6.10.14

Άγνωστος παραλήπτης


γραφει ο αρισταρχος
…ζήτησα θάνατο στα βαθιά της νερά και κείνη μου το αρνήθηκε.
k2
Έγραψα ένα γράμμα, πόνο ψυχής, για όλα όσα μου  συνέβησαν τα τελευταία χρόνια. Ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω πως από χαρούμενος έγινα δυστυχισμένος. Από αυτάρκης έγινα… ανιόν! Από νοικοκύρης έγινα παρίας. Όλη η δυστυχία μου κλεισμένη σε τρεις σελίδες γεμάτες απόγνωση και πόνο. Ποτέ δεν ήταν τόσο πεσμένο το ηθικό μου. Ποτέ ξανά δεν ένιωσα τόσο μεγάλη την ανάγκη να τα αποτυπώσω σε φύλλο χαρτιού θαρρείς και θα τα ξεφορτωνόμουνα για πάντα. Απλές περιγραφές αυτών που ριζώθηκαν σαν κατάρες μέσα μου.
Τις δίπλωσα και τις εναπόθεσα μπροστά μου, πάνω στο τραπέζι. Τις κοίταξα αφηρημένα και αναρωτιόμουνα αν θάπρεπε να τις μοιραστώ με κάποιον. Με ποιόν όμως και γιατί. Ότι ήταν να γίνει έγινε και η απόφαση που πήρα αφορούσε απόλυτα εμένα και κανέναν άλλο. Όμως πάλι, υπάρχουν πολλοί σαν εμένα και… όχι, όχι. Δεν θέλω η δική μου δειλία να παρασύρει κανέναν απολύτως. Εγώ είμαι εγώ και μέχρι εκεί μπορώ να φτάσω, όχι μακρύτερα.
Η πόρτα χτυπάει δειλά. Είναι ο γείτονάς μου ο Θεοκλής. Ένας νεαρός καλοσυνάτος παντρεμένος με δύο παιδάκια. Μου ζητάει ντροπαλά λίγα “δανεικά” για ψωμί, για… επιβίωση. Κι εγώ τον συμπονώ και του δίνω λίγο από την μιζέρια μου. Το δάκρυ μου λερώνει το χαρτί και το κιτρινίζει λες και χρωματίζει το συναίσθημα. Πνίγω τον λυγμό που με σφραγίζει και γεμίζω την ανάστροφη της παλάμης μου με το υγρό που πετιέται άφθονο από τα μάτια μου. Σε καλό μου πρωί πρωί.
Σκιά του παρελθόντος μου καταμαρτυράει το είδωλό μου στον καθρέπτη. Τα μάτια μου χάσαν το χρώμα τους και ρυτίδες πρώιμες μου χαρακώνουν το πρόσωπο. Κοντεύω τα σαράντα και νιώθω ένθετο ενός silver alert ηλικιωμένου που πρέπει κάποιος να τον λυπηθεί. Από το ανοιχτό παράθυρο ακούω τον μονότονο χτύπο της βροχής. Πάει κι αυτό το καλοκαίρι όλων, φτωχών και πλουσίων. Κάποτε μας άφηνε περιθώριο να σκεφτούμε πως θα οργανώσουμε τις επόμενες διακοπές, τώρα δεν έχουμε να θυμόμαστε πια τίποτα.
Βρήκα φάκελο και παραλήπτη για το γράμμα. Κον υπουργόν της Ελληνικής κυβέρνησης!  Δε ζητώ πολλά, λίγη κατανόηση. Ζητώ την προσοχή του. Διάολε, είναι ένας από τους πρώτους πολίτες του τόπου. Ξέρω, έχει πολλές έγνοιες. Έ και; Γι αυτό δεν έγινε υπουργός; Θα γίνω λοιπόν κι εγώ η μία από αυτές. Ζητάω το δικαίωμα στη ζωή, κι ας έχω μόλις παραιτηθεί. Είναι πολλά;
Μάλλον πολλά είναι αυτά που χρωστώ. Σήμερα δικαστικοί επιμελητές με πέταξαν έξω από το σπίτι. Χτές κατοχυρώθηκε επίσημα στο όνομα κάποιας τράπεζας που μου πρότεινε να της πληρώνω ενοίκιο. Λες κι αν είχα δεν θα πλήρωνα τις δόσεις. Τέτοια εξυπνάδα πια! Το σπίτι της μάνας μου πέρασε αλλού κι εγώ δεν πήρα μαζί μου τίποτε παρά μονάχα το αξιοθρήνητο σαρκίο μου.
