| Το λιομάζωμα αρχίζει και τελειώνει το φθινόπωρο, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις παρατείνεται και κατά τους χειμερινούς ή ακόμη και ανοιξιάτικους μήνες. Το λιομάζωμα αρχίζει πριν ακόμη βρέξει με το μάζεμα των αυγουστιάτικων τσίκουδων (ελιές που πέφτουν τον Αύγουστο χάμω και αποξεραίνονται), γιατί κατά κοινή παραδοχή τα τσίκουδα του Αυγούστου έχουν λάδι. Το λιομάζωμα όμως αρχίζει στα τέλη του Οκτώβρη - αρχές του Νοέμβρη, οπότε οι ελιές στους γιαλούς (παραθαλάσσια) έχουν ωριμάσει. Οι ελιές διακρίνονται σε ψιλολιές και χοντρολιές. Οι ψιλολιές μαζεύονται με το ράβδισμα και με το χαμολόημα, για όσες έχουν πέσει μέχρι την ώρα του ραβδίσματος, ενώ οι χοντρολιές μαζεύονται μόνο από χάμω, γιατί σ αυτές δεν επιτρέπεται το ράβδισμα. Επειδή το λιομάζωμα τση ψιλολιάς, όταν καμωθεί (ωριμάσει), είναι από τις βιαστικές δουλειές και υπάρχει κίνδυνος αν φυσήξει αέρας να τις ρίξει, χρησιμοποιούνται προς ενίσχυση αργάτες - ραβδιστάδες και αργάτισες -μαζώχτρες και αναπλογυρίστρες. Οι αργάτες και αργάτισες πλερώνονται συνήθως μηνιάτικο (με το μήνα) και σε είδος - λάδι. Στο ράβδισμα της λιανολιάς παίρνουν μέρος ο ραβδιστής που σκαρφαλώνει στο δέντρο και με μια κοντή σχετικά βέργα -την κατσούνα- ξεξυλίζει το δέντρο (κτυπά το ξύλο των κλάδων) και πέφτουν οι γενόμενες (ώριμες) ελιές. Βοηθός του ραβδιστή είναι έμπειρη και στρουφογυριζάμενη (γρήγορη και δραστήρια) γυναίκα -η αναπλογυρίστρα- που στρώνει τις ανάπλες (μεγάλα στρωσίδια) κάτω από το δέντρο στο σημείο πάνω από το οποίο ραβδίζει ο ραβδιστής και που τις μεταγυρίζει (μετακινεί) σε άλλο σημείο, όταν μετακινηθεί αντίστοιχα σε άλλο σημείο του δέντρου και ο ραβδιστής. Παράλληλα η αναπλογυρίστρα με μια μακρά ντέμπλα (μακριά ξύλινη ράβδος) ή με μια κοντάρα (ακόμη μακρύτερη ράβδος) ντεμπλολογά (κτυπά το δέντρο από το έδαφος και ρίχνει τις ελιές που φτάνει με την ντέμπλα ή την κοντάρα. Με τον τρόπο αυτό οι ραβδιζόμενες ελιές πέφτουν σχεδόν όλες στις ανάπλες και έτσι η συγκομιδή αβγατίζει (προχωρεί γρήγορα). Επειδή κατά το ράβδισμα μαζί με τις ελιές πέφτουνε στις ανάπλες φύλλα και κλαδιά του δέντρου, πρέπει να τα χωρίσουν και να μείνει καθαρός ο λιόκαρπος. Δηλ. Αφού εξασφαλιστεί καθαρός τόπος με πολλά στρωσίδια, ο ραβδιστής παίρνει με ένα μικρότερο δοχείο λίγες-λίγες τις άτσαλες (ακαθάριστες) ελιές και τις ρίχνει με κάποια δύναμη στον αέρα κόντρα στον πνέοντα άνεμο, οπότε ο καρπός σαν βαρύτερος πηγαίνει μπροστά, ενώ τα φύλλα και τα κλαδιά μένουν πίσω. Πίσω από τους ραβδιστάδες ακολουθούν σε κάθε δέντρο οι λιομαζώχτρες, που χαμολογούν (μαζεύουν από χάμω) όλες τις ελιές που είχαν πέσει πριν το ράβδισμα και όσες έπεσαν έξω από τις ανάπλες κατά το ράβδισμα. Με αυτό τον τρόπο γίνεται το λιομάζωμα της λιανολιάς, για να ακολουθήσει ύστερα το άλεσμα στη φάμπρικα και να βγει το λάδι, η πυρήνα και ο κατσίγαρος. Το μάζεμα της χοντρολιάς βαστά (κρατεί) περισσότερο καιρό, γιατί στις ελιές αυτές οι άνθρωποι περιμένουν να ωριμάσουν τελείως και να πέσουν μόνες τους ή με την πνοή των ανέμων. Για το λιομάζωμα των χοντρολιών χρησιμοποιούνται μόνο μαζώχτρες, που γυρίζουν (περιέρχονται) σχεδόν κάθε μέρα από όλα τα ληόδεντρα και μαζώνουν τις πεσμένες ελιές. ¶μα δε συγκεντρωθεί μια κάποια σημαντική ποσότητα ο νοικοκύρης (ιδιοκτητης) τις πηγαίνει στη φάμπρικα για άλεσμα. Το λιομάζωμα της λιανολιάς εξακολουθεί, όπως και παλιά, να γίνεται με το ράβδιαμα και μόνο το χαμολόημα και το μάζεμα των αυγουστιάτικων τσίκουδων καταργήθηκαν, ως ασύμφορα. Στο λιομάζωμα της χοντρολιάς οι λιομαζώχτρες αραίωσαν, γιατί απλώνονται κάτω από τις χοντρολιές δίκτυα που κρατούν τον καρπό και τα οποία αδειάζονται από καιρό σε καιρό. Στο λιομάζωμα ανήκουν και οι δουλειές που κάνει ο γεωργός, για τις ελιές άλλης χρήσης εκτός από το λάδι. Όταν οι ελιές είναι ακόμη πράσινες, αλλά είναι προχωρημένες σε ωρίμανση, μαδούνται (μαζεύονται με τα χέρια) από το δέντρο, τσακίζονται , χωρίς να σπάσει το κουκούτσι, γλυκαίνονται με αλλαγή του νερού, όπου ρίχνονται μετά το τσάκισμα και τελικά αλατίζονται μέσα στο τελευταίο νερό που διατηρούνται. Αυτές είναι οι κοπανιστές ή τσακιστές εληές. Για τσακιστές οι πιο κατάλληλες είναι οι πιο χοντρές λιανοληές, κυρίως όμως οι κορωνέϊκες. Οι χοντρολιές άμα ωριμάσουν καλά και πέσουν, αφού όμως φάνε ένα καλό νερό πάνω στο δέντρο, δίνουν τις λεγόμενες σταφιδολιές ή θρούμπες, που τρώγονται ανάλατες (χωρίς αλάτι). Από τις σταφιδολιές γίνονται και οι λεγόμενες παστολιές, που για να γίνουν τοποθετούνται στην κουρούπα (μικρό πιθάρι) πατωσές - πατωσές (στρώματα - στρώματα) και πάνω σε κάθε πατωσά ρίχνεται χοντρό αλάτι, καθώς που και που φύλλα ή μικρά κλαδιά σκίνου (θάμνου) για να διατηρούνται περισσότερο αχάλαστες (αναλοίωτες), κατόπιν βρέχονται με νερό κατά αραιά διατήματα, για να μην αποξεραθούν. Από τις χοντρολιές κυρίως όμως από τις πιο θροφανές (χοντρήτερες) ψιλολιές γίνονται οι λεγόμενες κολυμπάδες. Οι κολυμπάδες πριν μπουν στη σαλαμούρα (άλμη) γλυκαίνονται μέσα σε καθαρό νερό, Το οποίο αλλάσσεται επί δυο τρεις μέρες, μετά ρίχνονται στην κουρούπα και σκεπάζονται με μπόλικο νερό, ώστε να κολυμπούν και μαζί με το νερό μπαίνει μπόλικο αλάτι χοντρό, ώστε η άλμη να γίνει πολύ δυνατή. Κολυμπάδες γίνονται ακόμη με τον ίδιο τρόπο και πράσινες ψιλολιές σε ώρα τσακίσματος. Υπάρχουν ακόμη, αλλά όχι σε μεγάλες ποσότητες, οι λεγόμενες ξυδάτες . Αυτές είναι πολύ χοντρές ελιές -οι μηλολιές- που μαδούνται από το δέντρο, πλύνονται καλά και χαράσσονται μια-μια σε δυο-τρία σημεία, με προσοχή όμως να μην αγγίξει (αγγίσει) το κοπίδι στο κουκούτσι. Μετά γλυκαίνονται σε νερό μερικές μέρες και κατόπιν ρίχνονται σε δυνατή άλμη μέσα σε γιάλες και απ εκεί παίρνονται λίγες-λίγες και μπαίνουν σε μικρότερα βάζα με ξύδι και λάδι και γίνονται φαγώσιμες. Σχετικά με τις ελιές υπάρχουν λαϊκά γνωμικά και μαντινάδες, που λένε: «η χοντρολιά κάνει τσι ελιές κι η λιανολιά το λάδι», γιατί το λάδι της χοντρολιάς είναι πολύ βαρύ (με πολλά οξέα) και «κάλλια χω τσι παστές ελιές παρά τσι κολυμπάδες, κάλλια χω δέκα κοπελιές παρά σαράντα γράδες». Σχετικά τώρα με το άλεσμα των ελιών και την παραγωγή του λαδιού ακολουθείται η επόμενη διαδικασία. Ο παραγωγός μόλις συγκεντρώσει μια ικανή ποσότητα ελαιοκάρπου προσπαθεί να εξασφαλίσει νομπέτι (σειρά) στη φάμπρικα και αφού το εξασφαλίσει, μεταφέρει τις ελιές σακκιασμένες στη φάμπρικα για άλεσμα. Καμμιά φορά οι εγκαταστάσεις της φάμπρικας (ελαιοτριβείο) διαθέτουν ξέχωρα (χωριστά) δωματιάκια, όπου ο κάθε πελάτης παραγωγός αποθηκεύει τις ελιές του, οπότε τις κουβαλεί (μεταφέρει) ντρετούρα (απ ευθείας) από το λιόφυτο. Για να αλεστούν οι ελιές οι φαμπρικάρηδες - αλετρουβάρηδες (εργάτες του ελαιοτριβείου) τις σκορπούν πάνω στη στρώση (πάτος της μεγάλης λεκάνης που γυρίζουν μέσα οι πέτρες). Στο μεταξύ έχει γίνει το ζέψιμο του αλόγου ή μουλαριού στο ζυγό της φάμπρικας, ενός μεγάλου ξύλου τοποθετημένου οριζόντια στην έξω άκρα του οποίου ζεύεται το ζώο ενώ η μέσα άκρα είναι συνδεμένη με το σύστημα πετρών του αλέσματος. Το άλεσμα γίνεται με την περιφορά του ζώου γύρου-γύρου στη μεγάλη λεκάνη -στρώση. Με την κίνηση αυτή περιστρέφονται και οι πέτρες πάνω στις σκορπισμένες ελιές, που με τον τρόπο αυτό πολτοποιούνται και κάνουν τη ζύμη. Μάλιστα για να μη μείνουν ανάλεστες ελιές στις άκρες της λεκάνης ο βορδονάρης (αυτός που λαλεί το ζώο) κρατεί κάθετα στο έσω γύρω της λεκάνης ένα παλαμάκι, καθώς δε γυρίζει αυτός με το ζώο, γυρίζει και το παλαμάκι και σπρώχνει τσ εληές από τσι γύρους πάνω στη στρώση και κάτω από τις πέτρες. Οι πέτρες φέρνουν στη μέση μια μεγάλη τρύπα που αντιστοιχεί στη μεγάλη τρύπα του αξόνου, για να συνδεθούν δε και να στερεωθούν πέτρες και άξονες προσαρμόζονται η μια πέτρα από τη μια μεριά του αξόνου και η άλλη από την άλλη μεριά και σε αντιστοιχία μ όλες τις τρύπες, ούτως ώστε με μια μεγάλη καβίλια να γίνεται η πρόσδεση και στερέωση των πετρών στο αξόνι. Το αξόνι πάλι ενσωματωμένο με τις πέτρες ακουμπά πάνω στη στρώση και στην κορφή είναι στερεωμένο μέσα σε μια φωληά ελεύθερο για περιστροφή. Μετά το άλεσμα οι αλετρουβάρηδες βγάνουν τη ζύμη (πολτοποιημένες ελιές) από τη στρώση και την τοποθετούν στη σκάφη και από κει γίνεται το μποξάδιασμα δηλ. μια ποσότητα ζύμης απλώνεται απάνω στο μποξά (τετράγωνο χοντρό τρίχινο ύφασμα)και διπλώνεται σαν φάκελλος κι έπειτα τοποθετείται στο πιεστήριο. Πάνω στον ένα μποξά μπαίνουν άλλοι κι ύστερα άλλοι μέχρι να φτάσουν σ ένα ορισμένο ύψος. Με αυτό τον τρόπο σχηματίζεται μια κολώνα από γεμισμένους και διπλωμένους μποξάδες, που λέγεται στέμμα. Με το στέμμα προσδιορίζεται κάθε τόσο και η αποδοτικότητα των εληών σε λάδι, οπότε λέγεται ότι οι εληές χύνουν ή δε χύνουν καλά. Μετά το σχηματισμό του στέμματος αρχίζει το σφίξιμο με το κατέβασμα του πλακοταριού και την πίεση των μποξάδων. Το σφίξιμο γίνεται με τη βοήθεια του μποτζαργάτη, ενός χοντρού όρθιου ξύλου από πάνω μέχρι κάτω στο ύψος της φάμπρικας και στερεωμένο και στις δυο μεριές ώστε να μπορεί να γυρίζει περί τον άξονα του. Ο μποτζαργάτης συνδέεται με ανάλογα εξαρτήματα και με ένα πολύ χοντρό και γερό σκοινί τη -γούμενα- με το πλοκοτάρι του πιεστηρίου. Ετσι όταν οι φαμπρικάρηδες γυρίζουν το μποτζαργάτη η γούμενα τυλίσσεται απάνω του και παρασύρνει προς τα κάτω το πλακοτάρι που πιέζει κι αυτό το στέμμα. Όσο προχωρεί το σφίξιμο τόσο το γύρισμα του μποτζαργάτη γίνεται δυσκολότερο και οι φαμπρικάρηδες με ανοικτό μπέτη (στήθος) πάνω στις μαναβέλες (εξαρτήματα για το γύρισμα του μποτζαργάτη) καταβάλλουν πολλή προσπάθεια και δύναμη. Αυτή η πολλή προσπάθεια και δύναμη για το γύρισμα του μποτζαργάτη καθιέρωσε στο στόμα του λαού την έκφραση «μωρέ αυτηνού η κεφαλή δε γυρίζει μηδέ με τον μποτζαργάτη» όταν πρόκειται να χαρακτηρίσουν ένα πολύ ισχυρογνώμονα -αγύριστο κεφάλι. Κατά τη διάρκεια του σφιξίματος ειδικός εργάτης -φαμπρικάρης-παρακολουθεί και συγκρατεί με κατάλληλες κινήσεις και με ειδικά κοντάρια το στέμμα για να μην ξεπορδαλιάσει (ξεκοιλιαστεί-διαλυθεί) και σκορπίσει. Το σφίξιμο με το γύρισμα του μποτζαργάτη συνεχίζεται μέχρι να πάψει να τρέχει λάδι από το στέμμα. Μάλιστα για να πετύχουν την πιο πλήρη απόσπαση λαδιού από τη ζύμη περιβρέχουν κατά την έναρξη του σφιξίματος το στέμμα με καυτό νερό, κάνουν δηλ. το λεγόμενο θέρμισμα. Με το σφίξιμο το λάδι τρέχει από τους μποξάδες στη τζιβιέρα -βάση του πιεστηρίου- κι από κει με κατάλληλο αγωγό πέφτει στη γούρνα, ένα σχετικά μεγάλο, σταθερό ανοικτό δοχείο χωρισμένο στα δυο. Στο πρώτο μέρος της γούρνας, όπου πέφτει το λάδι, πούρχεται από τη τζιβιέρα ανακατωμένο με τον κατσίγαρο (νερό), υπάρχει κάπως ψηλά σε κατάλληλο σημείο εγκοπή με την οποία επικοινωνεί με το άλλο τμήμα της γούρνας. Επειδή δε το λάδι είναι ελαφρότερο από το νερό επιπλέει στο πρώτο τμήμα της γούρνας και έτσι από την εγκοπή χύνεται στο δεύτερο τμήμα και μ αυτό τον τρόπο πραγματοποιείται το ξεχώρισμα (διαχωρισμός) λαδιού και κατσιγάρου. Και το μεν λάδι μ άλλο κατάλληλο αγωγό καταλήγει στην κασέλα -άλλο σταθερό δοχείο της φάμπρικας- ο δε κατσίγαρος χύνεται απ ευθείας από τη γούρνα έξω σε ειδικό καταπότη (αυλάκι) και απομακρύνεται σε κοντινό ρυάκι ή ποταμό. Από το λάδι της κασέλας βγαίνει η πλερωμή (αμοιβή) της φάμπρικας -η κάρτα- που κυμαίνεται σε ποσοστά ανάλογα με τη χρονιά αν δηλ. χύνουν ή όχι οι ελιές. Απ εκεί βγαίνει και το φιλοδώρημα (μπαξίσι) του ιδιοκτήτη παραγωγού προς τους αλετρουβαρηδες δηλ. μια ποσότητα λαδιού που το φκεραίνουν (αδειάζουν) για κοινό λογαριασμό σε ειδικό δοχείο, συνήθως πήλινο, το διακονιάρη. Το υπόλοιπο της κασέλας ανήκει στον πελάτη παραγωγό, το οποίο μπαίνει στ ασκιά του.Το ασκί γίνεται από τις προβιές (δέρματα) των γιτσικών (αίγας ή τράγου). Τις προβιές αυτές, όταν είναι ακόμη φρέσικες τις αλατίζουν για να μη βρωμέσουν (αποκτήσουν άσχημη οσμή) και τις παραδίδουν σε ειδικό τεχνίτη -τον ασκορράφτη-. Αυτός αφού βγάλει τις εξωτερικές τρίχες της προβιάς, που δεν πρέπει ναχεί γιόθους (τρύπες που προκαλεί το έντομο οίστρος για να αφίσει τ αυγά του) τη γυρίζει ανάποδα, σε τρόπο ώστε το μπροστινό μέρος, που αντιστοιχεί στα μπροστινά πόδια και το λαιμό του ζώου, να πάει προς τα πάνω και προς τα κάτω να πάει το πισινό μέρος του δέρματος. Αυτό το κάτω μέρος ανοίγεται τελείως, ώστε να εξαφανιστούν τα αντίστοιχα μέρη των πισινών ποδιών και ράφτεται με ειδικό τρόπο, ώστε να μην περνά υγρό. Η ειδική αυτή συρραφή λέγεται σειράδι τ ασκιού. Τα δυο μέρη της προβιάς, που αντιστοιχούσαν στα μπροστινά πόδια του ζώου, ο ασκορ-ράφτης τάδενε κι έπειτα τα γύριζε για να δέχονται κι αυτά υγρό, ενώ το τμήμα που αντιστοιχούσε στο λαιμό του ζώου έμενε ανοικτό και αποτελούσε το λεγόμενο μπουζάνι, στο οποίο εφαρμόζεται το χωνί για να μπορεί να γεμίσει το ασκί κατά το άσκιασμα. Το ασκί ήτανε το μοναδικό σχεδόν μέσο, που μεταφέρονταν υγρά (λάδι-κρασί) από τόπο σε τόπο.Όταν άδειαζε το ασκί ο αδειαστής το μεσοφούσκωνε από το μπουζάνι, και κατόπιν το κρεμούσε ανάποδα πάνω από άδειο καθαρό ανοικτό δοχείο επί κάμποση ώρα για να σειρώσει (στραγγίξει) το υγρό που ήταν στα τοιχώματα του ασκιού. Από τ ασκιά πιο περιζήτητα ήσαν τα τραγάσκια, γιατί ήσαν λιγότερα, μεγαλύτερα και στερεότερα. ¶μα τελειώσει η μετάγγιση του λαδιού από τη γούρνα στην κασέλα οι αλετρουβάρηδες παίρνουν με ένα πλακέ ντενεκεδένιο δοχείο τον κατσιγαριά-ρη την απανωλαδιά -αέρα- που έχει μείνει στην επιφάνεια του πρώτου τμήματος της γούρνας και τη χύνουν σε δικό τους πιθάρι για κοινό λογ/μό. Ο αέρας αυτός είναι το δεύτερο μέρος του φιλοδωρήματος των φαμπρικάρηδων. Όταν τελειώσει το σφίξιμο του στέμματος γυρίζεται ανάποδα ο μάνταλος του πιεστηρίου και/αρχίζει το ξέσφιγμα, οπότε χωρίς δυσκολία ξανάρχεται το πλακωτάρι και η γούμενα στη θέση τους. Ταυτόχρονα ελευθερώνεται από την πίεση το στέμμα και καταβαίνουν οι μποξάδες, οι οποίοι αδειάζονται σε κατάλληλο μέρος από την πυρήνα, για να χρησιμοποιηθεί σαν καύσιμη ύλη ή να πουληθεί στα πυρηνάδικα (πυρηνελαιουργεία), για την αφαίρεση του απομείναντος λαδιού. Κατά το άδειασμα των μποξάδων οι αλετρουβάρηδες παίρνουν το τρίτο μέρος του φιλοδωρήματος τους με το λεγόμενο πυρηνάκι. Το πυρηνάκι είναι μικρά κομμάτια άσφυκτης ζύμης, που μένει στις άκρες των μποξάδων. Αυτή την άσφυκτη ζύμη μαζεύουν σε ειδικό δοχείο για κοινό λογ/μό και την σφίγγουν αργότερα για δικού τους. Με τον ίδιο τρόπο συνεχίζεται το άλεσμα των εληών του ίδιου ιδιοκτήτη παραγωγού πελάτη, εφ όσον βέβαια έχει κι άλλες, ή με τις ελιές άλλου παραγωγού πελάτη. Και στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί ότι τα παραπάνω στοιχεία αποτελούν το παληό σύστημα αλέσματος, των εληών και ότι αυτά εμπατάλεψαν (εγκαταλείφτηκαν-αχρηστεύτηκαν) προ πολλού με τα μηχανοκίνητα ή ηλεκτροκίνητα εργαλεία. |
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου