσίνης,[6] αποχρεμπτικών σιροπιών και βιολογικών παραγώγων ήπατος ζώων[7] για την αντιμετώπιση της αναιμίας χρόνιας νόσου.
Η χορήγηση ενδοφλεβίως κεκαθαρμένης Φυματίνης[8] «ως αντιδότου» της νόσου δεν απέδωσε τα αναμενόμενα.
Στην ανοιχτή-σπηλαιώδη μορφή, οι Χειρουργοί της εποχής χρησιμοποιούσαν τις μεθόδους του τεχνητού Πνευμοθώρακα, της Φρενικοτομής,[1] της Φρενικοεξαίρεσης,[2] της Θωρακοπλαστικής και του επιπωματισμού των φυματιωδών σπηλαίων «δια παραφίνης».


Στη βαθμιαία μεταβολή της ζοφερής εικόνας των αρχών του 20ου αιώνα, όσον αφορά στη φυματίωση στον τόπο μας, σημαντική ήταν η συμβολή της σταδιακής εφαρμογής των αντιφυματικών φαρμάκων από το τέλος της 4ης δεκαετίας.[1] Τα αντιφυματικά φάρμακα που άλλαξαν ριζικά την πρόγνωση της νόσου και βράχυναν εντυπωσιακά το χρόνο νοσηλείας των ασθενών,[2] η εισαγωγή νέων διαγνωστικών μεθόδων καθώς και η βελτίωση των κοινωνικο-οικονομικών συνθηκών, συνέβαλαν στη σταδιακή άμβλυνση του προβλήματος στη χώρα μας.
Σήμερα στις αρχές του 21ου αιώνα έχουμε 350.000 περίπου νέα θύματα στην Ευρώπη, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Αντιφυματικής Εταιρείας. Ο σύγχρονος τρόπος ζωής όπως η αύξηση του καπνίσματος, ο αλκοολισμός, η χρήση ναρκωτικών ουσιών, ο συγχρωτισμός σε κλειστούς χώρους εργασίας, η μετακίνηση «πολιτών τρίτων χωρών» σαν οικονομικοί μετανάστες ή πολιτικοί πρόσφυγες , οι πόλεμοι σε πολλές περιοχές του πλανήτη, οι άστεγοι, το AIDS, ο μη υποχρεωτικός εμβολιασμός σε Ευρωπαϊκές χώρες, η καταστροφή του περιβάλλοντος που επιδρά αρνητικά στο ανοσολογικό μας σύστημα και το πρόβλημα της πολυανθεκτικότητας στα υπάρχοντα αντιφυματικά φάρμακα, είναι οι αιτίες ενός ζητήματος που παραμένει μέχρι σήμερα. Όχι πλέον σαν μάστιγα αλλά, ο αντιφυματικός αγώνας δεν τελείωσε...










Η φυματίωση είναι πάντα εδώ. Τριγυρίζει με τους ξεριζωμένους του καιρού μας, τους εξαθλιωμένους, τη φτωχολογιά, θεριεύει μέσα στα κορμιά των αδυνάτων, μας συντροφεύει πιστά. Τα Σανατόρια καταργήθηκαν, τα ερείπια αν και ανακατασκευασμένα σε μουσεία, μπορούμε να τα παραδώσουμε στη λήθη… τις ψυχές των φθισιόντων όμως θα τις μετράμε και θα τις μνημονεύουμε στον αιώνα… όπως και Εκείνων που τις έσωζαν, ώστε να μη μπορούμε να κρυφτούμε απ’ αυτόν που μέσα στη νύχτα πονεμένος, νηστικός, άρρωστος και κατατρεγμένος χτυπάει την πόρτα μας...