Αργά το βράδυ στην αμμουδιά πήρα μια αναποδογυρισμένη βάρκα και την έσπρωξα στο νερό. Πέταξα όλα μου τα ρούχα και γυμνός όπως γεννήθηκα σ’ αυτόν τον κόσμο της ντροπής έπιασα τα κουπιά. Υποσχέθηκα να λάμνω μέχρι εκεί που θα έπεφταν τα χέρια μου από την κούραση. Εκεί θα τελείωνα και την ζωή μου αφημένος σ’ ένα ασφυκτικό αγκάλιασμα με το νερό.
Η νύχτα δροσερή γεμάτη αστέρια που θαρρείς και κολυμπούν στο γάλα της γαίας. Ανάλαφρη η βαρκούλα πηδάει πάνω στο ρυζάκι που σηκώνει στην επιφάνεια της θάλασσας μαλακά ο Μαΐστρος αλλά οι παλάμες άμαθες από χειρονακτική δουλειά και αρχίζουν γρήγορα  να τσούζουν γεμάτες φουσκάλες αλλά… Η φωνή μέσα μου επιτακτική συνεχίζει “λάμνε!”.  Τα φώτα χάθηκαν και οι οριογραμμές μόλις που αχνοφαίνονται στην ασέληνη νύχτα. Η Θάλασσα γιομάτη γιακαμό με το χτύπημα των κουπιών φωσφορίζει έντονα δημιουργώντας πολύχρωμες φωτεινές πέρλες. Είναι όμορφη η νύχτα για να προκαλέσω τον ψυχοπομπό και να του παραδώσω ότι πιο πολύτιμο είχα μέχρι τα σήμερα, την ζωή μου!
Γέρνω το γυμνό μου κορμί πάνω στην κουπαστή και γλιστρώ με ανάλαφρο παφλασμό στην υγρή αγκαλιά της. Τ’ αφτιά μου γεμίζουν θεϊκή μουσική και τα μάτια μου βλέπουν χρώματα και φώτα και αγγελικά άρματα που τα σέρνουν τεράστιοι ιππόκαμποι σκορπίζοντας αλόγιστα τριγύρω αστρόσκονη. Το ταξίδι μόλις αρχίζει κι εγώ περιστρέφομαι αργά σε μια δύνη θανάτου αφήνοντας πίσω μου μια φωτεινή γκρίζα γραμμή σαν ατέρμονο ίχνος  ώσπου σβήνει σε μια τελεία .
Φυσάει ο νοτιάς δροσερά πάνω στο κούτελό μου και οι αλμυρές σταγόνες που πετάγονται από την πλώρη μου ψήνουν το πρόσωπο. Ποτέ μου δεν φαντάστηκα  την ζωή μου έτσι. Η άλλη πλευρά που μου κράταγε ημέρες ευτυχίας κοντά σε μια χαρούμενη γυναίκα και δυό κατάξανθα αγγελούδια. Τα δίχτυα βαρυφορτωμένα και το μεροκάματο καλό. Μα κείνο που δεν μετριέται είναι η αγάπη που περιμένει στο σπίτι να με τυλίξει στην αγκαλιά της.
Τώρα που το σκέφτομαι μισοξαπλωμένος στην κουβέρτα της τράτας της “Μισιρλούς” , ζήτησα θάνατο στα βαθιά της νερά και κείνη μου το αρνήθηκε. Μούστειλε αυτή την τράτα στη σκοτεινή νύχτα του πνιγμού και ένα δυνατό χέρι, του καπετάν-Νικόλα, να με γραπώνει από τα μαλλιά και να με κάνει μούτσο στο ψαροκάικο και ύστερα γαμπρό και συνεταίρο.
Δύο χρόνια πέρασαν από κείνη την βραδιά της απελπισίας. Δεν πέρασα ποτέ από το σπίτι που μου πήραν σαν νάθελα να ξεγράψω από την μνήμη μου ότι έζησα πριν την διάσωσή μου από τον πεθερό μου εκείνη την νύχτα στα φωσφορίζοντα νερά της θάλασσας. Συνάντησα μόνο τον πρώην γείτονα, τον Θεοκλή, που γύρισε στο χωριό του δίπλα στον γεωργό πατέρα του. Με δάκρυα στα μάτια μου διηγήθηκε πως άνοιξε το γράμμα του υπουργού που ήρθε για μένα σ’ απάντηση εκείνης της επιστολής των τριών σελίδων που είχα στείλει.
Απάντηση λιτή σε δυό γραμμές όλο κι όλο, όπως αρμόζει σε υπουργό!  “Ο κος υπουργός συμπάσχει μαζί σας και σας καλεί στην πολιτική του ομιλία που θα γίνει…” Ο φάκελος ξανασφραγίστηκε και επεστράφη. Πίσω του ο ταχυδρόμος έγραψε άτσαλα δυό λέξεις. “Άγνωστος παραλήπτης”

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου