Το πρωινό της Τρίτης 29 Μαΐου 1453, Εάλω η Πόλις
Τί υπερασπίζονταν; Την πόλη τους; Μια πόλη κράτος, ρημαγμένη, απομονωμένη από συμμάχους και «φίλους», φόρου υποτελή στον εχθρό που τώρα τους πολιορκούσε. Μόνο τα σκήπτρα και το στέμμα, οι βαρύγδουποι παλατιανοί τίτλοι (τάχα «μεγάλοι δούκες» και «πρωτοβεστιάριοι» και «πρωτοσπαθάριοι» και «κατεπάνω») και οι φθαρμένες αυτοκρατορικές πορφυρές στολές είχανε μείνει να θυμίζουν την κάποτε Βασιλεύουσα Πόλη, χωρίς πραγματικό Βασίλειο πιά.
Όλη η Μικρά Ασία και η Ανατολή είχαν χαθεί, η Θεσσαλονίκη και η υπόλοιπη Ελλάδα, η Κύπρος, η Κρήτη και τα νησιά του Αιγαίου, ο Βόσπορος, μαζί και οι χώρες του Ευξείνου Πόντου είχαν καταληφθεί χρόνια πριν κι όμως, η σκιώδης «αυτοκρατορία» φάνταζε στα μάτια τους σημαντική τόσο, που ακόμη διαγκωνίζονταν, αλληλοεξοντώνονταν όπως παλιά, οικογένειες ολόκληρες για την επιρροή ή την κατάληψη της «εξουσίας». Πόσο τυφλοί μπορεί να ήταν να μην «ήξευραν τί άξιζαν αυτά, τί κούφια λόγια ήσανε αυτές η βασιλείες»;
Την ιδέα της αιώνιας Χριστιανικής Αυτοκρατορίας και «Του Χριστού την Πίστη την Αγία»; Που από δεκαετίες πριν, είχαν εξευτελίσει ως ανταλλακτική αξία στο βωμό της (μικρο)πολιτικής σκοπιμότητας, κάνοντας ως επαίτες γλοιώδεις ρεβεράντζες στη Ρώμη και στη Βενετία, αποδεχόμενοι ταπεινώσεις, επιδιώκοντας γάμους πριγκιπισσών τους με Οθωμανούς ηγεμόνες, προκαλώντας εκκλησιαστικές έριδες, προκειμένου να εξασφαλίσουν από οπουδήποτε, την ελάχιστη υπόσχεση υποστήριξης.
Ενότητα και εντιμότητα δα, δεν είχανε σπουδαία ! Θησαυρούς, χρυσάφι και κοσμήματα βγάλανε από τα σεντούκια και τις κρυψώνες τους μετά την Άλωση, εύποροι ευγενείς, που υποκριτικά τούς αρνιόντουσαν στον «αυτοκράτορά» τους την ώρα της ανάγκης για να τους προσφέρουν τώρα στον Πορθητή, σε αντάλλαγμα της εύνοιάς του. Ως και την τελευταία στιγμή, οι χριστιανοί μισθοφόροι κωμικά αρνούνταν να κρατήσουν τις θέσεις τους αν δεν πληρώνονταν τα μεροκάματά τους, οι ανθενωτικοί μάχονταν τους ενωτικούς και οι Γενοβέζοι μισούσαν και πρόδιδαν τους Βενετσιάνους, όλοι μαζί δε, προσμέναν να συμβεί ένα σωτήριο θαύμα. Κι όταν κάθε ελπίδα εξωτερικής βοήθειας είχε πιά χαθεί, απογυμνωμένοι, έντρομοι αμαρτωλοί την ώρα της κρίσεως, γονυπετείς, δέονταν στην Παναγία υπέρ αφέσεως των αμαρτιών και σωτηρίας της πόλης, την ίδια στιγμή κοιτώντας δεισιδαίμονες, περιδεείς, το ολόγιομο φεγγάρι για να διακρίνουν το σημάδι της εκπλήρωσης της προφητείας του Μ. Κωνσταντίνου για το χαμό της Πόλης.
Κι αφού λοιπόν ήταν όλα ήδη χαμένα, μάταια, από καιρό συντελεσμένα, τί υπερασπίζονταν με τόσο πάθος στους προμαχώνες ως το τέλος;
Ίσως, σκέφτομαι, περισσότερο από κάθε τι υλικό, υπερασπίζονταν την ανθρώπινή τους αξιοπρέπεια, την ιστορία και τη «Ρωμαίικη» τιμή τους, ένα αλλιώτικο ήθος, που -όταν πια το αναπότρεπτο τέλος έγινε ορατό- αναδύθηκε, μέσα από τις μικρότητες και τις αποτυχίες, τις ιδιοτέλειες, την αχρειότητα και τη ματαιοδοξία τους, και νοιώσανε στο αίμα τους τον παλμό του υπερχιλιόχρονου ελληνορωμαϊκού και χριστιανικού κόσμου και μια απόφαση να τον υπερασπιστούν.
Η απάντηση άλλωστε του Κωνσταντίνου στην πρόσκληση του Μωάμεθ να παραδοθεί, απηχεί το «Μολών λαβέ» των Θερμοπυλών και προοιωνίζεται τα Δερβενάκια, το «ΟΧΙ» του ’40 και τόσα αναρίθμητα άλλα. Ίσως, η ηρωική όσο και μάταιη αντίσταση στο βέβαιο χαμό τους, η υπεράσπιση της Πόλης στα τείχη που βομβαρδίζονταν ασταμάτητα μέρα νύχτα, οι ξέπνοες μάχες σώμα με σώμα και η ανιδιοτελής θυσία πάνω στις πολεμίστρες ως την τελευταία στιγμή μέσα στη φωτιά και την αντάρα, ξέπλυναν κάθε ντροπή, εξύψωσαν κάθε πτώση και διέσωσαν ως τώρα, με ζωντανή αιμάτινη γραμμή μες τους αιώνες, αυτό το αγωνιστικό ήθος, την ελληνική τρέλα, την τιμή και την περηφάνια της φυλής μας. Και ίσως γι’ αυτό τούτη η επέτειος, τόσο πολύ μας διακινεί και μας πονάει ακόμα.
